*Η ρωσική ενίσχυση του Κεμάλ
*Αποκαλυπτικές αναφορές
Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
Το «Εθνικό Σύμφωνο» της Τουρκίας υπήρξε το
βασικό στρατηγικό δόγμα της Τουρκίας το 1922, που συχνά αναβιώνει και σήμερα
ανάμεσα στις εθνικιστικές ενέργειες του βαθέος Τουρκικού κράτους και στις ανιστόρητες
κορώνες των πολιτικών της, που εκφράζουν τις θεωρίες της Γαλάζιας Πατρίδας.
Το πνεύμα αυτό κυριάρχησε το 1922, την εποχή της καταραμένης Διάσκεψης των Μουδανιών. Είναι ενδιαφέρουσα η πολιτική αντίληψη της εποχής, όπως αυτή διαφαίνεται από τις γνώμες που εκφράζονταν όχι μόνο δημόσια, αλλά και σε υπηρεσιακό επίπεδο πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Στα Αμερικανικά Εθνικά Αρχεία, έχουν διασωθεί διάφορα έγγραφα, που περιγράφουν την ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης. Μια τέτοια σταχυολόγηση θα δούμε σήμερα, επιχειρώντας να προσεγγίσουμε, με πληροφορίες, που εκφεύγουν από τις δραματικές αφηγήσεις όσων έζησαν εκείνα τα φοβέρα γεγονότα, διωγμένοι από τις πανάρχαιες εστίες τους.
Αρχικά εντοπίσαμε αναφορές κυρίως στρατιωτικών παραγόντων, που βρέθηκαν στην ευρύτερη περιοχή και ενημέρωναν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Στις 21 Σεπτεμβρίου (ν.η.) 1922 είχαμε μια συνάντηση μεταξύ δύο παραγόντων, Υπάτων Αρμοστών στην Κωνσταντινούπολη, που εκπροσωπούσαν συμμαχικές χώρες, του ναυάρχου Μπρίστολ (Admiral Bristol) και του στρατηγού Πελλέ (General Pelle).
Ο Μαρκ Λάμπερτ Μπρίστολ (Mark Lambert Bristol) ήταν ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922. Είχε φιλοτουρκικές απόψεις και αντιπαθούσε τους Έλληνες και τους Αρμένιους της περιοχής, θεωρώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία και το νέο κεμαλικό καθεστώς ως πιο σημαντικούς εμπορικούς και γεωπολιτικούς εταίρους για τις ΗΠΑ.
Ο στρατηγός Μωρίς Πελλέ διετέλεσε
Ύπατος Αρμοστής της Γαλλικής Δημοκρατίας στην Κωνσταντινούπολη από τον
Ιανουάριο του 1921. Είχε τον βαθμό του πρέσβη και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις
διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις της περιόδου εκείνης στην περιοχή,
καθώς και στην ανακωχή των Μουδανιών το 1922. Υπέγραψε την ανακωχή εκ μέρους
της Γαλλίας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) ήταν
ο επικεφαλής της γαλλικής αντιπροσωπείας.
Ο Γάλλος στρατηγός, είχε επιστρέψει
το βράδυ της 21ης Σεπτεμβρίου 1922 από τη Σμύρνη και ανέφερε ότι η κατάσταση είχε…
βελτιωθεί σημαντικά κατά τις τελευταίες δύο ή τρεις τελευταίες ημέρες. Τα τραμ-
έλεγε- λειτουργούσαν και οι πρόσφυγες είχαν μεταφερθεί σε στρατόπεδα
συγκέντρωσης στην περιοχή γύρω από την πόλη!!! Διέθεταν ελάχιστα τρόφιμα.
Ο ναύαρχος Μπρίστολ, ενημέρωσε τον στρατηγό Πελλέ ότι, κατά τη διάρκεια της απουσίας του, είχε συζητήσει τα τρέχοντα φλέγοντα ζητήματα με τον Βρετανό σερ Χόρας Ράμπολντ (Sir Horace Rumbold) και τον Ιταλό Ύπατο Αρμοστή μαρκήσιο Καμίλο Γκαρόνι.
