Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

Σελίδες από την ελληνική ληστοκρατία του 19ου αιώνα

*Ληστές συλληφθέντες από τα καταδιωκτικά αποσπάσματα






Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης



                Η ληστοκρατία, υπήρξε μια χαίνουσα πληγή στο σώμα της Ελλάδας, τόσο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, όσο και κατά τον 20 αιώνα, έως το 1940. Ας θυμίσουμε την απαγωγή του γερουσιαστή Σωτήριου Χατζηγάκη το 1929 από τον λήσταρχο Τζατζά ή την απαγωγή των βουλευτών Ιωαννίνων Μελά και Μυλωνά από τους λήσταρχους Κουμπαίους το 1928. Για το φαινόμενο αυτό, επιχειρήθηκε να δοθούν διάφορες ερμηνείες. Εγκληματολογικές, κοινωνικές, ιστορικές.
                Επειδή το φαινόμενο συνεχίσθηκε και μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Οθωμανούς, πολλοί είναι αυτοί που εξήγησαν την ύπαρξή της, ως συνέχιση της κλέφτικης και αρματολικής παράδοσης. Αυτή ήταν η ηρωική εκδοχή.
                Άλλοι πάλι είδαν τη ληστοκρατία ως έκφραση αντιπαράθεσης στο κατεστημένο της κάθε εποχής. Αυτή ήταν η ιδεολογική εκδοχή.
                Σε όλα αυτά να προσθέσουμε και τα στίφη ανεξέλεγκτων Κιρκάσιων (Τσερκέζοι) Αλβανών (με πλειοψηφούντες τους Γκέκηδες) και Κονιάρων (Τούρκοι που προέρχονταν από το Ικόνιο).
                Εκείνη την εποχή, δηλαδή το 1878, στην Μακεδονία και τη Θεσσαλία κυκλοφορούσαν και ομάδες επαναστατών. ‘Ένα απέραντο χάος δηλαδή…
                Δεν είναι λίγοι και αυτοί που απέδωσαν τη ληστοκρατία αμέσως μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους στις διακρίσεις που έγιναν, όταν επιχειρήθηκε να οργανωθεί στρατός και πολλοί αγωνιστές της Επανάστασης έμειναν εκτός στρατεύματος. Έτσι αναγκάσθηκαν να στραφούν στις ληστείες για να επιβιώσουν.
Ορισμένοι, αγιοποίησαν κάποιους ληστές, επειδή μετά από ληστείες προχωρούσαν επιδεικτικά σε πράξεις φιλανθρωπίας. Κάποιοι έχτιζαν εκκλησιές, άλλοι έδιναν χρήματα σε χήρες και ορφανά, προικοδοτούσαν φτωχές κοπέλες, ενώ  σε κάποιες περιπτώσεις αναλάμβαναν αυτοί να απονείμουν δικαιοσύνη στην περιοχή, παίζοντας το ρόλο του δικαστή σε τοπικές διενέξεις.
*Απόσπασμα ειδησεογραφίας από την εφημερίδα "Πνυξ"

                Τα περιστατικά των ληστειών στον ελληνικό χώρο, τον ελεύθερο αλλά και τον αλύτρωτο, είναι αναρίθμητα. Ορισμένα προκάλεσαν διπλωματική εμπλοκή της Ελλάδας, όπως έγινε με τη ληστεία του Δήλεσι με θύματα Άγγλους το 1870. Άλλα πάλι δημιούργησαν εμπλοκή στο εσωτερικό της χώρας, όπως το 1839, όταν μπήκαν ληστές στο Γύθειο, κατάκλεψαν τα πάντα και οδήγησαν τους κατοίκους σε εξέγερση για να τους εκδιώξουν, αφού το αδύναμο κράτος αδυνατούσε να επιβάλει τον νόμο και την τάξη.
                Η ιστορία της ληστείας στη Ελλάδα, δεν έχει τελειωμό…



