Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Η μάχη του βοεβόδα Πέτκο με τους Πομάκους, το 1877 στην Πλαβού

*Η εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος στο βάθος, με το πέτρινο περιτοίχισμά της. Οι Βούλγαροι έχουν ανεγείρει και τον ανδριάντα του βοεβόδα Πέτκο





Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης


Η Πλαβού, που σήμερα ανήκει στην Βουλγαρία, υπήρξε μια δυναμική κωμόπολη με ακμαίους  Έλληνες κατοίκους, οι οποίοι υπέστησαν τη μοίρα όλων των Ελλήνων και βρέθηκαν κατά διαστήματα πρόσφυγες, διασκορπισμένοι σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Το όνομά της λέγεται ότι το οφείλει στο γεγονός, ότι το μισό χωριό ήταν στο πλάι του βουνού. Σήμερα ονομάζεται Πελεβούν. Βρίσκεται στην περιφέρεια του Χασκόβου.
Ο βοεβόδας Πέτκο, υπήρξε Βούλγαρος εθνικιστής, επαναστάτης και λησταντάρτης, ο οποίος έδρασε στη Θράκη κυρίως μετά το 1861. Είχε γεννηθεί στο χωριό Ντογάν Χισάρ (σήμερα Αισύμη κοντά στην Αλεξανδρούπολη) και πέθανε το 1900 στη Βάρνα, καταδιωκόμενος ως ρωσόφιλος από την κυβέρνηση Σταμπούλωφ.
Η Πλαβού με πλούσια ιστορία, συνδέθηκε με τον βοεβόδα Πέτκο το 1878, όταν την περιοχή κατείχαν οι Ρώσοι, που νίκησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την υποχρέωσαν να υπογράψει τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. 
 

*Αναφορά για την Πλαβού στα Θρακικά Έγραφα, που εναπόκεινται 
στη Βιβλιοθήκη της Βουλής (περί το 1880)


Η εξέγερση των Πομάκων


Τότε με τους Ρώσους να κυριαρχούν παντού στη Θράκη, σημειώθηκαν εξεγέρσεις των Μουσουλμάνων της Ροδόπης, δηλαδή των Πομάκων, εναντίον των Ρώσων και των Βουλγάρων
                Η μεγαλύτερη εξέγερση σημειώθηκε την άνοιξη του 1878 και προκάλεσε την ανάμειξη ακόμα και των ξένων δυνάμεων και διεθνές ενδιαφέρον. Η εξέγερση αυτή, ήδη έχει περιγραφεί μερικώς από την Καλλιόπη Μουσιοπούλου- Παπαθανάση[1]. Βασικό έγγραφο που χρησιμοποίησε, ήταν μια αναλυτική περιγραφή των συμβάντων στην ορεινή Ροδόπη, γραμμένη στις 11 Μαΐου 1878. Πολλοί Τούρκοι, από τη στιγμή της προσέγγισης των Ρωσικών