Στη συνέχεια της συνομιλίας τους ο
Αμερικανός ναύαρχος επισήμανε ότι χιλιάδες πρόσφυγες είχαν ήδη μεταφερθεί στη
Θράκη, ενώ ο Γάλλος στρατηγός ανέφερε επίσης ότι οι πληροφορίες που είχε λάβει
από τη Ραιδεστό, σχετικά με τις ταραχές και τις… μπολσεβικικές τάσεις- όπως είπε-
των ελληνικών στρατευμάτων στο λιμάνι αυτό και σε ολόκληρη την ευρύτερη
περιοχή, συνέπιπταν ουσιαστικά με εκείνες που είχε λάβει ο ναύαρχος.
Υπενθύμισαν οι δύο συνομιλητές επίσης,
ότι ο Ευθύμιος Κανελλόπουλος, πρώην Έλληνας Ύπατος Αρμοστής
στην Κωνσταντινούπολη, είχε αποσταλεί στην περιοχή, με σκοπό να αποκαταστήσει
την τάξη και να αναδιοργανώσει τις εκεί κοινότητες.
Ο Κεμάλ απαιτεί
Σε ό,τι αφορά τη συνάντηση που είχε με τον Μουσταφά Κεμάλ, ο στρατηγός Πελλέ δήλωσε ότι ο Τούρκος ηγέτης, ήταν αποφασισμένος να εφαρμόσει όλες τις διατάξεις του «Εθνικού Συμφώνου» (Misak-ı Millî).
Το «Εθνικό Σύμφωνο»- όπως είναι γνωστό- αποτέλεσε
το τουρκικό εθνικιστικό πρόγραμμα, που διαμορφώθηκε το 1920 και καθόριζε τους
βασικούς εδαφικούς και πολιτικούς στόχους του Tουρκικού εθνικού κινήματος. Το
Misak-ı Millî παρέμεινε έκτοτε ένα βασικό διαχρονικό σημείο αναφοράς. Στη
σύγχρονη Tουρκική πολιτική ρητορική, ο «Εθνικός Όρκος»- όπως αλλιώς λέγεται-
συχνά μνημονεύεται από ηγέτες (όπως ο Ταγίπ Ερντογάν) ως ιδεολογικός φάρος, που
υπενθυμίζει ευρύτερες ιστορικές διεκδικήσεις σε περιοχές της πρώην Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας.
Ο Κεμάλ, λοιπόν, στη συνάντηση με τον Πελλέ, υποστήριξε ότι οι Τούρκοι επιθυμούσαν έντονα να καταλάβουν «ειρηνικά» την Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη και ήταν πρόθυμοι να παραχωρήσουν την ελευθερία των Στενών, οι λεπτομέρειες της οποίας επρόκειτο να καθοριστούν αργότερα, σε μια επόμενη διάσκεψη. Ο Κεμάλ δήλωσε ότι, εάν αυτά τα αποτελέσματα δεν μπορούσαν να επιτευχθούν ειρηνικά, μέσω της διπλωματίας, θα πολεμούσε για να τα εξασφαλίσει.
Στη συνέχεια, της τόσο αποκαλυπτικής συνομιλίας τους, ο Μπρίστολ ενημέρωσε τον Πελλέ, ότι σε συνάντηση που είχε την προηγούμενη ημέρα με τον Χαμντί Μπέη, εκπρόσωπο των εθνικιστών στην Κωνσταντινούπολη, ο τελευταίος είχε δηλώσει ότι οι Τούρκοι επιθυμούσαν να απομακρυνθούν όλοι οι Έλληνες και Αρμένιοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Όταν ο ναύαρχος του επισήμανε ότι αυτό θα επηρέαζε αρνητικά τις μελλοντικές οικονομικές συνθήκες στη Μικρά Ασία, ο Χαμντί Μπέης απάντησε ότι προτιμούσαν μικρότερη οικονομική ευημερία από μεγαλύτερο πλούτο, εφόσον αυτός θα συνοδευόταν από την παρουσία εκείνων των ανεπιθύμητων στοιχείων!!!
