Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacobs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacobs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΘΕΣΕΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΖΗΤΗΜΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ, ΤΟ 1946!!!

*Ένα από τα αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα για τη Βόρεια Ήπειρο


 

 

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 


               Οι μεταπολεμικές εξελίξεις μετά τον τερματισμό του ολέθριου Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ενόψει των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης στο Παρίσι, το 1946, είχαν διακριθεί για τον αμοιβαίο σεβασμό των όσων είχαν αποφασισθεί το 1943 στη Γιάλτα (σ.σ. η συμφωνία της χαρτοπετσέτας) και στο 1945 στο Πότσδαμ μεταξύ των Δυτικών συμμάχων και της Σοβιετικής Ένωσης του Στάλιν. Αργότερα προέκυψε ο λεγόμενος Ψυχρός Πόλεμος και ο διαχωρισμός του κόσμου σε Δύση και Παραπέτασμα.

               Ωστόσο αυτή η περίοδος του αμοιβαίου σεβασμού, υπήρξε άκρως τραυματική για την Ελλάδα, η οποία έβλεπε να καταβαραθρώνονται οι δίκαιες εθνικές διεκδικήσεις της μετά τις θυσίες και το αίμα που έχυσε.

               Έτσι προκύπτει η απόρριψη του Ελληνικού αιτήματος για απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου.  Ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την ελληνική αυτή περιοχή τρεις φορές (κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους το 1913, το φθινόπωρο του 1914 και κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940-1941). Ωστόσο, οι διεθνείς συγκυρίες τη διατήρησαν εντός της Αλβανίας.

Το 1946, ενόψει του Συνεδρίου της Ειρήνης στο Παρίσι είχε προκύψει η σοβαρή διεκδίκηση της Ελλάδας στα εθνικά θέματα. Πρώτη ήταν οι διαρρυθμίσεις στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα (ζητούσαμε μια ζώνη μόνο 30 χιλιομέτρων για λόγους ασφαλείας) η οποία, απορρίφθηκε την 1η Οκτωβρίου 1946. Η μόνη χώρα που υποστήριξε το ελληνικό αίτημα ήταν η Νότια Αφρική. Οι συμμαχικές χώρες έδωσαν αρνητική ψήφο!!! Το τελικό αποτέλεσμα ήταν 8 ψήφοι κατά , 2 υπέρ και τρείς αποχές. Το μόνο κέρδος της Ελλάδας ήταν η παραχώρηση των Δωδεκανήσων, που ολοκληρώθηκε το 1948, από την εμπόλεμη Ιταλία.

               Η περίπτωση της Βορείου Ηπείρου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ως «εθνικό τραύμα» αλλά και ως διαρκές παράπονο για τη συμπεριφορά των συμμάχων, αμέσως μετά την ήταν του ναζισμού. Την εποχή εκείνη, λόγω και του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, σημειώνονταν συχνά μεθοριακά επεισόδια στα ελληνοαλβανικά σύνορα.

*Εικόνα εθνικής ομοψυχίας. Η ελληνική αντιπροσωπεία ταξιδεύει στο Παρίσι 
για υποστήριξη των εθνικών διεκδικήσεων.

               Χαρακτηριστική εικόνα της τότε κατάστασης μας δίνουν ορισμένα διπλωματικά έγγραφα, που υπάρχουν στα Αμερικανικά Εθνικά Αρχεία. Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι ΗΠΑ μετά τον πόλεμο δεν είχαν διπλωματικές σχέσεις. Απλώς συμφωνήθηκε να εγκατασταθεί στα Τίρανα μια αμερικανική αποστολή που της δόθηκαν όλες οι δυνατές ευκαιρίες και διευκολύνσεις για να επιτύχει τον σκοπό της. Που ήταν να προετοιμάσει την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών, ώστε να εγκατασταθεί πρεσβεία. Για 18 συνεχόμενους μήνες, η αποστολή κινούνταν ελεύθερα στις τέσσερις γωνιές της Αλβανίας, σε χωριά και πόλεις. Επικεφαλής της αποστολής είχε τοποθετηθεί ο Jacobs.

