Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

Τα παρασκήνια της Λωζάνης, το 1923

*Ο Βενιζέλος υπογράφει τη συνθήκη της Λωζάννης


 



 

*Κερδίσαμε την ειρήνη

*Χάσαμε το Καραγάτς

 

 


Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 


               Η συνθήκη της Λωζάνης, που ισχύει από το 1923 είναι μια από τις ισχυρότερες συνθήκες με αξιοσημείωτη μακροβιότητα, και αποτελεσματικότητα, παρά τις προσπάθειες του αναθεωρητισμού της Τουρκίας να θέλει να την τροποποιήσει με βάση τα πρόσκαιρα συμφέροντά της. Ωστόσο παρά την αποτελεσματικότητά της, δεν έπαψε να περιέχει στα σπλάχνα της μια αγιάτρευτη πληγή. Την παραχώρηση του Καραγάτς και των χωριών Μποσνάκιοϊ και Ντεμιρτάς που παραχωρήθηκαν στην Τουρκία, για να μην πληρώσει η Ελλάδα πολεμικές επανορθώσεις για καταστροφές που προκάλεσε  ο Ελληνικός στρατός κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία.

Η Συνθήκη αυτή, ήταν ουσιαστικά η συνθήκη ειρήνης, που προσδιόρισε τα όρια της Τουρκίας, όπως υπάρχουν έως σήμερα και προς την Ελλάδα, αλλά και προς τις άλλες χώρες με τις οποίες συνορεύει. Υπογράφηκε στη Λωζάννη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες, τις συμμαχικές, οι οποίες πολέμησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Η συνθήκη αυτή ήταν το αποτέλεσμα της διάσκεψης που ξεκίνησε από την αίθουσα του καζίνου της ελβετικής αυτής πόλης στις 7 Νοεμβρίου 1922 και συνεχίσθηκε σε άλλους χώρους. Με αυτήν καταργήθηκε η προηγούμενη συνθήκη των Σεβρών, που δημιουργούσε την λεγόμενη Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των πέντε Θαλασσών. Οι επαναστάτες ζήτησαν να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη Λωζάννη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που ιδιώτευε στην Ευρώπη, μετά την απώλεια των εκλογών του Νοεμβρίου 1920, όταν δεν βγήκε ούτε βουλευτής ο ίδιος!!!

Με τη συνθήκη αυτή θάφτηκε η Μεγάλη Ιδέα, που από το 1844 ήταν αλυτρωτικό κίνημα και η κύρια πολιτική του Ελληνικού κράτους, αλλά θέρμαινε τις προσδοκίες των Ελλήνων…

               Οι συνομιλίες των συμμάχων στη Λωζάννη, άρχισαν μέσα σε κλίμα πολλών διαφωνιών και στην εναρκτήρια τελετή πήρε μέρος και ο μόλις ανελθών στην εξουσία δικτάτωρ της φασιστικής Ιταλίας Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος είχε απαιτήσει να εκδοθεί ανακοίνωση… που να αναγνωρίζεται η Ιταλία ως ισότιμη με την Αγγλία και τη Γαλλία!!! Κάτι που δεν έγινε αποδεκτό. 

Βασική διαφωνία ήταν ποια Τουρκία θα εκαλείτο στις διαπραγματεύσεις, αλλά ο Κεμάλ με τον αέρα του νικητή, κατάργησε αιφνιδιαστικά το Σουλτανάτο της Κωνσταντινούπολης και ανάγκασε του Ευρωπαίους να αποδεχθούν την αντιπροσώπευση της Τουρκίας από την κυβέρνηση, που είχε δημιουργηθεί στην Άγκυρα και είχε στείλε ως εκπρόσωπό της τον κεμαλικό Ισμέτ Πασά.

               Η Τουρκία ενόψει της διασκέψεως άρχισε να προωθεί κρυφά στρατεύματα στην Ανατολική Θράκη. Ο λόρδος Κώρζον ζητούσε να ενισχυθεί η συμμαχική στρατιωτική παρουσία, αλλά αρνήθηκαν ο Πουανκαρέ και οι Ιταλοί.

*Ο Βενιζέλος και ο Ισμέτ Πασάς σε σκίτσο, την εποχή των διαπραγματεύσεων στη Λωζάννη (Εφημερίδα "Πατρίς")