*Οι μπολσεβίκοι, ο Κεμάλ και τα… ρούβλια!!!
Η συνομιλία των δύο συμμαχικών
παραγόντων όμως είχε και άλλα αποκαλυπτικά στοιχεία. Όταν ρωτήθηκε ο στρατηγός Πελλέ ποια θεωρούσε
ότι θα ήταν η στάση των άλλων βαλκανικών κρατών σε περίπτωση πολέμου μεταξύ
Αγγλίας και Τουρκίας, εξέφρασε την άποψη ότι:
*Η Βουλγαρία πιθανότατα θα
επιχειρούσε να φτάσει στο Αιγαίο Πέλαγος, αποκτώντας τη διέξοδο προς τη θάλασσα
που τόσο πολύ επιθυμούσε.
*Η Γιουγκοσλαβία θα επεδίωκε να
εξασφαλίσει το μερίδιό της από μια κατεστραμμένη Ελλάδα.
*Η Ρουμανία θα ήταν υπερβολικά
αδύναμη για να προβάλει ουσιαστική αντίσταση σε μια εισβολή Ρώσων μπολσεβίκων
από τον βορρά, μέσω της Βεσσαραβίας.
Ο Γάλλος στρατηγός πρόσθεσε ότι ο
Μουσταφά Κεμάλ ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός όταν γινόταν αναφορά στους
μπολσεβίκους. Περιορίστηκε να δηλώσει ότι εκείνοι τον είχαν υποστηρίξει σε όλη
τη διάρκεια του πολέμου με την Ελλάδα, παρέχοντάς του πυρομαχικά, εφόδια και
χρήματα, και ότι τώρα, μετά τη νίκη του, δεν μπορούσε να παραβλέψει αυτή τη
φιλική στάση!!! Ταυτόχρονα, ο Πελλέ δεν πίστευε ότι ο Μουσταφά Κεμάλ αγνοούσε
τους κινδύνους που συνεπαγόταν το ενδεχόμενο να επιτρέψει στους Ρώσους να
αποκτήσουν ισχυρό έρεισμα στην Τουρκία.
Ο Πελλέ πρόσθεσε ότι
αντιλαμβανόταν πως μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε πλήγμα για το βρετανικό
κύρος στις μουσουλμανικές κτήσεις της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, δεν
θεωρούσε ότι ένας πόλεμος για ένα τόσο περιορισμένο ζήτημα, όπως η κατοχή της
Ανατολικής Θράκης, δικαιολογούνταν από την πιθανή απώλεια κύρους. Πίστευε ότι
το αποτέλεσμα ενός πολέμου μεταξύ της Αγγλίας και της Τουρκίας θα ήταν μια
γενικευμένη σύγκρουση, στην οποία θα εμπλέκονταν οι περισσότερες χώρες της
Ανατολικής Ευρώπης και στην οποία οι μπολσεβίκοι θα διαδραμάτιζαν σημαντικό
ρόλο.
Ο Αμερικανοί διπλωμάτες πάντως θεωρούσαν, πως κρίνοντας από τη συνομιλία του Γάλλου στρατηγού, φαίνονταν ότι πιθανότατα θα ασκούσε ισχυρές πιέσεις στην Αγγλία, προκειμένου να την αναγκάσει να αποδεχθεί τις τουρκικές απαιτήσεις και να επιτρέψει στους Τούρκους να καταλάβουν ειρηνικά την Ανατολική Θράκη και την πόλη της Κωνσταντινούπολης.