               Σε ένα από τα αμερικανικά έγγραφα, ο Joseph E. Jacobs, εκπρόσωπος των ΗΠΑ στην Αλβανία, ανέφερε προς τον υπουργό Εξωτερικών, στις 21 Σεπτεμβρίου 1946, ότι στη γειτονική μας χώρα, υπήρχε μια εσωτερική αναταραχή και κινητοποίηση εναντίον της Ελλάδας. Όλες οι δημόσιες ανακοινώσεις, τα κύρια άρθρα και οι ομιλίες αξιωματούχων υποδηλώνουν-έγραφε ο Jacobs- ότι ο σκοπός είναι η άμυνα έναντι επίθεσης από την Ελλάδα, ή η αποτροπή της παραχώρησης αλβανικού εδάφους στην Ελλάδα από τη Διάσκεψη Ειρήνης ή τον ΟΗΕ.

Άλλα στοιχεία που ενίσχυαν αυτή την εκτίμηση ήταν τα εξής κατά τον Αμερικανό αντιπρόσωπο:

(1) Ο αλβανικός στρατός, με δύναμη που κυμαίνεται από εξήντα έως εκατό χιλιάδες άνδρες και ο οποίος κινητοποιήθηκε εσπευσμένα κατά τους τελευταίους 6 μήνες, αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από άπειρους στρατιώτες και αξιωματικούς και δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένος για σύγχρονο πόλεμο· ως εκ τούτου, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε, από μόνος του, να επιτεθεί στην Ελλάδα.

(2) Ακόμη και αν ήταν επαρκώς εκπαιδευμένος και εξοπλισμένος, ο αλβανικός στρατός δεν θα μπορούσε να ελπίζει, χωρίς εξωτερική βοήθεια, σε έναν επιτυχή πόλεμο κατά της Ελλάδας.

(3) Η έντονη αντίθεση προς το παρόν καθεστώς και τις εσωτερικές πολιτικές του ενισχύει την άποψη, ότι οι αρχές χρησιμοποιούν το «ελληνικό φάντασμα» προκειμένου να διατηρούν τον στρατό σε πλήρη κινητοποίηση, με σκοπό την ιδεολογική κατήχηση και τον έλεγχο των διαφωνούντων στοιχείων.

Από την άλλη πλευρά, οι ακόλουθοι παράγοντες ενισχύουν την εκτίμηση ότι οι τρέχουσες αλβανικές στρατιωτικές δραστηριότητες αποσκοπούν σε επιθετικές ενέργειες κατά της Ελλάδας:

*Αυτή η στρατιωτική δραστηριότητα συνεχίζεται εδώ και 6 μήνες και αποτελεί σοβαρή επιβάρυνση για τους πενιχρούς πόρους της Αλβανίας, κατάσταση που ενδέχεται να μην είναι δυνατόν να διατηρηθεί χωρίς κάποια περαιτέρω ενέργεια.

*Η παρουσία μεγάλου αριθμού Σοβιετικών και Γιουγκοσλάβων στρατιωτικών συμβούλων και εξοπλισμού στην Αλβανία- με περισσότερους να αναμένονται- υποδηλώνει συντονισμό των αλβανικών προετοιμασιών με εκείνες της Σοβιετικής Ένωσης, της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας, γεγονός που παραπέμπει σε επιθετικό σχεδιασμό κατά της Ελλάδας (ή τουλάχιστον σε αναταραχή που εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, όπως έναν «πόλεμο νεύρων») παρά σε αμυντικό.

*Ο Ενβέρ Χότζα, τότε Γενικός Γραμματέας του Αλβανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ταυτόχρονα πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, σε πρόσφατη συνομιλία του (μετά την επιστροφή του από το Παρίσι) με τους αρχηγούς του αλβανικού στρατού, φέρεται- σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες- να δήλωσε: «Πρέπει να επιτεθούμε στην Ελλάδα».

Ο καθοριστικός παράγοντας είναι το τι επιθυμούν να πράξουν οι Σοβιετικοί, κατέληγε ο Joseph E.Jacobs.