               Ένα άλλο σημείο διαφωνιών ήταν η τύχη του Καραγάτς, που το ζητούσαν επίμονα οι Τούρκοι. Ο Πουανκαρέ τάχθηκε αμέσως υπέρ του αιτήματος των Τούρκων. Μάταια ο Κώρζον επιχειρηματολογούσε και θύμιζε ότι το 1915, οι Τούρκοι εκουσίως το παραχώρησαν στους Βουλγάρους μαζί με τη ζώνη από το Διδυμότειχο και βορειότερα. Όταν τέθηκε το θέμα της τύχης των νησιών, που η Ελλάδα κατείχε από το 1913, όταν τα απελευθέρωσε ο στόλος, ο Πουανκαρέ υποστήριζε τις τουρκικές θέσεις και επέμεινε να πάρει η Τουρκία την  Ίμβρο και την Τένεδος, νησιά που περιήλθαν στην Ελλάδα με την συνθήκη των Σεβρών, κατοικούμενα από Έλληνες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της συνθήκης ήταν η συμφωνηθείσα ανταλλαγή των πληθυσμών. Μετακινήθηκαν στην Ελλάδα 1.650.000 Οθωμανοί υπήκοοι, Χριστιανοί στο θρήσκευμα και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες υπήκοοι, μουσουλμανικού θρησκεύματος. Η θρησκεία με απαίτηση των Τούρκων και όχι η εθνικότητα αποτέλεσε το θεμελιώδες κριτήριο για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Σύμφωνα τη συνθήκη ανταλλαγής πληθυσμών χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι. Αυτό οφείλεται στο ότι στην Οθωμανική αυτοκρατορία ο θρησκευτικός προσδιορισμός θεωρούνταν πολύ περισσότερο ισχυρός, από την εθνικότητα. Γι’ αυτό (που προέκυψε από την απαίτηση της Τουρκίας) οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, δεν έχουν Τουρκική εθνικότητα και χαρακτηρίζονται Μουσουλμάνοι Έλληνες υπήκοοι. Αντίθετα συμφωνήθηκε ότι οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης θα αποτελούν εθνική ελληνική μειονότητα.

*Τηλεγράφημα του Βενιζέλου: Περιμένετε, να αποφασισθεί η τύχη του Καραγάτς 
(Αρχείο Ιδρύματος Ελευθερίου Κ. Βενιζέλου)

Στη Λωζάννη, η ηττημένη Ελλάδα στο πεδίο των μαχών και καταρρακωμένη οικονομικά, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια παρορμητική και αλαζονική Τουρκία, η οποία, συνεπαρμένη από την επικράτησή της στα πεδία των μαχών, κωλυσιεργούσε, στρεψοδικούσε και πρόβαλε συνεχώς νέες αξιώσεις για τεράστιες αποζημιώσεις, επέκταση των συνόρων της στη Δυτική Θράκη, παράδοση του ελληνικού στόλου και προσάρτηση των ελληνικών νησιών, που είχαν απελευθερωθεί κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Η πιθανότητα  για μια τουρκική επίθεση για κατάληψη και της Δυτικής Θράκης ήταν ορατή.

*Ο Ισμέτ Πασάς στη Λωζάννη\

               Γενική εντύπωση που επικράτησε στις συνομιλίες ήταν η εριστική στάση των Τούρκων, η συνεχής στρεψοδικία, η παρελκυστική τακτική και η αρνητική στάση τους`. Την ίδια εντύπωση δημιούργησε και η υποχωρητικότητα των συμμάχων στις τουρκικές αξιώσεις, που έδιναν αφορμή στον Ισμέτ Πασά να εγείρει συνεχώς νέες απαιτήσεις. Εντύπωση επίσης έκαναν τα λεγόμενα «ανατολίτικα παζάρια» του Ισμέτ Πασά. Ο λόρδος Κώρζον είχε γράψει αργότερα ειρωνικά:

               «Ως γνήσιος Τούρκος εσκέπτετο ότι ηδύνατο να με προλάβη προτού στρίψω την γωνίαν του δρόμου διά μίαν τελικήν διαπραγμάτευσιν ως προς την τιμήν του τάπητος»!!!

Μια εφημερίδα στην Αθήνα αναφερόμενη στη δραματική συνεδρίαση είχε γράψει ότι «Ο Ισμέτ πασάς εκτύπα συνεχώς την χείρα επί της τραπέζης». Η ίδια εφημερίδα στο κύριο άρθρο της τόνιζε ότι ο Βενιζέλος αποσόβησε τις Τουρκικές αξιώσεις επί της Δυτικής Θράκης, γιατί επαναλάμβανε ότι η Τουρκία εκουσίως παραχώρησε ένα μέρος της στη Βουλγαρία το 1915, χωρίς να υπάρξει πόλεμος.

               Οι διαπραγματεύσεις ήταν δύσκολες και χρειάσθηκαν δύο χρονικές περίοδοι να ολοκληρωθούν. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1923 οι διαπραγματεύσεις της πρώτης φάσης διακόπηκαν με υπαιτιότητα της δύσπιστης τουρκικής αντιπροσωπείας. Τότε, η παρουσία και η αναδιοργάνωση της Στρατιάς του Έβρου άρχισε να γίνεται αισθητή και να αποτελεί ένα ισχυρό αντίβαρο για τους Τούρκους, που και αυτοί ήταν ηττημένοι ως σύμμαχοι των Γερμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και για τους συμμάχους της Αντάντ που τους στήριζαν εκ των υστέρων. Κυρίως δηλαδή η Γαλλία και η Ιταλία. 

