Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Οι Έξι στου Γουδή και στο βάθος Μακεδονικό!


Από το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=32&artid=316313&dt=21/02/2010


*Από τη Δίκη των Έξ. Η απολογία του στρατηγού Χατζανέστη

Από την εποχή της Μικρασιατικής καταστροφής

 η Ιταλία απεργαζόταν την «αυτονόμηση» 

ελληνικών εδαφών

Ο χορός των κατασκόπων, 

το όργιο της προπαγάνδας 

και τα εγκληματικά σχέδια

Της κ. ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΤΟΜΑΗΗ ΠΡΟΣΦΑΤΗ απόφαση του Αρείου Πάγου για επανάληψη της δίκης των Εξι προκάλεσε το ενδιαφέρον για ανάσυρση των οικείων φακέλων βάσει του συστήματος ηλεκτρονικής διαχείρισης του Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου ΥΠΕΞ. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια είναι τα νέα στοιχεία που οδήγησαν απογόνους των θυμάτων ναπροσφύγουν στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας προκειμένου να κρίνει την αθωότητα των κατηγορουμένων, γιατί αγνοούμε το περιεχόμενο των δικαστικών φακέλων της πολύκροτης εκείνης δίκης. Εκείνο που εντοπίσαμε, πάντως, και έρχεται για πρώτη φορά στο φως είναι ότι σε εκείνη την ιδιαίτερα κρίσιμη από κάθε άποψη περίοδο για τη χώρα μας οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα επεξεργάζονταν από τότε αυτονόμηση της Μακεδονίας. Η δεύτερη έκπληξη οφείλεται στο γεγονός ότι τα σχέδια αυτά προέρχονταν από την εταίρο μας σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση Ιταλία... Τα πυκνογραμμένα Δελτία Πληροφοριών του 2ου Γραφείου της Επαναστατικής Επιτροπής (η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών ιδρύθηκε 30 χρόνια αργότερα, το 1953) κατά το δίμηνο Σεπτεμβρίου- Οκτωβρίου 1922 που προηγήθηκε της δίκης είναι αποκαλυπτικά του απροκάλυπτου τρόπου με τον οποίο δρούσαν μυστικοί πράκτορες κάθε προέλευσης που είχαν διεισδύσει στη χώρα στοχεύοντας στο φρόνημα λαού και στρατού. 

1935: Η παλινόρθωση της μοναρχίας







Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_28/02/2010_392392


 75 χρόνια πριν.


Επειτα από ένα διαβλητό δημοψήφισμα, 
εν μέσω μακρόχρονης πολιτικής κρίσης,
ο Γεώργιος Β΄ επανήλθε στην Ελλάδα




*Ο Γεώργιος Β΄



Επιμέλεια: Στέφανος Xελιδόνης


Γιος του Κωνσταντίνου και της Σοφίας, ο Γεώργιος Β΄, στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ακολούθησε τον πατέρα του. Υπηρέτησε στον στρατό ως υπασπιστής του, παρέμεινε στο πλευρό του κατά τη διάρκεια της σύγκρουσής του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον ακολούθησε το 1917 στην εξορία, αλλά παραμερίστηκε στη σειρά διαδοχής από τον μικρότερο αδελφό του Αλέξανδρο, κατόπιν απαιτήσεως της Αντάντ και του Βενιζέλου. Επέστρεψε από την εξορία το 1920, μετά την ήττα του Βενιζέλου και την επαναφορά του Κωνσταντίνου στον θρόνο. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Κίνημα των Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά, και την παραίτηση του Κωνσταντίνου, διαδέχτηκε τον πατέρα του στις 27 Σεπτεμβρίου 1922. Η Επαναστατική Κυβέρνηση εξετέλεσε τους Εξι εν ονόματί του και έπειτα από έναν χρόνο τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Λίγους μήνες αργότερα με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης κηρύχθηκαν αυτός και η δυναστεία έκπτωτοι. Παρήλθαν 11 περίπου έτη εξορίας για να επανέλθει, μετά το διαβλητό δημοψήφισμα του 1935 και αφού πρώτα με το Κίνημα των Παπάγου, Ρέππα και Οικονόμου, που οργανώθηκε από τον Γ. Κονδύλη, καταργήθηκε η Αβασίλευτη Δημοκρατία και επαναφέρθηκε προσωρινά σε ισχύ το Σύνταγμα του 1911. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Γεώργιος Β΄ στήριξε τον Ιωάννη Μεταξά στην εγκαθίδρυση δικτατορίας. Αργότερα συνέδεσε το όνομά του με το Επος του 1940. Οταν όμως η Ελλάδα απελευθερώθηκε, υποχρεώθηκε να παραμείνει στο εξωτερικό και να δεχθεί την Αντιβασιλεία. Και όταν κλήθηκε ξανά να επανέλθει το 1946, απεβίωσε μετά έξι μήνες, από καρδιακή ανακοπή. Επειδή από τον γάμο του δεν είχε αποκτήσει παιδιά, τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Παύλος.