Και άλλη συνέντευξη του Κεμάλ
Στις 23
Σεπτεμβρίου1922 (ν.η) ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς παραχώρησε συνέντευξη στον
πλοίαρχο Χάλσεϊ Πάουελ (Commander Halsey Powell), κυβερνήτη του αμερικανικού
πολεμικού πλοίου USS Edsall, καθώς και στον κ. Τζον Κλέιτον (John Clayton),
εκπρόσωπο της εφημερίδας Chicago Tribune.
Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στη
Σμύρνη. Κατά τη διάρκειά της, ο Μουσταφά Κεμάλ διατύπωσε και… υπαγόρευσε τις
απόψεις και τους πολιτικούς του στόχους, οι οποίοι δακτυλογραφήθηκαν και
παραδόθηκαν στους δύο Αμερικανούς στο τέλος της συνέντευξης. Μεγάλο μέρος της
συνέντευξης αυτής αφορούσε την τύχη των Στενών των Δαρδανελίων, που αποτελούσαν
σημείο τριβής με τους Άγγλους.
Ειδική αναφορά έκανε ο Κεμάλ και για τη Θράκη, με ύφος υπεροπτικό.
«Η περιοχή αυτή- είπε-
κατοικείται ήδη από Τούρκους. Υπάρχει μεγάλος αριθμός Τούρκων, οι οποίοι θα
εγκατέλειπαν τις κατοικίες τους εξαιτίας της ανταλλαγής των πληθυσμών. Θα ήταν
ευκολότερο να εγκατασταθούν οι Έλληνες πρόσφυγες στα πρώην τουρκικά κτήματα και
στις περιουσίες που θα εκκενώνονταν. Η συγκέντρωση των προσφύγων κατά μήκος του
ποταμού Έβρου δεν θα δημιουργούσε κλίμα ειρήνης· αντίθετα, θα αποτελούσε μια
μόνιμη εστία αναταραχής.
Η περιοχή που περιλαμβάνεται στα όρια τα οποία προτείνετε αποτελεί
τμήμα της δικής μας εθνικής επικράτειας. Η μεταφορά των Ελλήνων εκεί θα είχε ως
μοναδικό αποτέλεσμα να τους συγκεντρώσει μέσα στα φυσικά μας σύνορα.
Οι Έλληνες δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα στη Δυτική Θράκη. Η
περιοχή αυτή δεν περιλαμβάνεται στην τουρκική εθνική επικράτεια, αλλά
κατοικείται κατά πλειοψηφία από Τούρκους.
Σύμφωνα με το Εθνικό Συμβόλαιο (Misak-ı Millî), αυτή η πλειοψηφία
πρέπει να εκφράσει τις επιθυμίες της σχετικά με το μέλλον της. Επομένως, μας
ενδιαφέρει να της δοθεί η δυνατότητα να εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή της.
»Τέλος, δεν θα ήταν συνετό να παραχωρηθούν στους Έλληνες νέες αποικίες,
τη στιγμή που αδυνατούν να διατηρήσουν ακόμη και τη μητέρα πατρίδα τους.
-Λαμβάνοντας υπόψη τις εκτοπίσεις και τις εκτελέσεις Τούρκων στη Δυτική
Θράκη κατά την περίοδο 1919–1920, εξακολουθεί να υπάρχει τουρκική πλειοψηφία σε
αυτή την περιοχή; Ρωτήθηκε από τους Αμερικανούς συνομιλητές του.
-Δεν μπορούμε να συζητούμε το ζήτημα της πλειοψηφίας στη Δυτική Θράκη-
απάντησε ο Κεμάλ- διότι πρόκειται για τουρκικό έδαφος. Παρά τις εκτοπίσεις,
ωστόσο, είμαι βέβαιος ότι εξακολουθεί να υπάρχει τουρκική πλειοψηφία».
Η φράση «νέες αποικίες» αποδίδει την έκφραση colonies του αγγλικού πρωτοτύπου. Σαφώς χρησιμοποιείται πολιτικά, με την έννοια απόκτησης νέων εδαφών από την Ελλάδα, εγκατάστασης ή επέκτασης, και όχι κατ’ ανάγκην με τη στενή έννοια των υπερπόντιων αποικιών.