*Το Καραγάτς




Αρχίζει το πρόβλημα του Καραγάτς

 


               Στις 6 Ιανουαρίου 1923 η ελληνική αντιπροσωπεία γνωστοποιούσε στην Αθήνα ότι θα κάνει υποχωρήσεις στο ζήτημα των διομολογήσεων, ακολουθώντας τις Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά «εις απόκρουσιν πληρωμής αποζημιώσεων και παραχωρήσεως του Καραγάτς θα επιμείνωμεν μέχρι τέλους αρνούμενοι υπογραφήν συνθήκης». Ακόμα έτσι πίστευαν…

               Στις 9 Ιανουαρίου ο Βενιζέλος, για άλλη μια φορά ειδοποιούσε την Αθήνα:

               «Εάν Κυβέρνησις και Επανάστασις δεν αποδέχονται αντιλήψεις μου, συμφέρον χώρας επιβάλλει άμεσον αντικατάστασίν μου δ’ ετέρου προσώπου, ευρισκομένου εις πλήρη αρμονίαν αντιλήψεων με υμάς».

               Το θέμα του Καραγάτς επανήλθε και στη δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων, όπου στην Αθήνα υπήρξαν σοβαρές διαφωνίες από τους στρατιωτικούς της Επανάστασης και χρειάσθηκε να μεταβεί στη Λωζάννη και ο υπουργός Εξωτερικών Απόστολος Αλεξανδρής γιατί οι στρατιωτικοί ήθελαν να άρουν την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπο του Βενιζέλου. Τελικά βέβαια πειθάρχησαν όλοι, αλλά χάσαμε το Καραγάτς…  

*Από την ανασυγκρότηση του στρατού στον Έβρο το 1923 
(Αρχείο Ιδρύματος Ελευθερίου Κ. Βενιζέλου)


 

Ο κίνδυνος επανάληψης του πολέμου

 


               Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης στη Λωζάννη, ένα ενδεχόμενο υπήρχε, είτε φανερά είτε στο παρασκήνιο. Η Τουρκία με διάφορα κόλπα θόλωνε τα νερά επιχειρώντας να μπερδέψει τόσο τους Έλληνες, όσο και τους άλλους Ευρωπαίους συμμάχους.

               Σε κάποια φάση στις αρχές Ιανουαρίου 1923 διέδωσαν τεχνηέντως ότι ζητούν μέσω του Σοβιετικού αντιπροσώπου Τσιτσέριν, ισχυρή οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από τους Ρώσους για να διεξαγάγουν από κοινού πόλεμο κατά των Άγγλων στη Μεσοποταμία και των Ελλήνων στη Θράκη. Ζητούσαν επίσης άδεια από τους Ρώσους να καταλάβουν τη Βεσσαραβία για να εξουδετερώσουν τη λεγόμενη Μικρή Αντάντ.

*Πάσιτς και Βενιζέλος, σε προγενέστερη συνάντησή τους




Η ανάμιξη της Σερβίας, που δεν έγινε

 


               Βασική μέριμνα του Βενιζέλου αλλά και των Άγγλων ήταν να αποτρέψουν, όπως είπαμε, νέες εχθροπραξίες μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Χαρακτηριστικά στις 23 Μαΐου ο Βενιζέλος ειδοποιούσε την Αθήνα: «Λόρδος Κώρζον μοι διεμήνυσε σήμερον το περιεχόμενον διαβήματος, όπερ απηύθυνεν εις Επιτετραμένον Αγγλίας εν Αθήναις όπως κάμη προς Κυβέρνησιν, προς αποτροπήν από πάσης πολεμικής ενεργείας. Απήντησα προς λόρδον Κώρζον ότι δύναται να είναι ήσυχος, ότι η Ελληνική Κυβέρνησις δεν διανοείται να προβή εις επανάληψιν εχθροπραξιών εν αντιθέσει προς αντιλήψεις Αγγλίας και Γαλλίας».

               Οι διαπραγματεύσεις είχαν δυσκολίες και διλήμματα. Στη σκέψη του Βενιζέλου και των άλλων μελών της Ελληνικής αντιπροσωπείας υπήρχαν πολλά ερωτηματικά και πλέκονταν διάφορα σενάρια.