*Χάρτης της ενιαίας Ηπείρου


Και οι Βρετανοί εναντίον μας

 

Ο Jacobs σε άλλη αναφορά του προς τον υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Φράνσις Μπιρνές στις 5 Οκτωβρίου, έδινε κάποια συμπληρωματικά στοιχεία για την κατάσταση στα ελληνοαλβανικά σύνορα, δίνοντας εμφανώς βάρος στις αλβανικές απόψεις.

Θεωρούσε ότι παρά τους εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν πλέον την κατάσταση, η ρίζα του προβλήματος έγκειται αναπόφευκτα «στις αβάσιμες ελληνικές αξιώσεις επί της νότιας Αλβανίας». Οι αξιώσεις αυτές προβάλλονται με αυξανόμενη επιθετικότητα εδώ και περισσότερα από δύο χρόνια στον ελληνικό Τύπο και το ραδιόφωνο, από Έλληνες προπαγανδιστές, που στάλθηκαν στην Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, καθώς και μέσω προσφυγής στη Διάσκεψη του Παρισιού. «Οι αξιώσεις είναι αβάσιμες, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το ότι τα σημερινά σύνορα καθορίστηκαν με διεθνή συμφωνία πριν από ένα τέταρτο του αιώνα, επί της δικαιότερης δυνατής βάσης- καθώς, κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, επικρατούσε σχετική ειρήνη και στις δύο πλευρές των συνόρων, μέχρις ότου η Ελλάδα επανέφερε το ζήτημα».

Η σφοδρότητα της ελληνικής προπαγάνδας υπέρ των αξιώσεών της οφείλεται, εν μέρει, σε βρετανική υποκίνηση και σιωπηρή υποστήριξη (κάτι που μου έχουν επιβεβαιώσει διάφοροι Βρετανοί αξιωματικοί εδώ), καθώς και εν μέρει, στην αποτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών να αντικρούσουν αποτελεσματικά τις ελληνικές αξιώσεις κατά την τελική αναμέτρηση στη Διάσκεψη Ειρήνης ή οπουδήποτε αλλού, ανέφερε ο Jacobs

Για 4 ή 5 μήνες, η Αλβανία αγνοούσε τους ισχυρισμούς της ελληνικής προπαγάνδας, αλλά στη συνέχεια ξεκίνησε αντεπιχειρήσεις προπαγάνδας για λόγους αυτοάμυνας, δημιουργώντας έτσι ένα «πόλεμο νεύρων». Αυτό οδήγησε αναπόφευκτα σε επεισόδια στα σύνορα, τα οποία κορυφώθηκαν στη σημερινή σοβαρή κατάσταση.

Όταν συγκλήθηκε η Διάσκεψη Ειρήνης-συνέχιζε ο Jacobs- η Αλβανία έκρινε ότι δεν μπορούσε να βασιστεί ούτε στη Βρετανία ούτε στις Ηνωμένες για την ενίσχυση της άμυνάς της έναντι δύο πιθανών σεναρίων: Είτε την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, είτε την απόπειρα της Ελλάδας να καταλάβει την περιοχή, σε περίπτωση που δεν της παραχωρηθεί.

Σε αυτό το διεθνές υπόβαθρο- το οποίο αποτέλεσε την αιτία για μια ουσιαστική εθνική κινητοποίηση και την ανάπτυξη στρατευμάτων κατά μήκος των νότιων συνόρων της Αλβανίας- πρέπει να προστεθούν και τα εξής: Oι ελιγμοί για την εξυπηρέτηση εσωτερικών σκοπιμοτήτων, η χρήση της εξωτερικής απειλής ως μέσο αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τα εσωτερικά προβλήματα της Αλβανίας, καθώς και η αξιοποίηση της κινητοποίησης για την εδραίωση του ελέγχου των Κομμουνιστών στις διεθνείς υποθέσεις, υπό το πρόσχημα της εθνικής ανάγκης.