Γάλλοι και Ιταλοί υπέρ των Τούρκων
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη αναφορά του ναυάρχου Μ. Ι. Μπρίστολ και του υποπλοιάρχου Μέριλ, προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία συντάχθηκε επί της ναυαρχίδας «Scorpion» που ναυλοχούσε στην Κωνσταντινούπολη, στις 10 Οκτωβρίου 1922 (ν.η.).
Οι δύο αξιωματικοί του αμερικανικού
Ναυτικού περιέγραφαν συνοπτικά τις περίπλοκες πολιτικές και στρατιωτικές καταστάσεις
που επικρατούσαν στην Εγγύς Ανατολή.
Μετά την ολοκληρωτική ήττα και
την υποχώρηση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, ο Μουσταφά Κεμάλ έστρεψε
την προσοχή του προς την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά. Ισχυρά τμήματα του
στρατού του, στάλθηκαν προς βορρά, με κατεύθυνση αυτά τα δύο σημεία. Η πρόθεσή
του, την οποία διατύπωνε χωρίς περιστροφές, ήταν να καταδιώξει τον ηττημένο
στρατό πέρα από τα Δαρδανέλλια και μέσα στη Θράκη, ανακαταλαμβάνοντας την
περιοχή, προτού προλάβουν οι Έλληνες να αναδιοργανώσουν τις δυνάμεις τους.
Όταν τα Δαρδανέλλια απειλήθηκαν,
οι γαλλικές και οι ιταλικές δυνάμεις- στην ουσία στηρίγματα του Κεμάλ-
αποσύρθηκαν, αφήνοντας περίπου 7.000 Βρετανούς στρατιώτες για να υπερασπιστούν
την ουδέτερη ζώνη, όπως αυτή είχε καθοριστεί από τις τρεις Συμμαχικές Δυνάμεις
στο πλαίσιο της Συνθήκης των Σεβρών.
Οι Τούρκοι υποστήριζαν ότι,
εφόσον οι Σύμμαχοι είχαν επιτρέψει στο ελληνικό Ναυτικό να χρησιμοποιεί την
Κωνσταντινούπολη ως βάση και να διέρχονται τα πλοία του ελεύθερα από τα Στενά
και τον Βόσπορο για τη διεξαγωγή πολέμου εναντίον της Τουρκίας -ενός πολέμου
απέναντι στον οποίο οι Σύμμαχοι είχαν διακηρύξει εντέχνως την ουδετερότητά τους-
ήταν ασφαλώς άδικο να επιτρέπεται στους Έλληνες να κρύβονται πίσω από την
ουδέτερη ζώνη και να αναδιοργανώνουν τις δυνάμεις τους, ενώ απαγορευόταν στους
Τούρκους να τη διασχίσουν.
Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί
υιοθέτησαν πρώτοι την τουρκική άποψη, αφήνοντας τη Μεγάλη Βρετανία μόνη της.
Η Μεγάλη Βρετανία απηύθυνε
προειδοποίηση προς τους εθνικιστές Τούρκους να μην παραβιάσουν την ουδέτερη
ζώνη. Ωστόσο, οι εθνικιστικές δυνάμεις συνέχισαν την προέλασή τους, έως ότου
κατέλαβαν την ασιατική ακτή των Δαρδανελλίων, με εξαίρεση το Τσανάκ Καλέ, όπου
είχαν συγκεντρωθεί οι βρετανικές δυνάμεις.
Το βρετανικό επιχείρημα ήταν ότι,
εάν επιτρεπόταν στους Τούρκους να περάσουν στη Θράκη, κανείς δεν θα μπορούσε να
γνωρίζει μέχρι πού θα έφθαναν. Οι Βρετανοί ενίσχυσαν τις αμυντικές τους θέσεις
με στρατεύματα που έφεραν από την Αίγυπτο, τη Μάλτα και την Αγγλία.