στρατευμάτων, θέλοντας να αποφύγουν την εκδικητικότητα των Βουλγάρων, όσοι μάλιστα δεν μπόρεσαν να καταφύγουν στην Κωνσταντινούπολη επειδή κόπηκε η σιδηροδρομική επικοινωνία, ανέβηκαν στα απρόσιτα ορεινά χωριά της Ροδόπης. Εκεί οι αυτόχθονες Πομάκοι, ξεσπιτωμένοι Τούρκοι και λιποτάκτες δημιούργησαν ένα ενιαίο μέτωπο κατά των Ρώσων και Βουλγάρων. Το πρώτο πράμα που έκαναν ήταν να κλείσουν τις διαβάσεις. Αρχικά, οι ρωσικές αρχές δεν έδωσαν καμιά σημασία. Όταν όμως υπεγράφη η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, οι Τούρκοι πίστεψαν στις διαβεβαιώσεις των Ρώσων ότι δεν κινδυνεύουν, δέχθηκαν τις αρχές κατοχής και μάλιστα αφοπλίσθηκαν και άρχισαν να αντιμετωπίζουν επιθέσεις των Βουλγάρων. Μόλις έμαθαν όσοι βρίσκονταν ψηλά στα ορεινά τι έπαθαν οι Τούρκοι που δήλωσαν υποταγή, αμέσως αποφάσισαν να αντισταθούν με κάθε μέσον. Έκλεισαν πάλι τις διαβάσεις και τις στενωπούς της Ροδόπης και απαντούσαν με πυρά, όταν οι Ρώσοι προσπαθούσαν να περάσουν από τις δικές τους εμπροσθοφυλακές , που πρέπει να εκτείνονταν σε μέτωπο 80 χιλμ. Στη Δράμα μάλιστα, σε μυστικές συγκεντρώσεις είχαν διακηρύξει από τις 7 Μαρτίου, «πως προτιμώσι να τεθώσιν υπό το σκήπτρον του βασιλέως των Ελλήνων και μείνωσιν ευχαρίστως εις τας εστίας των, παρά υπό τον Βούλγαρο Ηγεμόνα...»[2].
                Αυτή η αντίσταση των Πομάκων της Ροδόπης εναντίον των Ρώσων και των Βουλγάρων, είχε αρχίσει πολύ νωρίς.
                Ο Αθανάσιος Ματάλας, υποπρόξενος της Ελλάδας στη Φιλιππούπολη, ειδοποιούσε  από τις 21 Μαρτίου 1878 με αναφορά του (αρ. πρωτ. 21) ότι οι Πομάκοι που αρνήθηκαν να δεχθούν τους Ρώσους, πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση.
                «Οι επί της Ροδόπης Οθωμανοί δεν υπέταγησαν εισέτι τοις Ρώσσοις. Από καιρού εις καιρό συμβαίνουν και τινές ακροβολισμοί. Επίσης τινές εξ αυτών καταβαίνουν μέχρι της πεδιάδος προς αρπαγήν ζώων και τροφών. Τα αυτά συμβαίνουσι και κατά τα μέρη Χάσκιοϊ υπό των Κιρτζαλήδων».[3] 
*Ο Άγιος Παντελεήμων της Πλαβούς σήμερα. Οι Βούλγαροι έχουν διατηρήσει τα αποτυπώματα από τη μάχη του 1878.