Ένθεν κακείθεν της συνοριογραμμής…


                Ωστόσο θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια έστω περιορισμένη ενδεικτική εικόνα των ετών 1877-1878. Επίκεντρο της ληστοκρατίας ήταν κυρίως τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Η Θεσσαλία, η Ήπειρος και η Μακεδονία, ανήκαν στις αλύτρωτες ελληνικές περιοχές. Στις ορεινές περιοχές των ελληνοτουρκικών συνόρων κατέφευγαν οι ληστρικές συμμορίες κινούμενες ένθεν κακείθεν της συνοριογραμμής. Ειδικά από το 1877 εξαιτίας της έναρξης του ρωσοτουρκικού πολέμου οι Οθωμανοί άνοιγαν τις φυλακές και ορισμένοι κακοποιοί κατατάσσονταν στον στρατό ή διέρρεαν στα βουνά, όπου με λιποτάκτες και άλλους ληστές σχημάτιζαν ληστοσυμμορίες.
                Το καλοκαίρι του 1878 ήταν βεβαρυμένο από την ληστοκρατία. Στον Όλυμπο και στην Πιερία τα χωριά είχαν πυρποληθεί από Τούρκους τακτικούς στρατιώτες και άτακτους Κιρκάσιους, Αλβανούς και Κονιάρους, που είχαν καταληστέψει τους πάντες.
                Στα τέλη Ιουνίου (οι ημερομηνίες είναι με το παλαιό ημερολόγιο) κοντά στον Αλιάκμονα και κοντά στην Κατερίνη μέρα μεσημέρι, ένα σώμα περίπου 30 Αλβανών, Κιρκάσιων  και Κονιάρων με αρχηγούς τον Κιρκάσιο Κοχαψείλη και τον Κονιάρο Τσολάκ Χουσεΐν, έσφαξαν πέντε κατοίκους του Λιτοχώρου. Η ίδια ληστοσυμμορία δέκα μέρες νωρίτερα είχα πιάσει όμηρο του Κατερινιώτη Κυπαρίσση, ζητώντας 500 λίρες λύτρα.
*Ειδήσεις για την ληστοκρατία, από την εφημερίδα "Ώρα"

                Το Λιτόχωρο αισθάνονταν μεγάλη πίεση και από 300-400 βασιβουζούκους, δηλαδή άτακτους Τούρκους στρατιώτες, που ζητούσαν από τους κατοίκους του Λιτοχώρου να παραδώσουν τους ληστές. Απέκλεισαν την κωμόπολη και δεν επέτρεπαν την έξοδο των κατοίκων μέχρι να παραδοθούν οι ληστές!!! Πριν από 10 μέρες στην περιοχή μια ληστοσυμμορία 30 ατόμων μπήκε σε γειτονικό χωριό και απήγαγε ένα Εβραίο. Αρχηγός ήταν ο Αθανάσιος Διαμαντής από το Λιτόχωρο και οι Βλάχοι Πεντεβράδες.
                Μια άλλη ομάδα 150 ανδρών (άγνωστης ταυτότητας και προσανατολισμού) που λημέριαζε εκείθεν του Αλιάκμονα, με αρχηγούς τους Δήμο Γαζάρα, Δ. Μαντζουράνη και Δαβέλη στα τέλη Ιουνίου εισέβαλαν σε δύο τουρκικά χωριά (το ένα ονομάζονταν Χάντοβο) και πυρπόλησαν τέσσερα σπίτια, σκότωσαν τέσσερις Τούρκους χριστιανομάχους και πήραν ομήρους άλλους 27.
                Άλλη συμμορία περίπου 50 ανδρών υπό τον Κατερινιώτη Καμάκα, περιφέρονταν διαρκώς γύρω από την Κατερίνη με εμφανείς προθέσεις να σκοτώσουν Τούρκους.
                Αναρίθμητες ήταν και οι μικρότερες ομάδες των 5-10 ανδρών, που μάστιζαν την ύπαιθρο.
                Η εγκληματικότητα ήταν φοβερή. Ένα χρόνο νωρίτερα το Μάιο του 1877,τριάντα  Τούρκοι λιποτάκτες, που είχαν σχηματίσει ληστοσυμμορία λήστεψαν κοντά στα Τρίκαλα το μοναστήρι της Επισκοπής, σκότωσαν τον ηγούμενο, δύο καλόγηρους και μία καλογριά και κατέστρεψαν το μοναστήρι. Στην περιοχή από τη Λάρισα ως τον Αλμυρό υπήρχαν έως και 100 λιποτάκτες, που ζούσαν πλέον ως ληστές, ενώ αναμένονταν και άλλες λιποταξίες.
*Τα νέα έφταναν και ήταν πάντα ανησυχητικά...