Στο Τσανάκ Καλέ, τα βρετανικά και
τα τουρκικά στρατεύματα αλληλοκοιτάζονταν απειλητικά, χωρισμένα από τα
συρματοπλέγματα των αμυντικών θέσεων. Η κρίση του Τσανάκ Καλέ το 1922, έφερε
τις βρετανικές και τις τουρκικές δυνάμεις κοντά σε νέα στρατιωτική σύγκρουση.
Ο στρατηγός σερ Τσαρλς Χάρινγκτον,
αρχιστράτηγος των βρετανικών δυνάμεων, χαρακτήρισε την κατάσταση αδιέξοδη.
Έτσι, συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί ανακωχή στα Μουδανιά, προκειμένου να
αντιμετωπιστεί η δύσκολη στρατιωτική κατάσταση.
Κατά τις συζητήσεις της 3ης, 4ης
και 5ης Οκτωβρίου (ν.η.) διαπιστώθηκε ότι οι συμμαχικοί στρατηγοί πρότειναν- ως μη
ώφειλαν- την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Θράκη, η οποία θα τελούσε υπό
συμμαχικό έλεγχο και κατοχή!!! Ο εκπρόσωπος των Τούρκων εθνικιστών Ισμέτ Ινονού
τούς ενημέρωσε, ως εκ τούτου, ότι έπρεπε να γίνει αποδεκτή η πλήρης επιστροφή
της Θράκης στην Τουρκία!!!
Ο στρατηγός Σαρπύ, εκ μέρους της
Γαλλίας, δήλωσε ότι ήταν έτοιμος να αποδεχθεί την πρόταση επί της αρχής (σ.σ.
αυτός που το 1919 ήταν επικεφαλής της Διασυμμαχικής Θράκης στην Κομοτηνή).
Οι Βρετανοί και οι Ιταλοί
αντιπρόσωποι δήλωσαν ότι είχαν εξουσιοδοτηθεί να συζητήσουν το ζήτημα
αποκλειστικά με βάση τη συμμαχική κατοχή και τον συμμαχικό έλεγχο της περιοχής.
Προκειμένου να δοθεί στους Βρετανούς και τους Ιταλούς αντιπροσώπους η δυνατότητα
να συνεννοηθούν με τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους, η διάσκεψη διακόπηκε και
αναβλήθηκε έως τις 6 Οκτωβρίου.
Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων,
στις 8:20 το βράδυ της 6ης Οκτωβρίου, ο στρατηγός Μομπέλλι δήλωσε, εκ μέρους
της ιταλικής κυβέρνησης, ότι η κυβέρνησή του υιοθετούσε την άποψη της
επιστροφής της Θράκης στην Τουρκία, μέχρι και τη δεξιά όχθη του ποταμού Έβρου,
συμπεριλαμβανομένων της Αδριανούπολης, του Καραγάτς και των οχυρώσεων στις
όχθες του Έβρου. Οι συμμαχικές στρατιωτικές αποστολές και η επιτροπή ελέγχου
θα έπρεπε να αποχωρήσουν αμέσως και να παραδώσουν εκ νέου την επαρχία στους
Τούρκους.
Ο στρατηγός Σαρπύ επιβεβαίωσε ότι αυτή ήταν και η στάση της γαλλικής κυβέρνησης.
Εν τω μεταξύ κατά την αφήγηση των
δύο Αμερικανών, ο τουρκικός στρατός είχε λάβει θέσεις σε μια γραμμή που
εκτείνεται από την Κίλια στη Μαύρη Θάλασσα, έως το Γκέμπζε, στον κόλπο της
Νικομήδειας (Ιζμίτ), δηλαδή αρκετά βαθιά μέσα στην ουδέτερη ζώνη. Τα βρετανικά
αναγνωριστικά αεροσκάφη ανέφεραν ότι τα στρατεύματα αυτά προελαύνουν στο
κέντρο, προς την κατεύθυνση του Βοσπόρου. Τα τουρκικά στρατεύματα είχαν
καταλάβει πλήρως την ασιατική ακτή των Δαρδανελλίων, με εξαίρεση το Τσανάκ Καλέ.