                Στις 28 Μαρτίου 1878 ο πρόξενος της Ελλάδας Ν. Γεννάδης από την Αδριανούπολη, στέλνει και νέα έκθεση προς την Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, γράφοντας:
                «Σήμερον έλαβον επιστολήν εξ Ορτάκιοϊ δι’ ής με πληροφορούσιν ότι τρεις Χριστιανοί κάτοικοι των επί της Ροδόπης χωρίων σταλέντες επί τούτω εις Ορτάκιοϊ ανήγγειλον ότι οι Οθωμανοί οικούντες επί της Ροδόπης περί τους τρισχιλίους συγκεντρωθέντες υπό την αρχηγίαν Οθωμανού τινός Τζιαναβαρλή καλουμένου, άλλοτε ληστάρχου, βαδίζουν προς Ορτάκιοϊ ευρισκόμενοι νυν εν τοις χωρίοις Αβράμ και Δαουτλί. Εις ταύτα ο επιστέλων μοι προστίθησι ότι κατά τινα φήμην κυκλοφορούσα εκεί, το πολυάριθμον αυτό ληστρικό σώμα συνεπλάκη μετά του εν Καβάκι σταθμεύοντος Ρωσσικού αποσπάσματος εκ 400 ανδρών συγκειμένου και ανάγκασαν αυτό να τραπεί εις φυγήν».
                Μέσα στην αναμπουμπούλα της εξέγερσης των Πομάκων, άρχισε να δουλεύει παρασκηνιακά και ο υποπρόξενος της Αυστροουγγαρίας στην Καβάλα, ο οποίος προσπαθούσε να πείσει τους εξεγερμένους να ζητήσουν την προσάρτηση της περιοχής στην Αυστρία και όχι στην Ελλάδα ή τη Βουλγαρία.
Το Μάρτιο επίσης εκείνου του κρίσιμου χρόνου περιόδευσε στην περιοχή Σερρών, στα πλαίσιο μιας μεγάλης περιοδείας του στη Μακεδονία ο απόστρατος συνταγματάρχης του Αγγλικού Ιππικού Synge[4], ο οποίος είχε προσληφθεί  από τον διοργανωτή της Τουρκικής Αστυνομίας Μπέικερ, στην υπηρεσία των Τούρκων, αλλά δεν έπαψε να δουλεύει για τα συμφέροντα της Αγγλίας. Ήταν μάλιστα ιδιοκτήτης τσιφλικιού στην Βέροια[5]. Ο Synge στο Νευροκόπι, δηλαδή στις δυτικές παρυφές των δυσαρεστημένων Πομάκων, σε συγκέντρωση κατοίκων, υποσχέθηκε... Αγγλική προστασία για την περιοχή!     
                Στις 10 Απριλίου ο υποπρόξενος στην Καβάλα Αρ. Παπαδόπουλος πληροφορούσε τον Γενικό Πρόξενο της Θεσσαλονίκης, ότι στην περιοχή του Αχή Τσελεμπή, που απείχε 7 ώρες από την Ξάνθη, έξι μέρες νωρίτερα οι Πομάκοι που είχαν επαναστατήσει πήραν τα αποθηκευμένα όπλα των Ρώσων που τα φύλαγαν οι Βούλγαροι στο Ράικοβο, κατέλυσαν τις βουλγαρικές αρχές που είχαν εγκαταστήσει οι Ρώσοι, εγκατέστησαν δικές τους αρχές και επανέφεραν την έδρα της διοίκησης από το Τσατάκι στο Πασμακλή. Οι επαναστάτες κακοποίησαν το Βούλγαρο διοικητή και τους άλλους υπαλλήλους και μετά απέκλεισαν τις οδικές προσβάσεις από Φιλιππούπολη, Ξάνθη και Γκιουμουλτζίνα.
                Όπως ελέγετο τότε, την επανάσταση υποκινούσε το μυστικό Οθωμανικό Κομιτάτο της Δράμας, το οποίο εστρέφετο κατά των Βουλγάρων.
                Παρόμοια στοιχεία για την εξέγερση της Ροδόπης, δίνει και ο υποπρόξενος στις Σέρρες Ι. Παπακωστόπουλος με έγγραφό του προς τον υπουργό Εξωτερικών Θ. Δηλιγιάννη στις 15 Απριλίου 1878[6]. Σύμφωνα με επιστολές που είχε πάρει από την περιοχή Αχή Τσελεμπή 3.000 άτομα που δεν άντεχαν τις καταπιέσεις των Βουλγάρων αναγκάσθηκαν να διαρρήξουν μια αποθήκη όπλων, να εξοπλισθούν και να καταλύσουν τη Διοικητική Επιτροπή, που απαρτίζονταν από Βούλγαρους.  
*Η αναμνηστική πλάκα για τον βοεβόδα Πέτκο, 
που υπάρχει σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα
  