               Εάν οι Τούρκοι αποδέχονταν τις δικές μας αξιώσεις για τη Δυτική Θράκη, την μη πληρωμή αποζημιώσεων, την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Ελλάδα θα έπρεπε να υπογράψει ειρήνη, γιατί έτσι θα έβγαινε κερδισμένη. Αν πάλι η Ελλάδα ματαίωνε τις διαπραγματεύσεις με υπαιτιότητά της και επαναλαμβάνονταν οι εχθροπραξίες, θα βρίσκονταν σε πλήρη απομόνωση, η οποία θα συμπλήρωνε την εθνική καταστροφή. Αν πάλι οι Τούρκοι ματαίωναν τις διαπραγματεύσεις και αρνούνταν την υπογραφή συνθήκης ειρήνης τότε άνοιγε η προέλαση του στρατού προς την Τσατάλτζα, αν μάλιστα οι σύμμαχοι εκκένωναν την Κωνσταντινούπολη.

               Αλλά, ο Βενιζέλος επέμενε ότι τέτοια ελληνική προέλαση δεν μπορεί να γίνει αν δεν έχουμε εξασφαλίσει την υποστήριξη της Σερβίας. Χωρίς αυτή την υποστήριξη, έλεγε ο Βενιζέλος προς την κυβέρνηση της Αθήνας «θα επαίζαμεν την τύχην της Ελλάδος εις τα χαρτιά και εγώ τουλάχιστον δεν δύναμαι να μετάσχω τοιαύτης ευθύνης, παραιτούμενος δε αντιπροσωπείας υμών θα περιορισθώ εις ευχάς υπέρ επιτυχίας παρατόλμου επιχειρήσεως, ήτις δύναται να οδηγήση εις πλήρη καταστροφήν της Ελλάδος». Επιπλέον με υποστήριξη της Σερβίας, θα ελαττώνονταν ο κίνδυνος επέμβασης από την πλευρά της Βουλγαρίας.

               Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο επανάληψης ενός πολέμου με την Τουρκία, όλοι αναλογίζονταν όχι μόνο τη δυσχερή στρατιωτική μας θέση, αλλά και την πολιτική και οικονομική κατάσταση. Ο Βενιζέλος συνιστούσε επίμονα την άνευ αναβολής επιδίωξη Σερβικής υποστήριξη. Διότι-έλεγε- με επιστράτευση δύο σερβικών μεραρχιών στο δυτικά σύνορα της Βουλγαρίας θα μπορούσαμε να προλάβουμε Βουλγαρική επέμβαση εναντίον μας. Επιπλέον η Σερβία θα μας παρείχε διπλωματική υποστήριξη και θα μας προμήθευε με βαρύ πυροβολικό και αεροπλάνα.

               Για το ενδεχόμενο αυτό ο Βενιζέλος πρότεινε εις αντάλλαγμα, να παραχωρήσουμε στους Σέρβους την περιοχή της Φλώρινας, αν τελικά η συζητούμενη στη Λωζάννη συνθήκη θα επιδίκαζε στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη τουλάχιστον έως τη γραμμή της Τσατάλτζας. Για την περίπτωση που θα αναγκαζόμασταν να καταλάβουμε την Κωνσταντινούπολη, θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε στους συμμάχους το δικαίωμα να ρυθμίσουν αυτοί την τύχη της, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον.

               Σκέψεις, σενάρια, σχέδια, και όνειρα, έχοντας  μπροστά τους να αντιμετωπίσουν τον υπεροπτικό, παλίμβουλο και δύσπιστο Ισμέτ Πασά (αργότερα γνωστό ως Ισμέτ Ινονού) που μετέβαλε το σύνολο των διαπραγματεύσεων της Λωζάννης, σε ανατολίτικο παζάρι.

*Ο Σέρβος βασιλεύς Αλέξανδρος Α' 

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, στις 22 Ιανουαρίου 1923, ο πρεσβευτής μας στο Βελιγράδι Ν. Μαυρουδής συνάντησε τον Σέρβο υπουργό Εξωτερικών Μομτσίλο Νίντσιτς και στη συνέχεια τον πρωθυπουργό Νίκολα Πάσιτς. Συνάντησε την ίδια επιφυλακτικότητα για τις ελληνικές προτάσεις και από τους δυο. Ο Πάσιτς ειδικότερα έδειχνε να αποδέχεται τις ελληνικές προτάσεις, αλλά εξέφραζε και τη στεναχώρια του γιατί εξαιτίας γενικότερων λόγων δεν μπορούσε να φανεί χρήσιμος για την Ελλάδα, όσο θα ήθελε. Ένας από τους γενικότερους λόγους που επικαλείτο ήταν ότι πίστευε πως η Τουρκία δεν θα ήταν δυνατόν να κινηθεί εναντίον της Ελλάδας αν δεν είχε εξασφαλίσει την συνδρομή της Ρωσίας. Αν όμως συνέβαινε αυτό, θα μπορούσε να δημιουργηθεί πολύπλοκη κατάσταση, που θα ήταν αδύνατον να την αντιμετωπίσει με υποσχέσεις προς την Ελλάδα, η Σερβική κυβέρνηση αν είδε δεσμευθεί προκαταβολικά. Επιπλέον ο Πάσιτς είπε ότι σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύρραξης πιθανόν να προκληθεί διάσπαση της συμμαχίας μεταξύ Γάλλων και Άγγλων, την έκταση της οποίας δεν μπορούσε να προβλέψει. Πάντως διατύπωσε την ελπίδα ότι η Τουρκία δεν θα τολμήσει να επιτεθεί κατά της Ελλάδας, αλλά και την ευχή ότι η Ελλάδα παρά την δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται, δεν θα προβάλλει εμπόδια στην επίτευξη της ειρήνης. Τους Βούλγαρους δεν τους θεωρούσε επικίνδυνους, εκτός αν υπάρξουν ευρύτερες διεθνείς περιπλοκές. Θύμισε επίσης ότι η Σερβία είχε προβλήματα με τη γειτονική Ουγγαρία. Τέλος ο Πάσιτς τάχθηκε υπέρ της διπλωματικής στήριξης της Ελλάδας.