*Ο Βασιλεύς Γεώργιος Β΄ στον Άγνωστο Στρατιώτη






Η πολύχρονη ιστορία 
του Πολιτειακού Ζητήματος

Του Σωτήρη Pιζά*

Η παλινόρθωση της μοναρχίας το 1935 αποτελούσε ένα επεισόδιο στη μακρά ιστορία του πολιτειακού ζητήματος αλλά και ένα σύμπτωμα της αδυναμίας της ελληνικής πολιτικής να δημιουργήσει σταθερούς θεσμούς βασισμένους σε ευρεία πολιτική και κοινωνική συναίνεση.
Η ελληνική πολιτική εξέλιξη δεν οδηγούσε μοιραία προς το αποτέλεσμα αυτό. Η αβασίλευτη δημοκρατία που ανακηρύχθηκε τον Μάρτιο του 1924 είναι γεγονός ότι δεν διέθετε ευρύτατη πολιτική βάση. Στηριζόταν σε μια συμμαχία αδιάλλακτων στρατιωτικών προερχόμενων από τον βενιζελισμό, της σοσιαλδημοκρατικής συνιστώσας της ελληνικής πολιτικής υπό τον Παπαναστασίου του οποίου η απήχηση ήταν μάλλον στενή και μιας μεγαλύτερης μερίδας βενιζελικών οι οποίοι κατανόησαν ότι η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, για συναινετική λύση του πολιτειακού με αλλαγή δυναστείας, δεν ήταν εφαρμόσιμη στις συνθήκες που επικρατούσαν ευθύς μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την πλήρη αδυναμία του αντιβενιζελισμού ο οποίος είχε αποβληθεί από τον Στρατό μετά το αποτυχημένο κίνημα του 1923.
Το Λαϊκό Κόμμα, κύριος φορέας του αντιβενιζελισμού, δεν αναγνώρισε την αβασίλευτη αν και ο Ιωάννης Μεταξάς έσπευσε να την αναγνωρίσει το 1924 ελπίζοντας ότι θα βγάλει τον αντιβενιζελισμό από την απομόνωση και υπό την ηγεσία του. Ενδεικτικό όμως των αντιλήψεων του πολιτικού χώρου που υπηρετούσε ήταν το γεγονός ότι ακριβώς αυτή η εκ μέρους του αναγνώριση της αβασίλευτης δημοκρατίας είχε συνέπεια να διατηρήσει το Λαϊκό Κόμμα την εκλογική πρωτοκαθεδρία του ευρύτερου αντιβενιζελικού ρεύματος στις εκλογές του 1926. Η τάση αυτή εντάθηκε στις εκλογές του 1928 στις οποίες συμμετείχε ο Βενιζέλος. Ενώπιον της πόλωσης ο Μεταξάς συνετρίβη και μόνο το Λαϊκό Κόμμα διατήρησε μια υπολογίσιμη εκπροσώπηση.



*Ο Γεώργιος Β΄ αναγιγνώσκει τον λόγο του θρόνου, όταν ανέλαβε το 1936 
η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Δεμερτζή





Ο απολογισμός

Η αβασίλευτη δεν φάνηκε να κινδυνεύει κατά τη διάρκεια της βενιζελικής τετραετίας. Αν και τείνει να ταυτίζεται με επανειλημμένες στρατιωτικές επεμβάσεις, δηλαδή με την αδυναμία του κοινοβουλευτικού συστήματος να επιβάλει πολιτικό έλεγχο στον Στρατό -πιο σημαντικό παράδειγμα εκτροπής η δικτατορία του Παγκάλου το 1925-26- ο απολογισμός της δημοκρατίας δεν ήταν αμελητέος: Η οικουμενική κυβέρνηση που ακολούθησε τη δικτατορία του Παγκάλου πέτυχε τη νομισματική σταθεροποίηση με τη συνεργασία της Κοινωνίας των Εθνών και χρηματοδότησε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, ενώ ο Βενιζέλος ομαλοποίησε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις το 1930 αφού προηγουμένως είχε αποκαταστήσει ομαλές έως φιλικές σχέσεις με το σύνολο των Μεγάλων Δυνάμεων, αξιοποιώντας την ειρηνική φάση του Μεσοπολέμου από το 1923 έως το 1933, οπότε άρχισε να γίνεται αισθητή η πίεση στο διεθνές σύστημα από την άνοδο των αναθεωρητικών δυνάμεων. Το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργούσε μετά τη δικτατορία Παγκάλου, είχε μάλιστα αποδειχθεί ικανό για συνεργασίες μάλλον πρωτοφανείς, όπως η οικουμενική κυβέρνηση, αλλά και για σχήματα υπό την ηγεμονία ενός ασυνήθιστα ισχυρού πολιτικού όπως ο Βενιζέλος.



*Ο Γεώργιος ως Διάδοχος, στην πόλεμο της Μικράς Ασίας




Πολιτικοί και στρατιωτικοί «ελιγμοί»

Αυτό που δεν επέλυσε έως το 1932 η αβασίλευτη δημοκρατία ήταν το στρατιωτικό ζήτημα και η αποτυχία αυτή αντανακλούσε με τη σειρά της την έλλειψη μιας θεμελιώδους συμφωνίας για τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Ο Βενιζέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί άμοιρος ευθύνης για μια πορεία που άρχισε το 1932 και οδήγησε τελικά στην παλινόρθωση. Ο Κρητικός πολιτικός, διαπιστώνοντας ότι η οικονομική κρίση του 1931 είχε περιορίσει τις εκλογικές προοπτικές του, διεξήγαγε τις εκλογές του 1932 με τρόπο πολωτικό παραπέμποντας στον εθνικό διχασμό του 1915 και επισείοντας τον κίνδυνο παλινόρθωσης. Το αποτέλεσμα των εκλογών, χωρίς να τον δικαιώσει, οπωσδήποτε δεν συνιστούσε πλήρη επικράτηση των αντιβενιζελικών.
Ο Βενιζέλος αξιοποίησε τον στρατιωτικό παράγοντα κατά τρόπο αντικοινοβουλευτικό και υποχρέωσε το Λαϊκό Κόμμα σε δημόσια αναγνώριση της αβασίλευτης δημοκρατίας ως προϋπόθεση για να επιτραπεί στον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος να σχηματίσει κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αυτή ήταν βραχύβια, καθώς ο Βενιζέλος την ανέτρεψε για να προκαλέσει νέες εκλογές τον Μάρτιο του 1933 τις οποίες, παρά τις προσδοκίες του, έχασε και αυτή τη φορά, αλλά σαφώς αφού το πλειοψηφικό σύστημα παρήγαγε σαφή αντιβενιζελική πλειοψηφία με κορμό το Λαϊκό Κόμμα και ελάσσονες εταίρους τον πρώην βενιζελικό στρατηγό Κονδύλη και τον Μεταξά. Ευθύς αμέσως ένας φαύλος κύκλος πολιτικής σύγκρουσης εξουδετέρωσε, σε διάστημα δυόμισι χρόνων, τις μετριοπαθείς δυνάμεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν την αβασίλευτη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό.