Οι Βρετανοί είχαν ήδη αρχίσει να εκκενώνουν το Τσανάκ Καλέ και να μετακινούνται
προς την πλευρά της Καλλίπολης, οχυρώνοντας το Κιλίντ Μπαΐρ, απέναντι από το
Τσανάκ Καλέ.
Κατά τη διάρκεια των
διαπραγματεύσεων στα Μουδανιά, η Αγγλία έσπευσε να στείλει στρατεύματα και
πολεμικά πλοία. Διέθετε μια εξαιρετικά ισχυρή ναυτική δύναμη και ένα πλήρως
εκσυγχρονισμένο και καλά εκπαιδευμένο στρατό, περίπου 40.000 ανδρών. Διέθετε
επίσης ένα τάγμα της RAF (Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας) με περίπου 120 αεροσκάφη,
από τα οποία τα 18 είχαν ήδη συγκεντρωθεί στην περιοχή.
Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί δεν επρόκειτο
να πολεμήσουν εναντίον των Τούρκων. Ωστόσο, διέθεταν αντιστοίχως 7.000 και
2.000 στρατιώτες στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι θα μπορούσαν να
φανούν χρήσιμοι για τη διατήρηση της τάξης.
Οι Τούρκοι δεν διέθεταν ούτε
πολεμικό ναυτικό ούτε μεταγωγικά πλοία, για τη μεταφορά του στρατού τους στη
Θράκη.
Στα Μουδανιά οι Γάλλοι τάσσονταν
υπέρ της αποδοχής όλων των απαιτήσεων των Τούρκων εθνικιστών, προκειμένου να
αποφευχθεί ο πόλεμος με κάθε τίμημα. Θεωρούσαν ότι οι συνέπειες ενός πολέμου
μεταξύ της Αγγλίας και της Τουρκίας θα οδηγήσουν σε έναν νέο Παγκόσμιο Πόλεμο,
κατά τον οποίο η Ρωσία θα επιτεθεί στη Ρουμανία μέσω της Βεσσαραβίας, ενώ η
Βουλγαρία θα συμμαχήσει με την Τουρκία, προκειμένου να ανακτήσει όσα έχασε στη
Μακεδονία κατά τον πρόσφατο πόλεμο.
Η Αγγλία θεωρούσε ότι η υποχώρηση
απέναντι στην Τουρκία θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα για το κύρος της στην Ινδία,
την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία.
Ορισμένοι πίστευαν ότι, εάν
επιτραπεί στους εθνικιστές να εισέλθουν στη Θράκη με τον στρατό τους, δεν θα σταματήσουν
στον ποταμό Έβρο, αλλά θα επιδιώξουν τη βοήθεια της Βουλγαρίας, της Σοβιετικής
Ρωσίας και, ενδεχομένως, της Γερμανίας, προκειμένου να προελάσουν προς δυσμάς.
Οι Βρετανοί ήταν εξαιρετικά
δυσαρεστημένοι με τους Γάλλους.
Οι Τούρκοι πίστευαν ότι η Αγγλία
προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, ώστε να φέρει επαρκείς ενισχύσεις για να
διατηρήσει υπό τον έλεγχό της την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά. Δεν πίστευαν
ότι ο Λόιντ Τζορτζ είχε την παραμικρή πρόθεση να επιστρέψει την
Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών.
Υποστήριζαν ότι η πρόθεση της Αγγλίας είναι να διατηρήσει τα Δαρδανέλλια και να
τα μετατρέψει σε ένα δεύτερο Γιβραλτάρ. Η έκφραση αυτή αποδίδει την αντίληψη
ότι τα Δαρδανέλλια θα μπορούσαν να μετατραπούν σε στρατηγικό σημείο ελέγχου της
θαλάσσιας διόδου, ανάλογο με το Γιβραλτάρ.