*Η καταβαράθρωση των εθνικών διεκδικήσεων στο Παρίσι, 
προκάλεσε μαζικά συλλαλητήρια στην Αθήνα και αλλού 


Ο ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης

 

Πέρα από τους αμιγώς αλβανικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, η κατάσταση αυτή λειτουργεί προς όφελος της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας, καθώς η Αλβανία αναγκάζεται να βασίζεται όλο και περισσότερο σε αυτές τις δύο χώρες. Αυτό, με τη σειρά του, τους επιτρέπει να παγιώσουν τον έλεγχό τους επί της Αλβανίας και των ανατολικών ακτών της Αδριατικής, παρατηρούσε ο Αμερικανός αντιπρόσωπος στα Τίρανα.

Με τη Σοβιετική Ένωση να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο, γίνονταν ολοένα και πιο επιτακτική η ανάγκη να αφαιρεθεί το ζήτημα των ελληνοαλβανικών συνόρων από τον κατάλογο των επειγόντων διεθνών προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος. Η απόσυρση των αξιώσεων κατά τη Διάσκεψη του Παρισιού, θα διευκόλυνε την επίτευξη αυτού του στόχου. Ωστόσο, εξακολουθούσε να υφίσταται ο κίνδυνος, η Αλβανία- υποκινούμενη από τη Ρωσία και τη Γιουγκοσλαβία- να διατηρήσει την συγκεκριμένη στρατιωτική κατάσταση, παρά το γεγονός ότι είχαν εκλείψει οι επίσημες αιτίες που την προκάλεσαν. Πράγματι, η συνέχιση των στρατιωτικών προετοιμασιών από την Αλβανία, καθώς και η υποστήριξη που παρείχε η χώρα στο υπόμνημα των Τσάμηδων προσφύγων (της 26ης Σεπτεμβρίου) προς τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ- με αίτημα την επιστροφή τους στις εστίες τους στην Ελλάδα- υποδήλωναν ότι ενδέχεται να συμβαίνει ακριβώς αυτό. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να καταστεί δύσκολη ή και αδύνατη, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες έβρισκαν άμεσα την ευκαιρία:

1) Να δηλώσουν δημοσίως ότι η απόσυρση των ελληνικών αξιώσεων θα πρέπει να εξαλείψει τις τριβές που προκάλεσαν την τρέχουσα κατάσταση, επιτρέποντας έτσι τόσο στην Αλβανία όσο και στην Ελλάδα να διοχετεύσουν τις δυνάμεις τους- που έχουν εξαντληθεί από μια κρίση η οποία απειλεί την ειρήνη στα Βαλκάνια- στην ανοικοδόμηση· και

2) Να ασκήσουν, παρασκηνιακά- και σε συνεργασία με τους Βρετανούς, εφόσον είναι εφικτό- επιρροή στην ελληνική κυβέρνηση ώστε να απέχει από περαιτέρω ενέργειες που οξύνουν το συνοριακό ζήτημα.

 

Να παραμείνουν τα σύνορα του 1939

 

               Εν τω μεταξύ οι ΗΠΑ έδειχναν να ανησυχούν για την επιδείνωση των εσωτερικών συνθηκών στην Ελλάδα και την αυξανόμενη ένταση κατά μήκος των βόρειων ελληνικών συνόρων.

Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ντιν Άτσεσον, με έγγραφό του προς τον πρέσβη στην Ελλάδα Λίνκολν Μακβή, στις 15 Οκτωβρίου 1946, εξέφραζε τις αμερικανικές ανησυχίες και την εκτίμηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι οι τεταμένες διεθνείς σχέσεις, με επίκεντρο την Ελλάδα, ενδέχεται να οδηγήσουν σύντομα σε μια μείζονα κρίση, η οποία μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τον μελλοντικό προσανατολισμό των χωρών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. Είναι ζωτικής σημασίας-υπογράμμιζε ο Άτσεσον-  για την ασφάλεια των ΗΠΑ να παραμείνει η Ελλάδα ανεξάρτητη και κυρίαρχη στις υποθέσεις της, και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα για τη στήριξη της εδαφικής και πολιτικής ακεραιότητας της Ελλάδας.