*Η δίκη των πραξικοπηματιών του 1938. Δεξιά με τα πολιτικά ο Στέφανος Σαράφης




Πραξικόπημα Πλαστήρα

Το βράδυ των εκλογών ο απόστρατος στρατηγός Πλαστήρας, χωρίς να παρεμποδιστεί από τον Βενιζέλο, επιχείρησε πραξικόπημα επικαλούμενος κίνδυνο για τη δημοκρατία από τη νίκη του αντιβενιζελισμού. Το πραξικόπημα απέτυχε αλλά τα ερωτήματα για τον Βενιζέλο παρέμειναν. Στις 6 Ιουνίου ο Κρητικός πολιτικός έγινε θύμα δολοφονικής απόπειρας στην οποία βρέθηκαν αναμεμειγμένα στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας προσκείμενα στους αντιβενιζελικούς αλλά όχι στον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Εφεξής ο Βενιζέλος θα αναζητούσε βίαιες λύσεις ανατροπής της αντιβενιζελικής κυβέρνησης. Ο Στρατός παρέμενε στη μεγάλη πλειοψηφία του προσκείμενος στον βενιζελισμό αλλά ταυτόχρονα ήταν ανήσυχος από την πιθανότητα ανατροπής της εσωτερικής του ισορροπίας, ιδίως αφού ο Κονδύλης, προερχόμενος από τον βενιζελισμό, ήταν πλέον σύμμαχος των Λαϊκών. Το φθινόπωρο του 1934 ο Βενιζέλος απέτυχε να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας και συνειδητοποίησε ότι οι πολιτικές δυνατότητές του ήταν περιορισμένες καθώς ήταν πιθανό να απολέσει και τον έλεγχο του δεύτερου νομοθετικού σώματος, της Γερουσίας, την άνοιξη του 1935.





*O Κονδύλης, που ανέτρεψε τον Παναγή Τσαλδάρη

Ο Κονδύλης ανατρέπει τον Παναγή Τσαλδάρη

Το στρατιωτικό κίνημα που εξερράγη με την έγκριση του Βενιζέλου την 1η Μαρτίου 1935 ισχυριζόταν ότι απέβλεπε στην προστασία της δημοκρατίας από τον κίνδυνο της παλινόρθωσης. Στην πραγματικότητα ο κίνδυνος αυτός ήταν μάλλον ανύπαρκτος. Ο Βενιζέλος επεδίωκε να εγκαταστήσει ένα νέο καθεστώς με ενισχυμένη εκτελεστική εξουσία, το οποίο θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την οικονομική και κοινωνική κρίση του Μεσοπολέμου για τη διαχείριση της οποίας πίστευε ότι ήταν ακατάλληλος ο κοινοβουλευτισμός. Επρόκειτο για μια αντίληψη που κέρδιζε έδαφος στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής εντός της οποίας όμως ανταγωνίζονταν διάφοροι παράγοντες για την επιβολή της. Το κίνημα της 1ης Μαρτίου απέβλεπε επίσης στην προστασία ενός συσχετισμού πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων που ήταν πλέον παρωχημένος και η αποτυχία έθεσε σε κίνηση τη διαδικασία προς το αποτέλεσμα το οποίο υποτίθεται ότι επεδίωκε να αποτρέψει.
Ως συνέπεια της αποτυχίας του κινήματος ο βενιζελισμός έχασε τα ερείσματά του στον στρατό με την απόταξη περίπου 1.500 αξιωματικών. Επρόκειτο για την εκκίνηση της ίδιας διαδικασίας που είχε οδηγήσει στην επιβολή της αβασίλευτης δημοκρατίας το 1923. Ακολούθησε η απόφαση των βενιζελικών να απόσχουν από τις εκλογές για συντακτική συνέλευση του Ιουνίου του 1935. Επρόκειτο για προφανές σφάλμα καθώς μια μειοψηφία βενιζελικών θα μπορούσε να συνεργαστεί με μια πλειοψηφία μετριοπαθών αντιβενιζελικών και να αποτρέψουν την πορεία προς την παλινόρθωση. Ο Παναγής Τσαλδάρης και μια ισχυρή μερίδα Λαϊκών δεν έβλεπε πλέον κάποιο πιεστικό λόγο για την παλινόρθωση καθώς το κόμμα είχε και δεν είχε ιδιαίτερη ανάγκη, από θεσμική ή συμβολική άποψη, τη μοναρχία. Τα πενιχρά ποσοστά του Μεταξά, που τώρα υποστήριζε την παλινόρθωση, στις εκλογές έδειξαν επίσης ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερο ρεύμα υπέρ της μοναρχίας. Την υποστήριξή της ανέλαβε όμως ο Κονδύλης ο οποίος, αφελώς, όπως έδειξαν οι εξελίξεις, θεωρούσε την παλινόρθωση ως ιδανικό συμβολικό προκάλυμμα για την επιβολή μιας προσωποπαγούς δικτατορίας. Διαθέτοντας ερείσματα στις ένοπλες δυνάμεις αλλά όχι και στη συντακτική συνέλευση ανέτρεψε τελικά με πραξικόπημα τον Τσαλδάρη και με την παρουσία μόλις 82 πληρεξουσίων, σύνολο 300, επανέφερε τη μοναρχία. Ενα προφανώς διαβλητό δημοψήφισμα επρόκειτο να επικυρώσει την παλινόρθωση στις 3 Νοεμβρίου. Ο Γεώργιος Β΄ επανήλθε στην Ελλάδα στις 25 Νοεμβρίου. Αν και αποδεχόμενος την παραίτηση του Κονδύλη και οδηγώντας τη χώρα σε αδιάβλητες εκλογές, έδειξε ότι επεδίωξε τη γεφύρωση του χάσματος και την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, η συμφιλιωτική πολιτική του είχε σαφή όρια: Ανήσυχος από την προοπτική επανόδου στον στρατό βενιζελικών αξιωματικών αλλά και από κοινωνικές κινητοποιήσεις, θα αναζητούσε τη σταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης στη δικτατορία, μια φόρμουλα ευρέως χρησιμοποιούμενη στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου.


* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.


*Τα γραμματόσημα που εκδόθηκαν για να γιορτασθεί η Παλινόρθωση της Μοναρχίας





*Το πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη


--------------------------------------------------------------------------------

  • Βλέπε και σχετικό άρθρο μου στο blog  αυτό,                       στις 15 Ιανουαρίου 2010,                                                                         για τα Κινήματα του Μεσοπολέμου και το θάνατο της Δημοκρατίας
------------------------------------------------------



Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΓΟΝΑΤΑ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

*Το Δημαρχείο της Αδριανούπολης


 *Έδρασε το 1907- 1908,  στην Αδριανούπολη .
 Με το ψευδώνυμο Στέργιος Γρηγορίου, 
οργάνωνε τον Ελληνισμό της Θράκης. 


Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης



          Το Έπος του Θρακικού Αγώνα, στις απαρχές του 20ου αιώνα, παρέμεινε άγνωστο, κυριολεκτικά στη σκιά του Μακεδονικού Αγώνα, τον οποίο καθαγίασε η θυσία του Παύλου Μελά, αλλά και η πολυάριθμη συμμετοχή αγωνιστών από την ελεύθερη και την υπόδουλη Ελλάδα.
          Ωστόσο και ο Θρακικός Αγώνας, είχε τις μεγάλες στιγμές του, αλλά και τις μεγάλες προσωπικότητες που εργάσθηκαν γι’ αυτόν.
          Το ιστορικό πλαίσιο, είναι γνωστό. Το Βουλγαρικό κράτος, μετά την τόσο άδικη και αιφνιδιαστική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1880, άρχισε ένα φοβερό εξοντωτικό αγώνα κατά του Ελληνικού στοιχείου στη Βόρεια Ελλάδα γενικότερα, προωθώντας τις επεκτατικές του τάσεις. Ένας αιματηρός αγώνας, που κράτησε χρόνια, αλλά άρχισε να κορυφώνεται μετά την γνωστή βουλγαρική επανάσταση του Ίλιντεν το 1904. Η επανάσταση αυτή έβαλε ουσιαστικά τις βάσεις, για να αρχίσει ο ένοπλος αγώνας των κομιτατζήδων, με απώτερο στόχο την προσάρτηση εδαφών της Μακεδονίας και της Θράκης και την έξοδό τους στο Αιγαίο.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟΝ ΣΑΡΚΑΣΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ Γ. ΣΟΥΡΗ

Η φίλη Ελένη Καλλιανέζου, αρχαιολόγος και συγγραφέας, που διαμένει στη Δανία, και διατηρεί το εξαιρετικό ιστολόγιο το  http://asteroessa.blogspot.com μου έστειλε και άλλο χαρακτηριστικό ποίημα του μεγάλου Γεωργίου Σουρή, τον... κ. Πετσωματά!!! Λαμόγιο εποχής δηλαδή... Η ιστορία των λαμογιών στη Ελλάδα, κάνει κύκλους. Χαρείτε το, γιατί αξίζει. Και μην ξεχάστε να επισκεφθείτε το ιστολόγιο της Ελένης.

Ο κύριος Πετσωματάς, οπλαρχηγός ειρήνης,
στον τελευταίον πόλεμον χαλάσας τρεις καπότες,
φαγών ολίγα χρήματα της Εθνικής Αμύνης,
προ πάντων δε διακριθείς εις το σουφρώνειν κότες,
στους καφενέδες σκυθρωπός και μόνος επλανάτο,
και στα τραπέζια κάποτε ησύχως εκοιμάτο.

Και τότε ωνειρεύετο υπό πλατάνους δείπνα
με κότες δούλων αδελφών, με δάφνας και μυρσίνας,
αλλ΄ όταν εκ του ευτυχούς ληθάργου του εξύπνα,
μετά δακρύων έβλεπε πως είναι εις Αθήνας.
Και δίδων πέντε φάσκελα το έθνος κατηράτο,
και πάλιν εξεθύμωνε και πάλιν εκοιμάτο.

Εδίψα μάχας κι αίματα της εποχής εκείνης,
αλλά το έθνος δυστυχώς μετά μακρούς πολέμους
ετρύγα τους γλυκείς καρπούς της ποθητής ειρήνης,
μοιραίως πελαγοδρομούν στους τέσσαρας ανέμους.
Κι εκείνος εκινδύνευε της πείνας ν΄ αποθάνει,
κι εσκέπτετο νυχθημερόν τι διάβολο να κάνει.

Αλλ΄ ο Θεός, ο πώποτε πεινώντα μη αφίνων
ουδέ αυτά τα πετεινά, ως λέγουν, τ΄ ουρανού,
προ πάντων δε οιστρηλατών τους κλέπτας των Ελλήνων,
και του πτωχου Πετσωματά εφώτισε τον νου·
κι ως μόνην του ενέπνευσε παρήγορον ελπίδα
να βάλει κάλπην βουλευτού κι εκείνος στην πατρίδα.

Αυτό το πράγμα δύσκολον πολύ δεν του εφάνη…
εις την πατρίδα έχαιρεν υπόληψιν μεγάλην,
καθόσον ήτο γέννημα ενός αρχιτσοπάνη,
διακριθέντος άλλοτε στην Τουρκομάχον πάλην.
Αλλά κι αυτός ο ίδιος μετά τοσούτον χρόνον
συνέχισε τα τρόπαια των πατρικών αγώνων.

Λοιπόν;… της Κυβερνήσεως λαβών την συνδρομήν,
τα έξοδα της κάλπης του κι ολίγας παραινέσεις,
απήλθεν εις την πάτριον αναύλως προς τιμήν,
εις όλους υποσχόμενος διορισμούς και θέσεις.
Κι επέτυχεν;… επέτυχε και πρώτος παρ΄ ελπίδα,
και κάθε φίλος έβγαλε γι΄ αυτόν εφημερίδα.

Και από τότε δέχεται, χωρίς να δίδει, δώρα,
ελέγχει αδυσώπητος των υπουργών τας πράξεις,
φορεί και γάντια κάποτε και πάντοτε ως τώρα
εις της συμπολιτεύσεως ευρίσκεται τας τάξεις.
Και όταν πατριώτη του κανένα διορίζει,
το ήμισυ τουλάχιστον εκ του μισθού κερδίζει.

Ουδέ στο βήμα ομιλεί, αλλ΄ ούτ΄ ιδιαιτέρως,
και μόνον όταν πρόκειται γερόν να πέσει ξύλον,
τότε σηκώνετ΄ εν σπουδή κι ευθύς λαμβάνει μέρος,
διά τα δικαιώματα μαχόμενος των φίλων.
Εις πάσαν άλλην ήρεμον περίστασιν χαζεύει,
κι ηδυπαθώς τους ρώθωνας της μύτης του θωπεύει.