Κατά την άποψή τους, ο Λόιντ
Τζορτζ καθυστερούσε την επίτευξη συμφωνίας όσο το δυνατόν περισσότερο, όχι μόνο
για να προλάβει να φέρει ενισχύσεις, αλλά και για να προετοιμάσει τη βρετανική
κοινή γνώμη υπέρ του πολέμου, καλλιεργώντας αυτή τη διάθεση μέσω της
αντιτουρκικής προπαγάνδας του Τύπου και της «προσποίησής του» ότι αγωνίζεται εναντίον της καταπίεσης των
χριστιανικών μειονοτήτων από τους Τούρκους.
Θεωρούσαν τον Λόιντ Τζορτζ εχθρό τους,
περισσότερο απ’ ό,τι την ίδια την Αγγλία. Έλεγαν ότι αυτός δεν είναι πλέον,
παρά το φερέφωνο του Ελευθερίου Βενιζέλου και του σερ Μπαζίλ Ζαχάρωφ, που ήταν Ελληνικής
καταγωγής διεθνής επιχειρηματίας, γεννημένος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία,
γνωστός κυρίως για τη δραστηριότητά του στον τομέα των εξοπλισμών.
Η αναφορά των δύο Αμερικανών αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού, παρουσίαζε τις απόψεις και τις εκτιμήσεις τους για τις προθέσεις των Βρετανών, των Γάλλων και των Ιταλών, που ήταν σύμμαχοι στην Αντάντ και των Τούρκων. Οι σχετικές αναφορές αποτελούν μαρτυρία της πολιτικής αντίληψης της εποχής, που την πλήρωσε πολύ ακριβά η Ελλάδα.
Σαν επίλογος
Αντί επιλόγου παραθέτω μια επιστολή, που έστειλε στο πρόεδρο των ΗΠΑ Γουόρεν Χάρντινγκ (Warren G. Harding) ο επικεφαλής της Αμερικανικής ανθρωπιστικής οργάνωσης «Λεγεώνα της Ειρήνης» Α. Β. Μπουστάνυ, στις 11 Οκτωβρίου 1922. Ανάμεσα στα άλλα, αναφερόμενος στην Τουρκία, τόνιζε και τα ακόλουθα:
«Πώς μπορούμε να προσφέρουμε την
ηθική μας υποστήριξη σε εκείνες τις δυνάμεις που διαπίστωσαν ότι η πλειοψηφία
έχει το δικαίωμα να εξοντώσει τη μειονότητα, αν όχι με κόψιμο του λαιμού, με
καταστροφή και εξόντωση σπιτιών και οικογενειών. Αυτά τα διλήμματα, μαζί με την
άγρια ηθική, την έλλειψη κοινωνικών, εθνικών και διεθνών νόμων και προτύπων
στην Τουρκία, περιπλέκουν το Ζήτημα της Εγγύς Ανατολής και δημιουργούν έναν
Γόρδιο Δεσμό, που ξεπερνά την ικανότητα της επιστήμης να «αναιρέσει και να
λύσει».
Ο Μπουστάνυ ως πρόεδρος της «Λεγεώνας της Ειρήνης» είχε βρεθεί σε περιοχές της Εγγύς Ανατολής και είχε τακτική επικοινωνία με υψηλόβαθμους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου των ΗΠΑ και του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, υποβάλλοντας εκθέσεις και προτάσεις για την επίλυση των πολιτικών και γεωπολιτικών ζητημάτων στην περιοχή μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
ΠΗΓΗ
*Εθνικά Αρχεία ΗΠΑ (https://catalog.archives.gov/id/536363484?objectPage=62)





.jpg)




.jpg)