Στο ίδιο όμως έγγραφο έδινε οδηγίες προς την αμερικανική πρεσβεία να εξηγήσει προς την ελληνική κυβέρνηση, ότι πρέπει να ακολουθηθεί πολιτική μετριοπάθειας στις εσωτερικές πολιτικές υποθέσεις, τώρα που έχει διευθετηθεί μέσω Δημοψηφίσματος το ζήτημα του πολιτεύματος.

Και κυρίως να διατυπωθεί σαφώς προς την ελληνική κυβέρνηση η θέση των ΗΠΑ, ότι τα ελληνικά σύνορα πρέπει να παραμείνουν όπως ήταν το 1939, προς όφελος της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της σταθερότητας.

Η τύχη της Βορείου Ηπείρου, όλα έδειχναν πως είχε κριθεί…

Με άλλο έγγραφό του στις 24 24 Οκτωβρίου 1946, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ντιν Άτσεσον, συνιστούσε στο πρέσβη Μακβή να εκθέσει στο βασιλιά Γεώργιο Β΄ και στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Τσαλδάρη και σε άλλα κυβερνητικά στελέχη τη σοβαρή πτυχή του ελληνικού ζητήματος υπό το πρίσμα της δηλωμένης πρόθεσης της Ελλάδας να θέσει τις εδαφικές της διεκδικήσεις ενώπιον του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών (CFM) στη Νέα Υόρκη. Η αρνητική ψήφος των ΗΠΑ στην Επιτροπή για τα Βουλγαρικά Εδαφικά Ζητήματα και στη Διάσκεψη Ειρήνης, όσον αφορά την αναθεώρηση των συνόρων με τη Βουλγαρία, καθιστά σαφή τη θέση μας επί του θέματος αυτού, έλεγε ο Άτσεσον.

Σημαντική για τη στάση των ΗΠΑ, ήταν και η ακόλουθη παράγραφος αυτού του εγγράφου:

«Προς χάριν της ειλικρίνειας, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να υποστηρίξουν την ελληνική επιθυμία για αναθεώρηση των συνόρων με την Αλβανία. Αν και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν με κατανόηση τα ελληνικά επιχειρήματα υπέρ εδαφικών αναπροσαρμογών —και αναγνωρίζουν ότι η μη ικανοποίηση των εθνικών διεκδικήσεων αποτελεί πράγματι πικρή εμπειρία—, εκτιμούμε ότι, για χάρη του σημαντικότερου μακροπρόθεσμου στόχου της ειρήνης και της σταθερότητας στα Βαλκάνια, οι ΗΠΑ οφείλουν να ταχθούν υπέρ της διατήρησης των συνόρων του 1939. Ωστόσο, θα στηρίξουμε σθεναρά την Ελλάδα σε περίπτωση που καταβληθεί οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής αυτών των συνόρων.

Θα ήταν, μακροπρόθεσμα, προς όφελος της Ελλάδας να αποδεχθεί την εδαφική ακεραιότητα των γειτόνων της. Ορισμένοι από αυτούς τους γείτονες εκμεταλλεύονται σήμερα- εις βάρος της Ελλάδας- αυτό που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν ως ολοένα και πιο επιθετική στάση της ελληνικής κυβέρνησης, στις προσπάθειές της να διευρύνει την επικράτειά της εις βάρος τους».

*Από την εφημερίδα "Ηπειρωτικός Αγών" των Ιωαννίνων


Η σύλληψη του καπετάν Αννίβα

 

Στις 20 Οκτωβρίου 1946 , ο βοηθός στρατιωτικός ακόλουθος των ΗΠΑ Miller, συνοδευόμενος από τον υπολοχαγό Glenn A. Rounsevell του επιτελείου του στρατιωτικού ακολούθου, πραγματοποίησαν μια εβδομαδιαία ενδελεχή αναγνώριση των ελληνοαλβανικών συνόρων. Διένυσαν 300 μίλια με τζιπ, επισκέφθηκαν τα σύνορα σε 12 σημεία στην Πυρσόγιαννη και τα πέριξ, συνομίλησαν με Έλληνες στρατιώτες, Βρετανούς αξιωματικούς συνδέσμους, κληρικούς και πολίτες, και ανέκριναν συλληφθέντες αρχηγούς ανταρτικών ομάδων.