Κι εις τους χορούς του Παλατιού ως βουλευτής πηγαίνει,
αλλά τας συνηθείας του δεν λησμονεί τας πρώτας,
και πάντοτε του Παλατιού την σκάλαν κατεβαινει
μ΄ ολίγα κρύα λείψανα καλοψημένης κότας.
Τοιούτος αντιπρόσωπος πολύτιμος εφάνη
ο κύριος Πετσωματάς ο γόνος του τσοπάνη.-


Ό μεθερμηνευόμενον εστί "Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου!"

Να 'σαι καλά! Μεγάλη μορφή ο Σουρής. Αυτός και ο Μποστ είναι οι θεοί της Νεοελληνικής πολιτικής σάτιρας.
























Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΡΚΑΣΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ Γ. ΣΟΥΡΗ.


*Η κεφαλίδα με τον τίτλο της ιστορικής εφημερίδας

        Η χώρα, εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αλλά και της ενδογενούς παθογένειάς της, στις δομές της οικονομίας και της διοίκησης, περνάει δύσκολες ώρες. Οι πολίτες αγωνιούν, αφού καλούνται αυτοί να σηκώσουν το βάρος μιας συνολικής αποτυχίας του πολιτικού συστήματος. Και να πληρώσουν σκληρά, αυτοί που δεν οφείλουν. Αλλά τα φαινόμενα αυτά τα έχει ξαναζήσει η Ελλάς. Δυστυχώς τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα.



*Ο ποιητής Γεώργιος Σουρής

          Κάποτε λοιπόν ο Γεώργιος Σουρής, η καλύτερη σατιρική και σαρκαστική νεοελληνική πέννα, είχα γράψει στην έμμετρη εφημερίδα του, τον ΡΩΜΗΟ:


"Ελλάς, Πατρίς μεγάλη
ποιος ήμπορεί να ψάλη,
το τωρινό σου χάλι?
Πολλά τα ξαφνικά σου
κρώζουν για σε κοράκια
και τρων' τα σωθικά σου
λογής λογής σαράκια".


Αναλογισθείτε... Τι άλλαξε από τότε? Ίσως η δραχμούλα έγινε ευρώ, αλλά τα κοράκια συνέχισαν να τρώνε το είναι της Πατρίδας....
Δημοσίευση ανάρτησης
Π.Σ.Α.





Το Σύμφωνο Βαλκανικής Συνεννόησης του 1934


Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_21/02/2010_391632








*Η εφημερίδα "Πρωΐα" με την υπογραφή του Συμφώνου




 Η συμφωνία που υπέγραψαν Ελλάδα, 
Τουρκία, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία

συνάντησε έντονες αντιδράσεις 
στη χώρα μας, 76 χρόνια πριν



Επιμέλεια: Στέφανος Xελιδόνης


Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η διασφάλιση των ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας, η οποία εκινείτο με γοργούς ρυθμούς προς την εσωτερική ανασυγκρότηση και τη βιομηχανική ανάπτυξη, απαιτούσε ευέλικτες και άμεσες διπλωματικές μεθοδεύσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του '30, η οικονομική κρίση στην Ευρώπη οδήγησε σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των βαλκανικών χωρών και σε προστατευτισμό. Η δυνατότητα Βαλκανικής Συνομοσπονδίας εξετάστηκε σε μια σειρά συνδιασκέψεων. Η Ελλάδα εξαρχής βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας, που παράλληλο στόχο είχε τη διαμόρφωση συστήματος διαβαλκανικής συλλογικής ασφάλειας ως βιώσιμη λύση του προβλήματος της σταδιακής αποσταθεροποίησης του ευρωπαϊκού συστήματος. Στις 9 Φεβρουαρίου 1934, Ελλάδα, Τουρκία, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία υπέγραψαν στην Αθήνα το Σύμφωνο Βαλκανικής Συνεννόησης, με άξονες την κατοχύρωση ειρήνης στα Βαλκάνια, τη διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος και τον σεβασμό στις αρχές διεθνούς νομιμότητας. Παρ' όλο που η αναθεωρητική Βουλγαρία αρνήθηκε να συμμετάσχει και η Αλβανία ήταν δεμένη στο άρμα της Ιταλίας, προσκλήθηκαν να προσχωρήσουν εν ευθέτω χρόνω. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αρχηγός τότε της αντιπολίτευσης, αντιτάχθηκε στο γενικό πνεύμα του συμφώνου, θεωρώντας πως η Ελλάδα κινδύνευε να εμπλακεί σε ευρύτερες διεθνείς διενέξεις. Η ανάδυση κεντρόφυγων δυνάμεων στους συμβαλλομένους διέβρωσε από νωρίς τις δυνατότητες αποδοχής και παγίωσης των συμφωνηθέντων. Με την επιδείνωση του κλίματος από το 1936, η βαλκανική Αντάντ άρχισε να καταρρέει, αποκαλύπτοντας τα σαθρά πολιτικά θεμέλια της ενδοβαλκανικής συνεργασίας και ενότητας. Αυτό υπογραμμίστηκε από την ένταξη των βαλκανικών χωρών σε διαφορετικά στρατόπεδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.



*Τα Βαλκάνια









Σταθμός στην ιστορία 
των κρατών της περιοχής

Της Αρετής Tούντα-Φεργάδη*


Το Τετραμερές Βαλκανικό Σύμφωνο, της 9ης Φεβρουαρίου 1934 (Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Τουρκία, Ρουμανία), καρπός πρωτοβουλίας του Ρουμάνου υπουργού Εξωτερικών Νικολάε Τιτουλέσκο, εξέφραζε πρωτίστως την επιθυμία των συμβαλλομένων Δυνάμεων για ενδυνάμωση και ενίσχυση της ασφάλειάς τους, ενόψει των δυσοίωνων μηνυμάτων, που έρχονταν από την Ευρώπη μετά την άνοδο του Χίτλερ στην πολιτική σκηνή της Γερμανίας (Ιανουάριος 1933) και της μαξιμαλιστικής πολιτικής του Μουσολίνι, ο οποίος προσπαθούσε να ποδηγετήσει τον λαό του με το όραμα της αναβίωσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.




