*Η
Ομάδα Ειρηνευτικών Στόχων
των
Ευρωπαϊκών Εθνών.
*Μια
άγνωστη συνεδρίαση
στη
Νέα Υόρκη το 1942.
Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
Είναι
γνωστό ότι σήμερα η μοναδική διαφορά που έχει η Ελλάδα με την Τουρκία σήμερα
είναι ο καθορισμός της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Η Ελλάδα δεν προβάλλει καμιά
εδαφική αξίωση, κάτι που αποτελεί πλέον πάγια θέση της χώρας μας από το 1922.
Πριν περάσουμε όμως στη
ιστορική αφήγηση, ας ξεκαθαρίσουμε τους όρους ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.
Το ακρωνύμιο ΑΟΖ σχηματίζεται από τα αρχικά
των λέξεων Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Πρόκειται για τη θαλάσσια έκταση, μέσα στην οποία ένα κράτος παράκτιο
κράτος έχει δικαίωμα έρευνας ή άλλου είδους εκμετάλλευσης των πόρων, που
πιθανόν να έχει εκεί η θάλασσα, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ενέργειας από
το νερό και τον άνεμο. Εκτείνεται πέραν της ζώνης των χωρικών υδάτων μιας
χώρας, που συνήθως είναι τα 12 ναυτικά
μίλια, στα 200 ναυτικά μίλια από την ακτογραμμή.:
Υφαλοκρηπίδα:
Πρόκειται για τη θαλάσσια ζώνη παράκτιων κρατών, που εκτείνεται στο τμήμα του
θαλάσσιου βυθού και πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη μέχρι να συναντήσει βάθος 200
μέτρων. Όταν δύο κράτη έχουν θαλάσσια σύνορα σε κοντινή απόσταση όπως η Ελλάδα
και η Τουρκία ακολουθείται η μέση γραμμή.
Όλα αυτά
αφορούν το σήμερα. Οι κόκκινες γραμμές όμως των εθνικών διεκδικήσεων της
Ελλάδας, τέθηκαν ουσιαστικά το 1922 μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Ωστόσο
δεν ξεθώριασαν με το πέρασμα των χρόνων και κυρίως κατά τη διάρκεια του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Ελλάδα βρέθηκε υπό τριπλή εχθρική Κατοχή και η
κυβέρνησή της ήταν εξόριστη στο Κάιρο.
Τα έθνη
που μάχονταν για την ελευθερία, δεν έπαψαν να έχουν προβληματισμούς για την μεταπολεμική
κατάσταση. Ανάμεσά τους και η Ελλάδα.
Ανεπίσημα από πολύ νωρίς είχαν αρχίσει οι επαφές των κρατών για να δημιουργηθεί μια κοινή πλατφόρμα για τις μεταπολεμικές επιδιώξεις όλων. Ήταν αυτή η πλατφόρμα που οδήγησε το 1945 στη δημιουργία του ΟΗΕ.
Η
Ομάδα των Ειρηνευτικών Στόχων
Μια τέτοια
επιμέρους προσπάθεια είχε εκδηλωθεί από τις ΗΠΑ το 1942. Μιλάμε για την
ξεχασμένη σήμερα Ομάδα για τους Ειρηνευτικούς Στόχους των Ευρωπαϊκών Εθνών.
Η Ομάδα αυτή πραγματοποίησε
σειρά συνεδριάσεων για να εξετάσει τους ειρηνευτικούς στόχους των ελεύθερων
εθνών μετά τη λήξη του πολέμου. Η δέκατη τέταρτη συνεδρίασή της, έγινε τη
Δευτέρα 16 Μαρτίου 1942, στην οδό Ι-5 East 65th Street, της Νέας Υόρκης και
αφορούσε τους στόχους και τις προσδοκίες της Ελλάδας.
Παραβρέθηκαν οι Hamilton Fish Armstrong, εισηγητής- πρόεδρος,
καθώς και οι Mose L. Never
ερευνητής, Frank Altschu, Illiam Diebold Jr., Allen W. Dulles, Grayson Kirk, Tracy B. Kittredge, Illia P. Maddox, H. Mallory, James G. McDonald, Philip E. Moselv, R. Sharp, George N. Shuster, G. Stine.