               Στο Βελιγράδι ο πρεσβευτής Μαυρουδής έγινε δεκτός από το Σέρβο βασιλέα, στον οποίο ανέλυσε τις προτάσεις του Βενιζέλου.

               Ο βασιλεύς θεώρησε λογικές τις ελληνικές προτάσεις, αλλά εξήγησε ότι η κυβέρνησή του θα πρέπει να μελετήσει το ζήτημα, γιατί στη Σερβία κανένας δεν θα άκουγε με ευχαρίστηση ότι αρχίζουν πάλι πολεμικές επιχειρήσεις. Επιπλέον η Σερβία είχε προβλήματα με την Ιταλία και την Ουγγαρία.

*Υπεγράφη η συνθήκη, αλλά διαβάστε τη δήλωση του Λόϊδ Τζωρτζ...




Βενιζέλος: Ο πόλεμος εθνική αυτοκτονία

 


               Ο Βενιζέλος συνεχώς επέμενε να υπενθυμίζει στην κυβέρνηση να αποφύγει κάθε πολεμική ενέργεια προς την Τουρκία. Σε απόρρητο τηλεγράφημά του στις 15 Ιανουαρίου με την επισήμανση στην κορυφή του «Να ανεγνώσθη υπό του κ. Υπουργού» αναφέρονταν στην βεβαιότητά του ότι όχι μόνο η Ιταλία και η Γαλλία, αλλά και η Αγγλία αντιτάσσονται «ισχυρώς» κατά της επανάληψης των εχθροπραξιών. 

Στο ίδιο τηλεγράφημα, εξηγούσε ότι ενδεχόμενη ελληνική πολεμική ενέργεια:

«Θα αποτελεί αληθώς εθνικών αυτοκτονιών. Διότι και υποτιθεμένου ότι θα διερχόμενα Αβρών άνευ συγκρούσεως προς τους Συμμάχους, είναι βέβαιον ότι δεν θα ωδινώμεθα να υπερβώμεν γραμμήν Τσατάλτζας χωρίς τοιαύτην σύγκρουσιν, χρονισμός δε πολέμου εις γραμμήν αυτή θα έφερε πλήρη οικονομικήν και στρατιωτικήν εξάντλησιν, αφού ανεφοδιασμός πολεμικού υλικού θα ήτο αδύνατος. Και αν ακόμη η Βουλγαρία ετήρει ουδετερότητα, όπερ ουδαμώς είναι ησφαλισμένον, Σερβίας μη αναλαβούσης εισέτι ωρισμένας ως προς τούτο υποχρεώσεις, θα ηναγκαζόμεθα μετά τινας μήνας να επικαλεσθώμεν μεσολάβησιν Δυνάμεων προς επίτευξιν ειρήνης και δεν αμφιβάλλω ότι πρώτος όρος αποδοχής αιτήσεως μεσολαβήσεως υπό Συμμάχων θα ήτο ακύρωσις συνθήκης Νεϊγύ προς εγκατάστασιν αυτονομίας εν Δυτική Θράκη. Εν τω μεταξύ θα κατεκυλιόμεθα ακόμη βαθύτερον εις οικονομικόν βάραθρον.

               Παρακαλώ Επανάστασιν και Κυβέρνησιν να μη λησμονώσιν, ότι και μετά περιορισμόν συνόρων μας προς  Έβρον, Ελλάς παραμένει μεγάλη, τοιαύτη οία ουδείς εφαντάζετο προ δέκα ετών, ικανή, αν λαός και κυβερνήται της δειχθώσι σώφρονες, να καταστή ακμαίον κράτος. Όταν δε τοιαύται είναι απόψεις μέλλοντος, δεν δύνανται οι κυβερνήται να εμπνευσθώσιν από αυτοκτονικάς διαθέσεις και να πράξωσί τι δυνάμενον να οδηγήση εις τελικήν καταστροφήν».