*Ο Νικολάε Τιτουλέσκο


Στο Σύμφωνο δεν συμμετείχαν η Βουλγαρία και η Αλβανία. Βάσει, όμως, του τρίτου άρθρου του, παρέμενε εμμέσως ανοιχτό στην προσχώρησή τους. Λόγοι, που ανάγονταν στη σφαίρα της εσωτερικής και, κυρίως, της εξωτερικής πολιτικής είχαν υπαγορεύσει στην αναθεωρητική Βουλγαρία την αρνητική της θέση. Η εξάρτησή της από την Ιταλία, η οποία, μαζί με τη Γερμανία, ασκούσαν άμεση επιρροή, οικονομική και πολιτική, στον γενικότερο βαλκανικό χώρο, αλλά και η μετατροπή της Αλβανίας σε ιταλικό προτεκτοράτο μετά τη δεύτερη Συμφωνία των Τιράνων (1927), είχαν παρεμποδίσει την καθολική συμμετοχή των χωρών της Χερσονήσου του Αίμου στο αποκληθέν και Σύμφωνο «αυτοκτονίας».
Το Σύμφωνο της Βαλκανικής Συνεννόησης έχει αποτελέσει σταθμό στην ιστορία των κρατών της Χερσονήσου. Δεν έγινε, όμως, ευμενώς αποδεκτό από τους αρχηγούς των κομμάτων, που εκπροσωπούσαν τον ελληνικό λαό. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο κύριος εκφραστής της αντιπολιτευτικής παράταξης, αντέδρασε σθεναρώς. Θιασώτης των διμερών συμφώνων, υποστήριξε πως δεν εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους επιδιωκόμενους από τις Βαλκανικές Διασκέψεις. Το χαρακτήρισε «στρατιωτική[…] συμμαχία[…]», διασφαλίζουσα πρωτίστως τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία, δεσμευόμενες ήδη από διμερή συνθήκη Αμυντικής Συμμαχίας. Η συγκεκριμένη Συνθήκη αποτελούσε ένα από τα διεθνή κείμενα, επί των οποίων είχε θεμελιωθεί το οικοδόμημα της Μικρής Αντάντ, όπου συμμετείχε και η Τσεχοσλοβακία και στόχευε στην προστασία των συμβαλλομένων μερών από τον ουγγρικό αναθεωρητισμό. Ελλάδα δε και Τουρκία συνδέονταν, εκτός των Συμφώνων του 1930, και με το Εγγυητικό Σύμφωνο, της 14ης Σεπτεμβρίου 1933.
Αμεση απαίτησή του ήταν η σύγκληση σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών, ώστε να συζητηθούν διεξοδικώς όλες οι παράμετροι της κυβερνητικής πρωτοβουλίας επί της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία είχε οδηγήσει στη σύναψη του Συμφώνου και στην ανάληψη έκτακτων στρατιωτικών υποχρεώσεων εκ μέρους της χώρας.
Η σύσκεψη πραγματοποιήθηκε «κεκλεισμένων των θυρών», στις 28 Φεβρουαρίου, και αποφασίστηκε, κατά τη διάρκεια της κυρωτικής διαδικασίας του Συμφώνου από τα νομοθετικά σώματα και ιδίως από τη Γερουσία, όπου ο Βενιζέλος διέθετε την πλειοψηφία, η κυβέρνηση να προβεί σε διευκρινίσεις. Ετσι, όταν το Σύμφωνο συζητήθηκε στην Εθνοσυνέλευση, ο υπουργός Εξωτερικών Δημήτριος Μάξιμος εξήγησε ότι το άρθρο 1 αφορούσε στην εγγύηση των ενδοβαλκανικών συνόρων των συμβαλλομένων σ’ αυτό μερών. Ωστόσο, απαντώντας αργότερα σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικές με το εάν η ερμηνευτική δήλωση της κυβέρνησης ανέτρεπε το άρθρο 3 του Μυστικού Πρωτοκόλλου, προσηρτημένου στο Βαλκανικό Σύμφωνο, απάντησε πως: «το τοιούτο δεν είναι ακριβές. […] Η κυβέρνησις, άλλωστε, δεν θα προέβαινεν εις την δήλωσιν, εάν δι’ αυτής επρόκειτο ν’ ανατραπούν διατάξεις του συμφώνου».




*Ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Πίνακας του Γ. Γουναρόπουλου. Πινακοθήκη Ευάγγελου Αβέρωφ, Μέτσοβο



Οι αντιρρήσεις του Ελ. Βενιζέλου

Ενοχλημένος ο Βενιζέλος από τις δηλώσεις του Μάξιμου και, πιστεύοντας πως είχε ύψιστη υποχρέωση να διαφωτίσει την κοινή γνώμη επί των πεπραγμένων της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη, δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» οκτώ άρθρα, από τις 11 έως τις 18 Απριλίου 1934. Με καυστικό πνεύμα, επιχειρώντας αναδρομές στο ιστορικό παρελθόν, αναλύοντας τις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας με τα γειτονικά της κράτη, ανάγοντας αυτές και στην εξωτερική πολιτική της «χρυσής Τετραετίας» του, με διορατικότητα που ξαφνιάζει, περιγράφοντας ως πιθανά, σενάρια επαληθευθέντα στην πορεία της Ιστορίας, εικονογραφεί την ενδοβαλκανική και εξωβαλκανική πραγματικότητα. Στα άρθρα του, επιχειρούσε να αντικρούσει ένα προς ένα τα σημεία εκείνα, τα οποία η κυβέρνηση είχε επικαλεστεί, για να δικαιολογήσει την εσπευσμένη υπογραφή του Συμφώνου. Οι αντιρρήσεις του αρθρώνονταν γύρω από τρεις κύριους άξονες: την έννοια του άρθρου 3 του Μυστικού Πρωτοκόλλου, την πιθανολογούμενη προσέγγιση Γιουγκοσλαβίας - Βουλγαρίας και τη συνακόλουθη στρατιωτική σύμπραξή τους εναντίον της Ελλάδας, τη φημολογούμενη αναθεώρηση της Συνθήκης Ειρήνης του Νεϊγύ, επακόλουθο της οποίας θα ήταν η ποθούμενη από τη βουλγαρική ηγεσία παραχώρηση εδαφικής διεξόδου στη χώρα της προς το Αιγαίο, μέσω Αλεξανδρούπολης.
Ως προς το άρθρο 3 του Μυστικού Πρωτοκόλλου, υποστήριζε πως σε περίπτωση κατά την οποία εξωβαλκανική δύναμη διενεργούσε επίθεση εναντίον χώρας, μέλους του Βαλκανικού Συμφώνου, τότε τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη δεν υποχρεούντο να προστρέξουν και να το υποστηρίξουν ενόπλως. Εάν, όμως, είτε ταυτοχρόνως, είτε σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, βαλκανική δύναμη διενεργούσε επίθεση εναντίον του ίδιου συμβαλλόμενου, τότε θα ίσχυε το Σύμφωνο ως προς αυτό το βαλκανικό κράτος.