Οι Ρώσοι αντιμετώπιζαν με αμηχανία τους επαναστάτες και δεν αποτολμούσαν επίθεση. Το γιατί, το εξηγούσε σε έγγραφό του ο πρόξενός μας στην Αδριανούπολη Ν. Γεννάδης με ημερομηνία 24 Μαΐου 1878[7] στο οποίο έγραφε:
                «Την παρελθούσαν Κυριακήν 21 ισταμένου μηνός πολυάριθμοι Μουσουλμάνοι εκ των λεγομένων επαναστατών της Ροδόπης εισβαλόντες εις το αποκλειστικώς υφ’ Ελλήνων οικούμενον χωρίον Πλαβού τρεις ώρας απέχον της ΝΔ της Αδριανουπόλεως κειμένης και έξ ώρας από αυτής απεχούσης ελληνικής κωμοπόλεως Ορτάκιοϊ, ουκ ολίγους των κατοίκων άνδρας και γυναίκας εφόνευσαν, λεηλατήσαντες δ’ αυτό έθεσαν κατόπιν πυρ εις διάφορα μέρη και είτα απήλθον. Οι κάτοικοι του χωρίου όσοι ηδυνήθησαν να διαφύγωσι της μαχαίρας των κακούργων κατέφυγον εις Ορτάκιοϊ και άλλα πλησιόχωρα μέρη εν οικτρά καταστάσει. Ο διοικητής του εν Ορτάκιοϊ ρωσσικού στρατιωτικού αποσπάσματος, καίτοι ειδοποιηθείς περί του γεγονότος τούτου την πρωίαν της Κυριακής μόλις την εσπέραν της αυτής ημέρας εξέπεμψεν δύο λόχους πεζικού προς καταδίωξιν των κακούργων οίτινες είχον απέλθει του χωρίου πολύ προ της εκείσε αφίξεως της στρατιωτικής ταύτης δυνάμεως.
                Επισκεφθείς χθες τον ενταύθα γεν. διοικητήν στρατηγόν Βελιαμίνωφ ελάλησα αυτώ περί του συμβάντος αυτού, αλλ’ ούτος ηγνόει ή τουλάχιστον προσεποιήθη ότι ηγνόει αυτό και με παρεκάλεσε να τω επαναλάβω όσας είχον λάβει πληροφορίας περί της υποθέσεως ταύτης. Περί της εξεγέρσεως δε ταύτης των Τούρκων, γενικώς λαλών ώστε παρόντος και του διευθύνοντος το ενταύθα Αγγλικόν Προξενείον, όστις μεγίστην αποδίδει εις αυτήν σπουδαιότητα, ότι δεν είναι ποσώς σπουδαία και ότι ταχέως θέλει καταβληθεί. Ανεβίβασαν τινές τον αριθμόν των ανταρτών εις πεντηκοντακισχιλίους, ενώ δεν είναι πλείστοι των 4-5 χιλιάδων, εξ ών μόνον εισίν καλώς οπλισμένοι δι’ όπλων Μαρτίνη κατατετμημένοι δε εις πολλά μικρά αποσπάσματα, εξηκολούθησε λέγων και επί των ορέων πλανώμενοι άνευ διευθύνσεως ουδεμία αμφιβολία ότι εντός ολίγου θέλουσι αφανισθή.
                Αγνοώ κατά πόσον αι προρρήσεις αύται του στρατηγού Βελιαμίνωφ θέλουν πραγματοποιηθεί. Ότι όμως είναι αναντίρρητον και ανεξήγητον εν ταυτώ είναι ότι οι Ρώσσοι δεν έλαβον εισέτι σπουδαία μέτρα προς καταδίωξιν των τουρκικών τούτων ορδών. Εφ’ όσον οι Τούρκοι μένουσιν εν ταις επί των ορέων κατεχομέναις υπ’ αυτών θέσεσιν, οι Ρώσσοι δεν προσβάλλουσιν αυτούς, μόνον δ’ όταν πληροφορηθώσιν ότι εισέβαλον εις τι Χριστιανικόν χωρίον αποστέλλουσι λόχους τινάς προς καταδίωξιν αυτών και τούτο δ’ ως επί το πλείστον γίνεται κατόπιν εορτής. Ίσως οι Ρώσσοι φοβούνται ότι αν αποφασίσωσιν να προσβάλωσι σπουδαίως τους Τούρκους θέλουν αναγκασθή να διαθέσωσι πολλάς δυνάμεις προς κατατρόπωσιν αυτών το μεν, διότι ο αριθμός των ανταρτών θέλει ίσως εν τοιαύτη περιπτώσει αυξήσει, το δε, διότι αι θέσεις αι κατεχόμεναι υπ’ αυτών εισί λίαν οχυραί, εννοείται δ’ ότι ασύμφορον όλως θεωρούσι το να θυσιάσωσι μέρος του ικανώς προ πολλού ήδη, υπό του τύφου δεκατιζομένου στρατού αυτών και να φανώσιν εξ άλλου ασθενείς απέναντι Τουρκικού επαναστατικού όχλου.
                Όπως ποτ’ αν ή το βέβαιον είναι, ως προείρηται ότι οι Ρώσσοι δεν απεφάσισαν να λάβωσι μέτρα δραστήρια προς καταστολήν της μουσουλμανικής ταύτης εξεγέρσεως». 
*Από τα Θρακικά Έγγραφα της Βιβλιοθήκης της Βουλής, με αναφορά στην Πλαβού.
  