               Για το τηλεγράφημα αυτό, που οι Αγγλικές μυστικές υπηρεσίες είχαν υποκλέψει, ο Σπύρος Μαρκεζίνης έχει γράψει στην Ιστορία του τη δεκαετία του 1960 μεταξύ άλλων:

               «Επί πλέον η άρνησις της Σερβίας να αναλάβη συγκεκριμένην υποχρέωσιν και το αβέβαιον της βουλγαρικής στάσεως εδημιούργουν μέγαν κίνδυνον, διότι αν οι Έλληνες ηναγκάζοντο να απευθύνουν νέαν έκκλησιν  προς τους Συμμάχους, πιθανόν τίμημα της παρεμβάσεώς των  θα ήτο η απώλεια της Δυτικής Θράκης. Ταύτα δε χωρίς να υπολογισθεί το οικονομικόν χάος και ο κίνδυνος της τελικής καταρρεύσεως».    

*Ο Απόστολος Αλεξανδρής




Πώς επιτρέπει η λογοκρισία;

 


               Μια ανταπόκριση των «Times» του Λονδίνου από την Αθήνα, ότι η ελληνική κυβέρνηση, δεν θα ήταν αντίθετη σε μια πρόταση μεταρρύθμισης των συνόρων στη Θράκη, που θα ωφελούσε την Τουρκία, προκάλεσε ανησυχία και αγανάκτηση. Όλοι πλέον εννοούσαν ότι χάνεται η περιοχή του Καραγάτς με τα χωριά Μποσνάκιοϊ και Ντεμιρτάς.

               Ο υπουργός Εξωτερικών Απόστολος Αλεξανδρής έστειλε στις 23 Μαΐου από τη Λωζάννη απόρρητο τηλεγράφημα υπογραμμίζοντας ότι η είδηση αυτή , που δεν την είχαν πληροφορηθεί ακόμα στη Λωζάννη, περικλείει ανυπολόγιστους κινδύνους για την Ελλάδα. Και ζητούσε να προσεχθούν οι κίνδυνοι της εθνικής υπόθεσης «ήτις δεν επιτρέπεται να δολοφονηθεί από δημοσιογραφικάς ακριτομυθίας. Απορώ πώς επέτρεψε η στρατιωτική λογοκρισία διαβίβασιν τοιούτου αντιπατριωτικού τηλεγραφήματος».

Στις 26 Μαΐου δηλώσεις του πρωθυπουργού Στυλιανού Γονατά στην Αθήνα προκάλεσαν αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Αυθημερόν ο Γάλλος στρατηγός Πελλέ μαζί με τους άλλους αντιπροσώπους κάλεσαν το Βενιζέλο και του είπαν απερίφραστα ότι οι δηλώσεις του Γονατά «ενέχουσι χαρακτήρα εκβιαστικόν των συμμάχων Μεγάλων Δυνάμεων» για το θέμα των Τουρκικών αξιώσεων αποζημίωσης από τα συμμαχικά κράτη.  Ο Βενιζέλος απάντησε ότι πρόκειται για παρεξήγηση και το θέμα θα επανορθωθεί.

               Το λεπτό σημείο των διαπραγματεύσεων στη Λωζάνη κατά τη δεύτερη φάση, ήταν τελικά το ζήτημα του Καραγάτς, εξαιτίας των τουρκικών απαιτήσεων για καταβολή υπέρογκων αποζημιώσεων από την Ελλάδα, για καταστροφές που προκάλεσε ο Ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία. Οι Τούρκοι το ήθελαν γιατί εκεί ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός της Αδριανούπολης. Όμως ενώ η Αδριανούπολη ήταν εκείθεν του ποταμού Έβρου, το Καραγάτς ήταν εντεύθεν του ποταμού, ο οποίος ορίζονταν ως φυσικό σύνορο των δύο χωρών. Επιπλέον οι Τούρκοι ισχυρίζονταν ότι ήθελαν να καταστήσουν ασφαλή την Αδριανούπολη από το ελληνικό Πυροβολικό, που έπρεπε να βρεθεί τρόπος να μείνει εκτός βεληνεκούς των πυροβόλων η Αδριανούπολη.