Κίνδυνος εμπλοκής της Ελλάδας σε πόλεμο

Η αντίρρηση του Βενιζέλου και των άλλων πολιτικών, του Μιχαλακόπουλου, του Καφαντάρη, του Μεταξά, έγκειτο στο ότι σε περίπτωση κατά την οποία η Ιταλία επετίθετο κατά της Γιουγκοσλαβίας και η Αλβανία την ακολουθούσε, τότε η Ελλάδα και οι υπόλοιπες συμμετέχουσες στο Σύμφωνο Δυνάμεις, θα ήταν υποχρεωμένες να επιτεθούν εναντίον της τελευταίας. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας θα ήταν η άμεση πολεμική εμπλοκή Ελλάδας - Ιταλίας και η συνακόλουθη διάρρηξη των σχέσεών τους: διότι η Ελλάδα θα παραβίαζε, στην ουσία, το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο Φιλίας, Συνδιαλλαγής και Δικαστικού Διακανονισμού (Σεπτέμβριος 1928), ερχόμενη ταυτοχρόνως αντιμέτωπη με μια Μεγάλη Μεσογειακή Δύναμη. Επιπλέον, πιθανότατα, η ενέργεια αυτή θα καθιστούσε ανενεργό το ίδιο το Σύμφωνο, ή θα το αποδυνάμωνε αποστερώντας τη δυνατότητα εισόδου σ’ αυτό της Αλβανίας. Σε περίπτωση δε κατά την οποία η Σοβιετική Ενωση διενεργούσε επίθεση εναντίον της Ρουμανίας θα εμπλεκόταν η Τουρκία.
Η κυβέρνηση είχε επικαλεστεί και τον κίνδυνο που διέτρεχε η Ελλάδα από τη φημολογούμενη ένωση των Νοτιοσλάβων, συμπεριλαμβανομένων και των Βουλγάρων, και την ίδρυση ενός Ομοσπονδιακού κράτους. Ο Βενιζέλος πίστευε πως οι διχοστασίες, που ενυπήρχαν στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Γιουγκοσλαβίας, απέκλειαν αυτό το ενδεχόμενο. Η υποστηριζόμενη δε, ως πιθανή, προσέγγιση Βουλγαρίας - Γιουγκοσλαβίας και η εξ αυτής απειλή της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας ήταν αβάσιμη. Ισως το μεγαλύτερο επιχείρημα της αντίρρησής του να έγκειτο στα όσα είχε επικαλεστεί και ο Μεταξάς κατά τη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, σύμφωνα με τα οποία τυχόν συναίνεση των Βουλγάρων στην κατοχή της Θεσσαλονίκης από τους Γιουγκοσλάβους θα μεταφραζόταν στην εγκατάλειψη των εδαφικών τους διεκδικήσεων επί της ελληνικής Μακεδονίας. Η διατήρηση, εξάλλου, της ελληνικής κυριαρχίας επί της Θεσσαλονίκης, υπαγορευόταν από λόγους αναγόμενους στη σφαίρα της γενικότερης βαλκανικής ισορροπίας. Παράλληλα, η διατήρηση της ελληνικής κυριαρχίας στη Δυτική Θράκη διασφαλιζόταν από το ελληνοτουρκικό Σύμφωνο του Σεπτεμβρίου 1933, το οποίο είχε υπογράψει η κυβέρνηση Τσαλδάρη. Το ισχυρότερο δε επιχείρημά του εναντίον της άποψης για πιθανή αναθεώρηση της Συνθήκης του Νεϊγύ και εδαφική έξοδο της Βουλγαρίας προς το Αιγαίο στηριζόταν στο γεγονός ότι αναθεώρησή της, μέσω της οποίας θα μετατρεπόταν η προβλεπόμενη από αυτή «οικονομική» διέξοδος, σε «εδαφική» παραχώρηση, δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με απόφαση της Συνέλευσης της ΚτΕ· απαιτείτο και η συναίνεση της Ελλάδας, η οποία ήταν η άμεσα ενδιαφερόμενη.
Η ιστορική εξέλιξη επιβεβαίωσε αρκετές από τις προβλέψεις του Βενιζέλου. Απόδειξη συνιστούν τα όσα ανέφερε σχετικά με την Ιταλία: «Και πώς εφαντάσθη η Κυβέρνησις, ότι ο Ελληνικός λαός, καλούμενος […] να επιστρατευθή, δια να εκστρατεύση έξω των συνόρων μας, προς υπεράσπισιν της γιουγκοσλαβικής ακεραιότητος, θα προσέλθη προθύμως […] όταν εν τω μεταξύ η Ιταλία θα μας έχη κοινοποιήση το τελεσίγραφόν της, θ’ αρχίση να καταλαμβάνη τας νήσους μας, με πρώτην την Κέρκυραν, και θα έχη αποκλείση με τον στόλον της τον Σαρωνικόν και τον Θερμαϊκόν κόλπον».

* Η κ. Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Διπλωματικής Ιστορίας και διευθύντρια του τομέα Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πάντειου Πανεπιστημίου.








Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

ΣΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΟΧΗ Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Ιστορία δύο αιώνων 
στην οθόνη του υπολογιστή σας



Πρόσβαση στην ιστορία της Ελλάδας, με μία μόνο κίνηση στον υπολογιστή τους, από το σπίτι ή το γραφείο τους, αποκτούν όλοι οι πολίτες μέσω της νέας Ψηφιακής Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων
Η Βιβλιοθήκη της Βουλής, που περιλαμβάνει μια από τις μεγαλύτερες συλλογές έντυπου υλικού στη χώρα μας, εκσυγχρονίζεται και υιοθετεί τη σύγχρονη τεχνολογία.
Μέσα από την ηλεκτρονική διεύθυνση http://catalog.parliament.gr, οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να κάνουν απλές και συνδυαστικές αναζητήσεις στις συλλογές εντύπων και μικροταινιών, να εντοπίσουν τη βιβλιογραφία που χρειάζονται και να ενημερωθούν για την κυκλοφορία των νέων ελληνικών τίτλων και των ξενόγλωσσων εκδόσεων που διαθέτει η Βουλή των Ελλήνων.
Στην παρούσα φάση, έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού το περιεχόμενο 3.000 τίτλων εφημερίδων και περιοδικών του 19ου και 20ου αιώνα, ενώ παρέχεται η δυνατότητα στους χρήστες να διαβάσουν σελίδες εντύπων που εκδίδονταν έως το 1940. Πρόκειται για εφημερίδες υψηλής κυκλοφορίας των μεγάλων αστικών κέντρων, αλλά και εφημερίδες τοπικές, μικρότερης εμβέλειας, που αποτυπώνουν, όμως, όψεις των κοινωνιών της Ελλάδας και της ομογένειας. Από τα αναρτημένα φύλλα, ενδεικτικά αναφέρονται: ο Αιών, η Αθηνά, το Άστυ, η Παλιγγενεσία, η Πανδώρα (του 19ου αιώνα), και η Ακρόπολη, η Ελευθερία, το Ελεύθερο Βήμα (του 20ουαιώνα). 
Στο ψηφιακό υλικό από το 1940 και μετά οι ενδιαφερόμενοι μπορούν, προς το παρόν, να έχουν πρόσβαση επισκεπτόμενοι τον χώρο της Βιβλιοθήκης της Βουλής.
Αξιοποιώντας το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Κοινωνία της Πληροφορίας» (έργο «Τεκμηρίωση, Αξιοποίηση και Ανάδειξη των Συλλογών της Βιβλιοθήκης της Βουλής»), η Βιβλιοθήκη έχει ψηφιοποιήσει περισσότερες από 15.000 μικροταινίες (από τις συνολικά 21.000 της συλλογής) που αντιστοιχούν σε οκτώ εκατομμύρια ψηφιακά τεκμήρια, καθώς και περισσότερα από 3.000 σπάνια χειρόγραφα και έντυπα.

Πώς έγινε η ψηφιοποίηση

Η διαδικασία ψηφιοποίησης, που πραγματοποιήθηκε σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους στις εγκαταστάσεις της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων στο παλαιό Καπνεργοστάσιο, παρουσίασε ιδιαίτερες προκλήσεις, καθώς η πλειοψηφία του προς ψηφιοποίηση υλικού ήταν σε μορφή μικροφίλμ. Χρησιμοποιήθηκαν ειδικοί σαρωτές τελευταίας τεχνολογίας προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα του υλικού και να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή ποιότητα του τελικού ψηφιακού προϊόντος. Εφαρμόστηκαν διαδικασίες ελέγχου ποιότητας των παραγόμενων ψηφιακών τεκμηρίων, βασισμένες σε διεθνή πρότυπα. Τα ψηφιακά τεκμήρια υδατοσημάνθηκαν με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού, για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων του υλικού και πλέον είναι διαθέσιμα για ανάγνωση και αναπαραγωγή από οποιοδήποτε σημείο.

Η ιστορία και η δράση της Βιβλιοθήκης της Βουλής

Σχεδόν δύο αιώνες δράσης καλύπτει μέχρι σήμερα η Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Ιδρύθηκε το 1844, από την πρώτη Βουλή που συνήλθε αφού τέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1844.
Η Βιβλιοθήκη της Βουλής είναι γενική βιβλιοθήκη, ανοιχτή στο κοινό, με κύρια όμως αποστολή την υποστήριξη των βουλευτών στο κοινοβουλευτικό τους έργο. Μεταξύ των επισκεπτών της συγκαταλέγονται καθηγητές πανεπιστημίου, Έλληνες και ξένοι ερευνητές, δημοσιογράφοι και πολλοί φοιτητές πολιτικών, οικονομικών και κλασικών επιστημών οι οποίοι ενδιαφέρονται για τις πλούσιες συλλογές της που περιλαμβάνουν βιβλία, περιοδικά και  εφημερίδες, ιστορικά έγγραφα, χάρτες και χαρακτικά.
Οι συλλογές της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνουν:
Ø  600.000 τόμους βιβλίων και φυλλαδίων που αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες συλλογές έντυπου υλικού στην Ελλάδα, στην οποία κάθε χρόνο προστίθενται 4.000 ελληνικοί τίτλοι και περίπου 1.000 ξενόγλωσσοι
Ø  12.000 τόμους σπάνιων και πολύτιμων εκδόσεων
Ø  600 χειρόγραφα
Ø  5.000 χάρτες
Ø  πλήρη σειρά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, της Εφημερίδος των Συζητήσεων της Βουλής  και των Πρακτικών της Βουλής και της Γερουσίας
Ø  100.000 τόμους εφημερίδων και περιοδικών, μια πλουσιότατη και ιδιαίτερα αναπτυγμένη συλλογή περιοδικών εντύπων από τον 19ο αιώνα, καθώς και μια συλλογή του ξενόγλωσσου Τύπου από τον 19ο αιώνα
Ø  21.000 μικροταινίες, παραγωγή του εργαστηρίου της Βουλής
Ø  αρχεία: κοινοβουλευτικά, ιστορικά, πολιτικών προσωπικοτήτων
Ø  2.500 CD ROM
Ø  1.000 περίπου έργα τέχνης και πολλά άλλα. 







Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

* H μετάφραση σε μεταγενέστερη έκδοση




            Πολλοί επιφανείς πολιτικοί άνδρες, εκτός από το πολιτικό έργο τους έχουν αφήσει ως παρακαταθήκη στους νεότερους και σπουδαίο συγγραφικό έργο, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την πολιτική σκέψη και την ιστορία της χώρας.
          Στην συγγραφική πλευρά του Ελευθέριου Βενιζέλου, θα αναφερθούμε σήμερα.
          O Ελευθέριος Βενιζέλος, εκτός από μεγάλος πολιτικός, υπήρξε και σπουδαίος μελετητής της Ιστορίας, από την οποία αντλούσε πολύτιμα συμπεράσματα για τη διαμόρφωση της δικής του πολιτικής πρακτικής και στρατηγικής.  

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...