                Το Νοέμβριο του 1877 η εφημερίδα «Φάρος της Όρθρυος» είχε γράψει ότι στη Θεσσαλία περιφέρονταν τρεις ληστρικές συμμορίες. Η πρώτη είχε αρχηγό το Μουσλή Γλύνα, η δεύτερη τον Μουχτάρ Τσαούς και η τρίτη τον Ανδρέα Κεραμά ή Μπλαδινό. Οι τρεις συμμορίες ενώθηκαν και αποτέλεσαν μια ισχυρότερη ομάδα 40 κακοποιών, που επιδίδονταν στις συνήθεις ληστείες στα χωριά. Σε μια περίπτωση οι χωρικοί στο χωριό Μαστρογιάννη πήραν τα όπλα και τους απώθησαν ως τα λουτρά του Μοσκόβου.
                Εν τω μεταξύ τα μαντάτα που ήρθαν στην Αθήνα από το Δομοκό, ανέφεραν ότι οι υπάρχοντες Γκέκηδες, που είχαν διαπράξει πλείστα όσα κακουργήματα διατάχθηκαν με μεταβούν στον Αλμυρό. Η εφημερίδα «Ευνομία» της Λαμίας τους αποκαλούσε τέρατα και ζητούσε από την κυβέρνηση της Αθήνας να λάβει μέτρα για να μην εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος.  
                Η δραματική κατάσταση συνεχίσθηκε και την επόμενη χρονιά, το 1897, όταν και πάλι στη Θεσσαλία κυρίως εξακολούθησαν να συγκεντρώνονται τακτικά και άτακτα στρατεύματα σε πόλεις και χωριά, με αποτέλεσμα οι λιποτάκτες αλλά και οι άτακτοι να επανδρώνουν τις ληστοσυμμορίες. Θύματα ήταν πάντα οι χριστιανοί κάτοικοι και τα δεινοπαθήματά τους απερίγραπτα. Η ασφάλεια και από τις δύο πλευρές των ελληνοτουρκικών συνόρων ήταν σε οικτρή κατάσταση. Η εφημερίδα «Παλιγγενεσία» (5 Ιουνίου 1879) έγραφε: «Ουδεμία φροντίς λαμβάνεται υπό της εξουσίας προς καταδίωξιν των ληστών. Εν γένει η Θεσσαλία κατέστη κοιλάς κλαυθμώνος».
                Ανάμεσα στα άλλα αναφέρεται η απαγωγή στις 3 Ιουνίου 1879  ομάδα τεσσάρων ληστών απήγαγε τον φαρμακοποιό Κ. Πολυάδη, που μετέβαινε στη Σούρπη. Τον κράτησαν ως τις 14 Ιουνίου, οπότε οι ληστές έπεσαν σε ενέδρα και αναγκάσθηκαν να τραπούν σε φυγή αφήνοντας εκεί τον όμηρο, για τον οποίο ζητούσαν λύτρα, που δεν είχε να τα πληρώσει.
                Τον Ιούλιο ομάδα 15 ληστών οπλισμένοι με γκράδες, παραφύλαξαν στη θέση Τριζορέματα μεταξύ Ευρυτανίας και Τυμφηστού, πέντε ώρες μακρύτερα από το Καρπενήσι και λήστεψαν αυτούς που επέστρεφαν από την εβδομαδιαία αγορά του Καρπενησίου στην Λαμία και άλλα χωριά.
                Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς μεγάλες πυρκαγιές κατέστρεψαν και πολλά δάση της Θεσσαλίας.
                Προς τα τέλη Ιουλίου 1879 τα αποσπάσματα που δρούσαν στην ελληνοτουρκική μεθόριο συνέλαβαν το αρχιληστή Σπανό και τον μετέφεραν στη Λαμία για τα περαιτέρω. Παρά ταύτα, η εφημερίδα «Ευνομία» της Λαμίας έγραφε εκείνες τις ημέρες ότι στη Λοκρίδα οι φυγόδικοι περιφέρονταν ελεύθεροι στα χωριά, αφού καμιά αρχή δεν έπαιρνε μέτρα για τη σύλληψή τους. Οι ζωοκλέφτες μάλιστα είχαν γίνει θρασύτατοι.