Kαλεσμένοι εκείνης της βραδιάς ήταν ο Σταύρος Θεοφανίδης, υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας της Ελλάδας και ο Κίμων Π. Διαμαντόπουλος, πρεσβευτής της Ελλάδας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρουσιάζοντας τους καλεσμένους της βραδιάς, τον Σταύρο Θεοφανίδη, υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, και τον Κίμωνα Διαμαντόπουλο, που είχε διατελέσει παλαιότερα πρεσβευτής της Ελλάδας στη Βουλγαρία το 1935) στη Μόσχα το 1950 στην Αλβανία και αλλού, ο πρόεδρος Άρμστρονγκ αναφέρθηκε στην προσωπικότητά τους και στους μεταπολεμικούς στόχους της κατεχόμενης Ελλάδας.
Δεν υπάρχουν εδαφικές
διεκδικήσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ανέφερε ο διπλωμάτης Διαμαντόπουλος.
Όταν ρωτήθηκε για εδαφικά προβλήματα, υποστήριξε ότι δεν πρέπει να προκύψουν
δυσκολίες μεταξύ των δύο όμορων χωρών. Μετά την αποτυχία της περιπέτειας της
Σμύρνης, η Ελλάδα- είπε- εγκατέλειψε οριστικά όλες τις επιδιώξεις της για
τουρκικό έδαφος. Αυτή η αποτυχία ήταν μια μεγάλη καταστροφή για την Ελλάδα. Την
ανάγκασε όπως και τους Έλληνες που κατοικούσαν εκεί, να φύγουν από τη Μικρά
Ασία, παρά τους παλαιούς δεσμούς τους εκεί. Παρ' όλα αυτά, η Ελλάδα αποδέχτηκε αυτή
την κατάσταση ως οριστική. Δεν έγινε αναθεωρητική χώρα αναθεωρητική...
Συμφιλιώθηκε με την ιδέα της συνεργασίας. Η
αίσθηση της ήταν ότι θα ήταν καλύτερο για την πλευρά της, για την Ευρώπη, αν
θυσίαζε τις φιλοδοξίες της, αν και ήταν δικαιολογημένες, και εγκαθίστατο εντός
των καθορισθέντων συνόρων της έναντι της Τουρκίας. Ούτε τώρα ούτε στο μέλλον θα
προβάλει «οποιεσδήποτε εδαφικές αξιώσεις
κατά της Τουρκίας».
Ο Σταύρος Θεοφανίδης, που
γεννήθηκε το 1896, ήταν Έλληνας έμπορος, βουλευτής και υπουργός της εξόριστης
κυβέρνησης του Καΐρου, κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Διορίστηκε υπουργός
Εμπορικής Ναυτιλίας στην κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού. Θήτευσε από τις 20
Απριλίου 1941 ως τις 14 Απριλίου 1944. Είχε εκλεγεί βουλευτής με το κόμμα των
Φιλελευθέρων το 1932 και το 1936.
Μιλώντας στην Ομάδα για τους Ειρηνευτικούς Στόχους των Ευρωπαϊκών Εθνών, σχολίασε ότι υπήρχε μια πολύ βαθιά και σημαντική αλλαγή στην ελληνική πολιτική. Οι Έλληνες- εξήγησε- είχαν από καιρό έντονη επιθυμία να εξασφαλίσουν την Κωνσταντινούπολη. Ήταν η Μεγάλη τους Ιδέα - το κέντρο της πολιτικής τους σκέψης. Κι όμως, την εγκατέλειψαν. Προς όφελος της ειρήνης, γύρισαν την πλάτη σε έναν σκοπό που για γενιές θεωρούνταν σχεδόν ιερός. Και κάνοντας αυτό, κατέστησαν δυνατές για πρώτη φορά από την ανεξαρτησία τους, τις καλές σχέσεις με τους Τούρκους και συνέβαλαν ανυπολόγιστα στην ειρήνη της Ευρώπης.
Μια άποψη του καιρού μας
Και μια πρόσφατη άποψη για
τη στάση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας.
Έχει δημοσιευθεί στον συλλογικό τόμο που εξέδωσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών
με τίτλο «ΤΑ ΔΙΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΘΕΣΜΟΙ».
Προέρχεται από κείμενο του
κ. Αντώνη Κλάψη, το οποίο τιτλοφορείται «ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ: ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΕΝΟΣ
«ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΥ» ΚΡΑΤΟΥΣ, 1922-1940». Ο κ. Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής, στο Τμήμα
Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
Συγκεκριμένα, ο κ. Κλάψης γράφει:
«Μετά το 1922, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας είχε ως κεντρικούς στόχους την προάσπιση της εθνικής της κυριαρχίας και τη διαφύλαξη της εδαφικής της ακεραιότητας. Η αποδοχή του status quo συνδυαζόταν με την ανάγκη αφοσίωσης στην εσωτερική ανασυγκρότηση. Αυτή την επιλογή επέβαλε, ανάμεσα στα άλλα, η προσήλωση αφ’ ενός στην επούλωση των πληγών μετά από δεκαετία πολεμικών συγκρούσεων, αφ’ ετέρου στην αποκατάσταση του πλέον του ενός εκατομμυρίου προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Τον νέο διπλωματικό προσανατολισμό ενστερνίστηκε το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, τόσο της βενιζελικής όσο και της αντιβενιζελικής παράταξης. Όπως ήταν φυσικό, η διακομματική συναίνεση του προσέδωσε αξιοσημείωτη σταθερότητα. Έτσι, ουσιαστικά μοναδική εξαίρεση από τον κανόνα αποτέλεσε η περίοδος της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου (Ιούνιος 1925-Αύγουστος 1926), κατά τη διάρκεια της οποίας επιδιώχθηκε η νεκρανάσταση του μεγαλοϊδεατισμού, με αποτελέσματα τα οποία υπήρξαν βλαπτικά για τη διεθνή θέση της Ελλάδας και για την εξυπηρέτηση των εθνικών της συμφερόντων».
Κύπρος και Δωδεκάνησα
Στη συνεδρίαση του 1942
στη Νέα Υπόρκη συζητήθηκε και το ζήτημα των Δωδεκανήσων και της Κύπρου.
Ο πρόεδρος Άρμστρονγκ, έθεσε το ζήτημα της ελληνικής
θέσης όσον αφορά τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο. Ο Κίμων Διαμαντόπουλος είπε ότι η
Ελλάδα θα επιμείνει στην κατοχύρωση υπέρ της, των Δωδεκανήσων. Με εξαίρεση ενός
μικρού αριθμού, κατοικούνται εξ ολοκλήρου από Έλληνες, είπε. Δικαίως, ανήκουν
στην Ελλάδα.
Η περίπτωση της Κύπρου- συνέχισε-
είναι παρόμοια. Οι Έλληνες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της
και θα πρέπει η Κύπρος, να δοθεί στην Ελλάδα. Σε ερώτηση για το πώς θα
ενεργούσαν οι Τούρκοι σε μια τέτοια περίπτωση, ο κ. Διαμαντόπουλος ήταν βέβαιος
ότι δεν θα έφερναν καμία αντίρρηση.
Μάλλον αισιόδοξη έως και
ουτοπική ήταν η πρόβλεψη αυτή, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων.
Όταν ρωτήθηκε εάν η Ελλάδα έχει αποικιακές βλέψεις, ο Διαμαντόπουλος είπε, ότι η Ελλάδα
δεν επιθυμεί να αποκτήσει πολιτικό έλεγχο σε οποιαδήποτε υπερπόντια περιοχή.
Ωστόσο, θα ήθελε να της επιτραπεί η ελεύθερη πρόσβαση σε αποικιακές περιοχές, «ειδικά θα ήθελε να της δοθούν ευκαιρίες στη
Λιβύη και την Κυρηναϊκή».
Ο Philip E. Mosely, ρώτησε για το
είδος της πρόσβασης που είχε κατά νου, ο πρεσβευτής. Δηλαδή, αναφερόταν στο
εμπόριο ή στον εποικισμό; Ο Διαμαντόπουλος απάντησε ότι πιστεύει ότι πρέπει να
επιτραπούν και τα δύο. Οι Έλληνες, είπε, έχουν εμπορικές ικανότητες, που τους
δίνουν το δικαίωμα να απαιτούν αυξημένες εμπορικές ευκαιρίες. Ταυτόχρονα, η
ραγδαία αύξηση του πληθυσμού στη χώρα, καθιστά απαραίτητο να έχουν κάποιο είδος
μετανάστευσης.