                Το συμπέρασμα που βγαίνει από το έγγραφο αυτό, είναι ότι η εξέγερση των Μουσουλμάνων της Ροδόπης ήταν ουσιαστικά ακαθοδήγητη, ενώ ο ρωσικός στρατός από την άλλη πλευρά, αποδεκατίζονταν από την επιδημία τύφου. Η επιδημία αυτή είχε πλήξει τη Θράκη, από τις αρχές Μαρτίου 1878 τουλάχιστον.
*Οι Βούλγαροι στο τοπικό μουσείο, έχουν το πορτρέτο του βοεβόδα Πέτκο


Η εξέγερση της Ροδόπης στον Τύπο


                Η εξέγερση των επαναστατών της Ροδόπης έγινε θέμα και στον ελληνικό, αλλά και στον ευρωπαϊκό Τύπο.
                Ο «Ανατολικός Κήρυκας» της Κωνσταντινούπολης, που κυκλοφορούσε στην αγγλική γλώσσα, έγραψε τον Απρίλιο και αναδημοσίευσε η «Παλιγγενεσία» των Αθηνών, ότι οι επαναστάτες ανέρχονταν σε 30.000 και πρόσθετε: «Από των ορέων του Σουλτάν Γερή προς Δ. του Διδυμοτείχου και από του Έβρου, η επανάστασις επεξετάθη προς Β. άχρι της κοιλάδος της Κρίχμας».[8] Οι εξεγερμένοι διαμαρτύρονταν κατά του νέου ρωσοβουλγαρικού πολιτικού οργανισμού της Βουλγαρικής Ηγεμονίας.
                Οι μέρες περνούσαν και η επανάσταση της Ροδόπης επεκτείνονταν[9]. Οι Πομάκοι επαναστάτες και οι Κιρτζαλήδες κατέβαιναν ακόμα και στην πεδιάδα της Φιλιππούπολης ενώ ο στρατιωτικός διοικητής της ζητούσε επικουρίες από την Αδριανούπολη. Πολεμική ατμόσφαιρα επικρατούσε και στο Αχή Τσελεμπή και στο Χάσκιοϊ.
                Λίγες μέρες αργότερα τα πρακτορεία Χαβά και Ρώυτερ[10] μετέδωσαν από τη Φιλιππούπολη ότι οι μουσουλμάνοι επαναστάτες της Ροδόπης απηύθυναν προκήρυξη προς τους Χριστιανούς της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Ηπείρου καλώντας όλους στα όπλα για υπεράσπιση «της κοινής πατρίδος κατά του κοινού εχθρού». Υπόμνημα όμως στις ευρωπαϊκές δυνάμεις δια των προξένων υπέβαλαν και οι Έλληνες της Φιλιππούπολης ζητώντας «θεραπείαν της αφορήτου καταστάσεως αυτών».
                Οι «Τάιμς» του Λονδίνου έγραφαν[11]:
                «… Η εν Ροδόπη στάσις επιταχύνει την ελληνοτουρκικήν συμπάθειαν. Οι πλείστοι των αγωνιζομένων είναι ουχί Πομάκοι μογγόλοι, αλλ’ εξισλαμισθέντες  Έλληνες, της καυκασίας φυλής, αείποτε μνήμονες της ελληνικής αυτών καταγωγής».
                Ο Ιούνιος του 1878 βρήκε τους Πομάκους να συνεχίζουν ακατάβλητοι την εξέγερσή τους.
*Η Πλαβού (Plevun σημέρα) στο χάρτη σε σχέση και με τα ελληνικά σύνορα