*Ο σερ H.Rumbold

               Στις 14 Μαΐου ο Βενιζέλος είχε μια ιδιαίτερη συνάντηση με τον Άγγλο αντιπρόσωπο σερ H.Rumbold. Στο επίκεντρο της συνομιλίας αυτή τέθηκε και πάλι η στάση των στρατιωτικών στην Αθήνα, που απειλούσαν με κήρυξη πολέμου με την Τουρκία. Ο Βενιζέλος του μετέφερε ότι πράγματι οι στρατιωτικοί σκέφτονταν να καταγγείλουν τη συμφωνία ανακωχής, πράγμα που σήμαινε έναρξη νέου πολέμου, αλλά η κυβέρνηση των Επαναστατών της Αθήνας και ο υπουργός Εξωτερικών Απόστολος Αλεξανδρής είχαν αντίθετη άποψη και θα προχωρούσαν αν χρειασθεί ακόμα και σε απευθείας διαπραγματεύσεις με τον Ισμέτ Πασά για το θέμα των πολεμικών επανορθώσεων. Ο Βενιζέλος φαίνεται πώς είχε διαμορφώσει τη δική του άποψη, αλλά ήθελε και την άποψη των  Άγγλων, γι’ αυτό επιδίωξε εκείνη τη συνάντηση. Ο σερ H.Rumbold, ενθάρρυνε το Βενιζέλο, ο οποίος ήθελε να προτείνει στην Τουρκία κατηγορηματικά την μη καταβολή των επανορθώσεων. Και εάν ο Ισμέτ έλεγχε «όχι» θα ζητούσε διεθνή διαιτησία. Εάν και πάλι η Τουρκία έλεγε «όχι» για να αποφευχθούν οι εχθροπραξίες μεταξύ των δύο χωρών, ο Βενιζέλος θα πρότεινε την παραχώρηση του Καραγάτς και της πέριξ εδαφικής έκτασης. Έτσι ενώ στην πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων κερδήθηκε τα Καραγάτς, χάθηκε στη δεύτερη!!!

Μετά το Βενιζέλο στον σερ H.Rumbold πήγε ο Ισμέτ. Έγινε μεγάλη συζήτηση κυρίως πάνω στο θέμα της αναγνώρισης της υποχρέωσης της Ελλάδας να καταβάλλει στην Τουρκία πολεμικές επανορθώσεις και ότι η Τουρκία θα έπρεπε να αναγνωρίσει την αδυναμία της Ελλάδας να πληρώσει αυτά τα ποσά και η Τουρκία τελικά θα απέσυρε την αξίωσή της. Ο Ισμέτ όμως συνέχισε να σκέπτεται ότι έπρεπε να πάρει κάποιο αντάλλαγμα και ο Άγγλος αντιπρόσωπος άρχισε να σκέφτεται την παραχώρηση του Καραγάτς.

Ο Βενιζέλος δεν έπαυσε να επισείει πάντα τον κίνδυνο εχθροπραξιών, που βασικά δεν τις ήθελε ο ίδιος.

               Οι σκέψεις των φιλοπόλεμων στρατιωτικών της Αθήνας, δεν έμεναν μόνο στο πεδίο των θεωρητικών σχεδιασμών. Σιγά- σιγά έπαιρναν σάρκα και οστά, παράλληλα με την  εντατική αναδιοργάνωση και προετοιμασία της Στρατιάς του Έβρου.  Ένα σχέδιο επιχειρήσεων με ημερομηνία 24 Μαΐου 1923 βρέθηκε πολύ αργότερα στο αρχείο του Στόλαρχου Νικόλαου Χατζηκυριάκου- Γκίκα. Το είχε συντάξει ο Αρχηγός Στρατού Θεόδωρος Πάγκαλος με την σύμπραξη του διευθυντή του 3ου Γραφείου Αθανάσιου Εξαδάκτυλου. Σ’ αυτό αναφέρονταν οι προθέσεις της Διοίκησης οι οποίες συνοψίζονταν «εις την ανακατάληψιν της Ανατολικής Θράκης, την τελείαν εκμηδένισιν  ή καταστροφήν των εν αυτή εχθρικών δυνάμεων και την πλήρη κυριότητα των στενών του Βοσπόρου  δια της εγκαταστάσεως ημών επί της Ευρωπαϊκής ακτής».

               Ο παρορμητικός Πάγκαλος σχεδίαζε και ο ρεαλιστής Βενιζέλος έβαζε φρένο…

*Ο Βενιζέλος και η σύζυγός του Έλενα




Η ανθοδέσμη στην εορτή της Έλενας

 


               Από τα παρασκήνια των διαπραγματεύσεων στη Λωζάννη, αξίζει να αναφέρουμε και ένα περιστατικό εκτός της ημερήσιας διάταξης των συνομιλιών.

               Στις 19 Μαΐου ο Βενιζέλος βλέποντας το ημερολόγιό του διαπίστωσε ότι πλησιάζει η ονομαστική εορτή της συζύγου του Έλενας. Έκατσε λοιπόν και έγραψε μια σύντομη επιστολή στο γιό του Σοφοκλή, που τον παρακαλούσε στις 21 του μηνός να στείλει εκ μέρους του μια ωραία ανθοδέσμη στη σύζυγό μαζί με μια ιδιόγραφη κάρτα ευχών, που εσώκλειε στην επιστολή. Το έλεγε επίσης για την ανθοδέσμη να διαθέσει 200-250 φράγκα. Επιπλέον έγραφε στο Σοφοκλή:

               «Εδώ τα πράγματα έφθασαν εις κρίσιμον σημείον με την επιμονήν των Τούρκων να πληρωθούν αποζημιώσεις και την αποφασιστικήν άρνησίν μας να πληρώσωμεν ταύτας. Εντός της εβδομάδος θα καθορισθή αν θα υπογράψωμεν την ειρήνην ή αν θα επαναλάβωμεν τας εχθροπραξίας.- Σε φιλώ μετά της Κάθλην, ο πατήρ σου, Ελευθέριος».