Τα ίδια και στην Ήπειρο


                Παρόμοια ήταν η κατάσταση και στην Ήπειρο, όπου κατά την «Παλιγγενεσία» (8 Ιουνίου 1879) η ληστεία, έφτασε ακόμα και στα προάστια των Ιωαννίνων. Έγραφε μάλιστα ότι κινδύνεψαν να συλληφθούν πολίτες που έκαναν περίπατο στη λίμνη στην τοποθεσία Πόρος. Οι ληστές οι οποίοι αλώνιζαν σε ολόκληρη την Ήπειρο, ήταν Τουρκαλβανοί κυρίως, που λεηλατούσαν και κατέστρεφαν τον τόπο και ειδικότερα τα Ζαγοροχώρια. Η επαρχία της Κόνιτσας είχε ερημωθεί. Πολλά χωριά της επαρχίας αυτής είχαν υποστεί τα πάνδεινα από Αλβανούς ληστές.
Ειδικότερα η Σταρίτσιανη, με 120 οικογένειες, πέντε ώρες μακριά από την Κόνιτσα έζησε φρικτές στιγμές. Οι περίπου 80 ληστές, άρχισαν να μπαίνουν στην εκκλησία και σε σπίτια όπως των Β. Κουτσιούκη, Δ. Παπαδάδο, Ι. Παπανικολάου Β. Παπαγιαννόπουλου, Δ. Σακά κ.α. Χαρακτηριστικά μια γυναίκα η Ντίνιανα, αντιστάθηκε, παλεύοντας με τους ληστές. Την τραυμάτισαν τελικά στο μηρό και της πήραν 18 λίρες που είχε επάνω της. Αφού κατέκλεψαν τα πάντα ζεμάτισαν με καυτό λάδι άνδρες και γυναίκες, όπως τη  γυναίκα του Σακά και την κόρη τους Αγγελική.  Τον Ι. Παπαδάδο τον ζεμάτισαν με λάδι και μετά τον πήραν όμηρο. Κακοποίησαν τη σύζυγό του και τη νύφη του, ενώ τον γιό του το έδειραν και αν και αιμόφυρτος τον πήραν όμηρο. Κατέκλεψαν όλα τα καταστήματα και πήραν ομήρους ζητώντας υπέρογκα λύτρα. Καταλήστευση επίσης έγινε και στην Πριάζα και το Παλαιοσέλι. Η εφημερίδα «Ελπίς» έγραψε ότι «ωμίλουν αρβανίτικα, αραβανιτοβλάχικα και βλάχικα και φαίνεται ότι ήταν φύρδην μίγδην αλαβανοί, αρβανιτόβλαχοι και βλάχοι, διότι μεταξύ αυτών υπήρχε Κούσιός της Σαμαριναίος, ο πάντων θηριωδέστατος, όστις διηύθυνε τα πάντα εντός της κώμης, ο Λεωνίδας και ο Βασίλειος Τοπέτσας».
                Ειδικά στο Παλαιοσέλι περίπου 100 Τουρκαλβανοί συνέλαβαν αιχμάλωτο τον πρόκριτο Λούπα, ο οποίος όμως κατόρθωσε να δραπετεύσει. Έξαλλοι οι ληστές έβαλαν φωτιά στα σπίτια της κωμόπολης, αφού πρώτα τα λαφυραγώγησαν. Οι κάτοικοι έπεσαν στον ποταμό Αώο για να γλιτώσουν και κατέφυγαν στην απέναντι κωμόπολη Λεσνίτσα του Ζαγορίου. Δύναμη Οθωμανικού στρατού έσπευσε να συλλάβει τους ληστές, αλλά αυτοί ειδοποιημένοι έφυγαν προς το Σμόλικα, παίρνοντας ομήρους 15 άνδρες και γυναίκες, για τους οποίους ζητούσαν λύτρα.
                Η ζωή στην ύπαιθρο, τόσο στην απελευθερωμένη Ελλάδα, όσο και στην Τουρκοκρατούμενη, ποτέ δεν ήταν εύκολη. Η ληστοκρατία για δεκάδες χρόνια, ήταν μια αγιάτρευτη πληγή για τους κατοίκους…


Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης



ΠΗΓΕΣ
*Αρχεία εφημερίδων «Ελπίς», «Παλιγγενεσία», «Πνυξ», «Ώρα» Αθηνών, «Φάρος της Όρθρυος», «Ευνομία» Λαμίας

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ρόζη Αγγελάκη
Φοβερό, ευχαριστώ πολύ!

Ανώνυμος είπε...

Αθανασία Γάκη
Όντως Παντελή μου. Η ιστορία της ληστείας στην Ελλάδα, δεν έχει τελειωμό…

Ανώνυμος είπε...