Ο Mosely παρατήρησε ότι η εγκατάσταση Ελλήνων στη Λιβύη θα είχε ως αποτέλεσμα την εκδίωξη των ιθαγενών Αράβων. Κατά τη γνώμη του, θα ήταν καλύτερο για τους Έλληνες να στραφούν στην Αίγυπτο ως διέξοδο για την εμπορική τους δραστηριότητα.
Η μεταπολεμική πολιτική κατάσταση στην
Ελλάδα
Η συζήτηση στη Νέα
Υόρκη, εισήλθε και στο κρίσιμο ζήτημα της μεταπολεμικής πολιτικής δομής της
Ελλάδας.
Ο Άρμστρονγκ ρώτησε
για τη μελλοντική πολιτική δομή της Ελλάδας. Ο Θεοφανίδης πίστευε ότι η
συνταγματική μοναρχία θα συνεχιστεί. Σύμφωνα- είπε- με τα λόγια του Ελευθέριου Βενιζέλου,
το σύστημα της Ελλάδας είναι μια «Βασιλευόμενη Δημοκρατία» μια δημοκρατία δηλαδή
με Βασιλιά. Είναι απαραίτητη στην Ελλάδα, υποστήριξε, για σταθερότητα.
Ο Βενιζέλος- υπενθύμισε-
ο οποίος συγκρούστηκε με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, αναγνώρισε την ανάγκη του βασιλικού
θεσμού. Η τελευταία του επιστολή, πριν πεθάνει, ολοκληρώνονταν με την αναφώνηση
«Ζήτω ο Βασιλιάς». Δεδομένης της γνωστής διορατικότητας του μεγάλου Έλληνα
πολιτικού, οι απόψεις του για το θέμα έχουν μεγάλο βάρος. Δεν υπάρχει κίνδυνος-
συνέχισε- ο Θεοφανίδης, να καταφύγει η Ελλάδα, σε μια νέα δικτατορία μετά τον
πόλεμο. Η δικτατορία του Μεταξά, «αν και
ατυχής, μπορεί να εξηγηθεί από τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την
εποχή στην Ελλάδα και τις αρνητικές επιπτώσεις της διεθνούς κατάστασης».
Δεν θα μπορούσε να διαρκέσει υπό κανονικές συνθήκες. Ο λαός της Ελλάδας είναι
πολύ βαθιά δημοκρατικός για να επιτρέψει οποιοδήποτε τέτοιο καθεστώς μετά τον
πόλεμο.
Ο Άρμστρονγκ ρώτησε
για τη μεταχείριση που θα προτιμούσε η Ελλάδα για τα ηττημένα έθνη. Ο Θεοφανίδης
πίστευε ότι θα ήταν απαραίτητοι οι εσωτερικοί έλεγχοι, που θα έφταναν μέχρι το
τέλος. Τα ηττημένα έθνη θα έπρεπε να αφοπλιστούν, τα πολιτικά τους καθεστώτα θα
έπρεπε να υπόκεινται σε στενή επιτήρηση, η οικονομική τους ζωή, ιδιαίτερα η βιομηχανική
τους δραστηριότητα και το εξωτερικό τους εμπόριο, θα έπρεπε να ρυθμιστούν και
τα εκπαιδευτικά τους συστήματα, θα έπρεπε να τεθούν υπό εξωτερικό έλεγχο.
Μέσα στη δίνη του
φοβερού πολέμου, η Ελλάδα συζητούσε με τα συμμαχικά κράτη το μεταπολεμικό μέλλον
των χωρών, προσδοκώντας σε ένα κόσμο ειρηνικό και δίκαιο, με ανάπτυξη και
ευημερία. Άσχετα, αν στην πορεία διαψεύσθηκαν οι προσδοκίες της με έναν
αιματηρό και καταστρεπτικό εμφύλιο πόλεμο.
Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
ΠΗΓΗ
*Συλλογή
Vlanton (ΕΛΙΑ-
ΜΙΕΤ)