               Η επιστολή βρέθηκε στο αρχείο του στενού συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου, δημοσιογράφου Γεωργίου Βεντήρη.   

*Η τελευταία σελίδα του υπομνήματος των κατοίκων του Καραγάτς, που έστειλε στο Βενιζέλο ο Μητροπολίτης Αδριανοουπόλεως Πολύκαρπος (Αρχείο Ιδρύματος Ελ. Βενιζέλου)




Όταν χάσαμε το Καραγάτς

 


               Όταν τελικά ανακοινώθηκε η υπογραφή της συνθήκης στη Λωζάννη, είχε καταστεί οριστική η απώλεια του Καραγάτς για να μην πληρώσουμε πολεμικές επανορθώσεις στην Τουρκία. Γι’ αυτό από τότε στην περιοχή της Αδριανούπολης, και σε ένα μήκος περίπου 12 χιλιομέτρων τα σύνορά μας με την Τουρκία είναι χερσαία, γιατί παραχωρήθηκε στην Τουρκία η έκταση αυτή εντεύθεν του ποταμού Έβρου.

Στην Αθήνα, οι ηγέτες της Επανάστασης Πλαστήρας και Γονατάς φάνηκαν ανακουφισμένοι, όπως έδειξαν με τηλεγραφήματα τους στον Βενιζέλο. Εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη  τους αλλά και της πατρίδας, για την επίτευξη έντιμης ειρήνης. Αντίθετα οι αρχηγοί Στρατού και Στόλου Πάγκαλος και Χατζηκυριάκος, δεν έδειξαν κανένα ενθουσιασμό με την είδηση αυτή και έστειλαν τηλεγράφημα σε Βενιζέλο και Αλεξανδρή, με το οποίο ουσιαστικά τους αποδοκίμαζαν για την επίτευξη της ειρήνης:

«Αποδεχόμενοι κατ’ ανάγκην χάριν τιμής της Ελλάδος, ατυχή λύσιν, επειδή αύτη εγένετο κατά παράβασιν ρητής εγγράφου εντολής δοθείσης Υπουργόν Εξωτερικών, αρχηγοί Στρατού και Στόλου πενθούντες από χθες εκφράζουν την βαθείαν λύπην των, αίροντες εφεξής την προς την αντιπροσωπείαν εμπιστοσύνην των».

Δυο μέρες αργότερα, ο Πάγκαλος δήλωσε στους δημοσιογράφους στη Θεσσαλονίκη:

«Ο Στρατός και ο Στόλος μετά της μεγαλυτέρας θλίψεως απεδέχθησαν την ειρήνην, καθ’ ήν στιγμήν χάριν εις αυτούς αναδιοργανωθέντας, είμεθα απολύτως βέβαιοι, ότι ηδυνάμεθα να πλήξωμεν τους Τούρκους όχι μόνο εις τη Θράκη, αλλά και  εις την Μικράν Ασίαν».

               Η Συνθήκη τη Λωζάννης είναι ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο στη σφαίρα του διεθνούς δικαίου, καθώς περιλαμβάνει 18 διεθνείς πράξεις, με πρώτη και βασική τη Συνθήκη Ειρήνης με την Τουρκία. Πρόκειται για την τελευταία, από τις πέντε συνθήκες ειρήνης, οι οποίες υπογράφηκαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με στόχο να αποκατασταθούν οι σχέσεις μεταξύ των νικητριών δυνάμεων της Αντάντ και ηττημένων δυνάμεων των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.

Αυτή η Συνθήκη, που αφορά άμεσα τη Θράκη, στα 99 χρόνια που ισχύει, συνέβαλε στο μέτρο του εφικτού  στην εξομάλυνση των προβλημάτων της χώρας μας με την Τουρκία. Δεν επέτυχε όμως, με ευθύνη της Τουρκίας στην οριστική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, με τελευταία, την εκδήλωση του αναθεωρητισμού.


Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης




*Τότε που όλοι σχεδίαζαν να πάρουμε την Πόλη!!!! 


ΠΗΓΕΣ

*Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Κεντρική Υπηρεσία 1923, αρ. φακ. 1, υποφ. 6.

*Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη «Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος 1922-1924» Εκδόσεις Πάπυρος.

*Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».

*«Ενενήντα Χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάννης»  Έκδοση Νομικής Βιβλιοθήκης, Επιμέλεια Έκδοσης Φωτεινή Παζαρτζή, Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, 2013.

*Εφημερίδες εποχής, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...