Pinelopi Gkouma
Ένθεν κακείθεν .......... = τρόμος
Αχ.... αυτός ο τόπος, τι βάσανα έχει περάσει. Πολύ κατατοπιστικό κ. Παντελή ... σας ευχαριστώ .

Ανώνυμος είπε...

Giorgos Moraitinis
Διαφωτιστικό (όπως πάντα). Το ερώτημα είναι εάν σταμάτησε η ληστεία ν΄αποτελεί....θεσμό, καθ΄οιονδήποτε τρόπο.

Ανώνυμος είπε...

Δήμητρα Φώτου
Καλημέρα Παντελή ευχαριστώ για το θέμα. Ο προπάππος μου το 1900 εφονεύθη στην Μαγνησία με καυτά αβγά που τοποθέτησαν ληστές στην μασχάλη του. Ήταν τσέλιγκας με λίρες, που τις φύλαγε για τις κόρες του (πέντε στον αριθμό) που πέθαναν τελικά από γρίπη το 19. Μου τα έλεγε η γιαγιά μου. Όπως και ένας μακρινός συγγενής ζούσε σαν ληστής στην Ήπειρο Κατερίνη πριν την ένταξη της Θεσσαλίας στην Ελληνική επικράτεια. Όταν γύρισε στο Βόλο μετά την απελευθέρωση θέλησε να ανάψει την καντήλα του μοναχικού παρεκκλησιού της Παναγιάς κάπου στο Διμήνι. Άναψε όλα τα καντήλια, πρώτα του Πρόδρομου μου μετά της Παναγίας και όταν έφτασε στην καντήλα του Χριστού έγινε σεισμός και έσβησαν όλα εκτός της Παναγιάς. Έντρομος κατέβηκε στο Σέσκλο με φρικτή όψη (ρώτησε για τον σεισμό κανείς δεν είχε νιώσει τίποτα) και θέλησε μετά από αυτό να δει ιερέα για να εξομολογηθεί. Είχε διαπράξει απίστευτα εγκλήματα που δεν μπορώ να τα γράψω. Ο ιερέας τον συμβούλεψε να ζήσει ως ζητιάνος, γιατί την στιγμή που ούτε ο θεός τον δέχτηκε στον ναό του, αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο. Πέθανε ζητιανεύοντας και ζητούσε την τροφή του με τα λόγια "συγχωρέστε τον αμαρτωλό". Ήταν της προγιαγιάς μου θείος, γεννηθείσα η γιαγιά το 1896, βλάχος.

ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Ευχαριστώ Δήμητρα.

Ανώνυμος είπε...

Nikos Papadionysiou
Πολύ καλό Παντελή,
Ακολουθεί κάτι που είχα γράψει πριν χρόνια για τους γενέθλιους τόπους μου:
Η ληστοκρατία στην ορεινή Φθιώτιδα.
Η ληστοκρατία κράτησε στην Φθιώτιδα μέχρι το 1881. Μέχρις ότου δηλαδή ήταν παραμεθόριος. Υπήρξε αποτέλεσμα της ανέχειας των κατοίκων- αγωνιστών του 1821 της Στερεάς που έμειναν έξω από την δημιουργία του Στρατού, της συνεχιζόμενης από πριν την Επανάσταση ληστοκρατίας και της εύκολης διαφυγής των ληστών στην Θεσσαλία, όπου τους υπέθαλπαν οι Τουρκαλβανοί για να έχουν εξασθενημένη την Ελλάδα.
Βρήκα αναφορά σε «ληστεία στο χωριό Κάψι Τυμφρηστού» μαζί συνολικά με δέκα ληστείες στην περιοχή, το 1845. Σε άλλη, βουλευτής μιλώντας στη Βουλή στις 25.10.1867, περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατεί στη Φθιώτιδα, λέγει: «…. Οι λησταί αποβαλόντες πάντα φόβον της εξουσίας πολλαπλασιασθέντες εκ της κατά τα μεθόρια ανωμαλίας, παρήτησαν τα όρη και επλημμύρισαν τα χωρία της Φθιώτιδος… Το Πάσχα όλαι αι ληστρικαί συμμορίαι συνέφαγον εντός των χωρίων μετά των χωρικών, εν παντελεί αφοβία και αταραξία. Και ειδικότερα η συμμορία του Δεδούση στο Κάψι… κλπ». Αποδεικνύονται έτσι τα φιλικά αισθήματα και την υπόθαλψη για τους συγχωριανούς τους ληστές από τους χωριανούς.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...