Με βάση την έρευνά τους, πείσθηκαν ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 1946 εξαπολύθηκαν 30 έως 40 επιθέσεις εναντίον ελληνικών φυλακίων στα σύνορα από τις αλβανικές ένοπλες δυνάμεις. Μια σφοδρή επίθεση στο ελληνικό φυλάκιο στους Κήπους, στις 7 Ιουλίου, ακολουθήθηκε από μια περίοδο ηρεμίας (η οποία πιθανότατα συνέπιπτε χρονικά με τις συζητήσεις στο Συμβούλιο Ασφαλείας και τη Διάσκεψη του Παρισιού), ωστόσο κατά τις τελευταίες 2 εβδομάδες είχαν σημειωθεί τέσσερις νέες αλβανικές επιθέσεις.

Η ανάκριση του Φώτη Κοντοπάνου γνωστού με το ψευδώνυμο «Αννίβας», από τα Δολιανά Πωγωνίου Ιωαννίνων αρχηγού ομάδας ανταρτών, που συνελήφθη στις 11 Οκτωβρίου, αποκάλυψε ότι επρόκειτο για πρώην αξιωματικό του ΕΛΑΣ, ο οποίος πέρασε στη Γιουγκοσλαβία μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Ο Κοντοπάνος ανέφερε ότι, το φθινόπωρο του 1945, όλοι οι Έλληνες που βρίσκονταν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής στα Βαλκάνια κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης: Οι « Έλληνες Μακεδόνες»- είπε ο Κοντοπάνος- στάλθηκαν στα Σκόπια, ενώ οι υπόλοιποι στο Μπούλκες, βόρεια του Βελιγραδίου. Σε αυτά τα στρατόπεδα, όπως είναι γνωστό, αξιωματούχοι των γιουγκοσλαβικών και σοβιετικών κυβερνήσεων, καθώς και του ΚΚΕ, εκπαίδευαν άτομα για μελλοντική ένοπλη δράση εντός της Ελλάδας.

Κατά τον Κοντοπάνο, από τον Απρίλιο του 1946, ένοπλες ομάδες Ελλήνων άρχισαν να αποστέλλονται στην Ελλάδα με τη συνδρομή των κυβερνήσεων της Γιουγκοσλαβίας. Το σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη, σε πρώτη φάση, μιας ορεινής ζώνης εντός της ελληνικής επικράτειας, η οποία εκτείνονταν από τα αλβανικά σύνορα, κοντά στο Νεστόριο, έως τον Όλυμπο.

Το γεγονός αυτό, προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση της κομμουνιστικής εφημερίδας «Ριζοσπάστης»: «Είναι ανήκουστο αξιωματικός ξένης χώρας να επιθεωρεί τα συνοριακά φυλάκια ενός ανεξάρτητου κράτους ή να ανακρίνει Έλληνες στην ίδια τους την πατρίδα» έγραφε.

               Στις  4 Νοεμβρίου 1946, ο Έλληνας πρεσβευτής επισκέφθηκε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με τα σημεία που αφορούν τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις, και τη στάση των ΗΠΑ. Συνομίλησε με τον βοηθό υπουργό Εξωτερικών  Ντιν Άτσεσον και τον William Baxter, του Τμήματος Υποθέσεων Εγγύς Ανατολής.

Αργότερα στις  22 Νοεμβρίου 1946, το Λονδίνο ανέφερε. ότι το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών αντιμετώπιζε με μεγάλη σοβαρότητα την κατάσταση κατά μήκος των βόρειων συνόρων της Ελλάδας, φοβούμενο ειδικότερα την ένωση τμημάτων  των ανταρτών με ελληνικές και γιουγκοσλαβικές μακεδονικές ομάδες, με σκοπό τη δημιουργία μιας  αυτόνομης περιοχής.

Η τύχη της Βορείου Ηπείρου, είχε κριθεί πλέον αμετάκλητα. Θυσιάσθηκε από τους μεγάλους…

 

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης


 

ΠΗΓΗ

*Αμερικανικά Εθνικά Αρχεία (https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1946v07/d160)

 

 

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...