Τι συνέβη στην Πλαβού


Μέσα στη γενική αναστάτωση στη Θράκη, πρόεκυψε η μάχη του βοεβόδα Πέτκο με τους εξεγερμένους Πομάκους. Ήταν η 21η Μαΐου 1878, όταν έγινε η επίθεση των Πομάκων στην ελληνική κωμόπολη.
Τι είχε συμβεί και προκάλεσε την επίθεση;
Την προηγούμενη μέρα, είχε καταφθάσει εκεί ο βούλγαρος εθνικιστής και λησταντάρτης Πέτκο- συνεργάτης των Ρώσων- με τους άνδρες του ενισχυμένος και με κάποιους Κοζάκους του ρωσικού στρατού και οχυρώθηκε στο καμπαναριό της εκκλησίας, γιατί είχαν ζητήσει προστασία οι κάτοικοι της κωμόπολης αυτής. Οι Πομάκοι που το έμαθαν, δεν είδαν με καλό μάτι την παρουσία του Πέτκο και ξεκίνησαν επίθεση με τουλάχιστον 3.000 άνδρες.
Η μάχη ήταν σφοδρή και κράτησε εννέα ώρες. Οι κάτοικοι στην πλειοψηφία τους εγκλωβίστηκαν στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος, η οποία είχε ανεγερθεί το 1843. Άλλοι πάλι παρέμειναν στα σπίτια τους. Από τη μάχη εκείνη έχασαν τη ζωή τους περίπου 200 Πομάκοι και αρκετοί κάτοικοι της Πλαβούς. Έγιναν πολλές λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών και αποθηκών. Κάποιοι διέσπασαν τον κλοιό και κατέφυγαν στο Ορτάκιοϊ και στα γύρω χωριά.
Πιο αναλυτικά και σύμφωνα με βουλγαρικές πηγές, οι κάτοικοι της Πλαβούς έστειλαν απεσταλμένους στην Αδριανούπολη, ζητώντας προστασία των Ρώσων, γιατί είχαν απειληθεί όπως έλεγαν από διάφορους μπασιμπουζούκους. Η Πλαβού όμως δεν βρίσκονταν σε εμπόλεμη ζώνη και οι Ρώσοι αρνούνταν να επέμβουν. Τότε σκέφθηκαν τη λύση του βοεβόδα Πέτκο. Τον διέταξαν να πάει στην Πλαβού με άνδρες της ληστανταρτικής ομάδας του και με συνοδεία λίγων έφιππων κοζάκων. Σ’ αυτούς καθ’ οδόν προστέθηκαν και μερικοί Έλληνες της Αδριανούπολης, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι ήθελαν να πάνε στην Πλαβού για να αγοράσουν καπνά. Οι Έλληνες είχαν μαζί τους τουφέκια τύπου Μαρτέν. Ο Πέτκο ειδοποίησε όλους τους δικούς του και όλοι μαζί έφτασαν στην ελληνική κωμόπολη χωρίς να συμβεί τίποτα καθ’ οδόν. Στην Πλαβού ο Πέτκο κάλεσε τους προεστούς και τον ιερέα, ζητώντας να προετοιμάσουν τους κατοίκους, αν θέλουν να εγκαταλείψουν το χωριό.
Την επομένη, μέρα γιορτής των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όλοι ήταν στην εκκλησία. Τότε ειδοποιήθηκε ο Πέτκο, ότι στο χωριό προσεγγίζουν επιδρομείς. Αυτός διέταξε να κλειστούν όλοι οι κάτοικοι στην εκκλησία, η οποία περιβάλλονταν από ψηλό πέτρινο εξωτερικό τοίχο. Ο ίδιος σκαρφάλωσε στο καμπαναριό, απ’ όπου παρατήρησε ότι το χωριό ήταν κυκλωμένο από άτακτους. Έτσι αποφάσισε να αντισταθεί. Ταυτόχρονα έγραψε τέσσερα ομοιόμορφα σημειώματα προς τα πλησιέστερα ρωσικά φυλάκια, τα έδωσε στους τέσσερις κοζάκους και τους διέταξε να φύγουν από τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις, να τα μεταφέρουν και να ζητήσουν βοήθεια. Εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι τρείς κοζάκοι πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν, αλλά ο τέταρτος μπόρεσε να διαφύγει με τα πόδια γιατί το άλογό του σκοτώθηκε. Με τα πόδια κατόρθωσε να φτάσει σε ρωσικό φυλάκιο και να ζητήσει βοήθεια.
Εν τω μεταξύ οι εξεγερμένοι Πομάκοι, άρχισαν να μπαίνουν στο χωριό και να κατευθύνονται προς την εκκλησία, που την υπεράσπιζαν λίγοι λησταντάρτες στους οποίους ο Πέτκο είχε δώσει εντολή να πυροβολήσουν στο ψαχνό αν χρειαστεί.
Έτσι άρχισε σκληρή μάχη, που κρατούσε ως το δειλινό. Σε κάποια στιγμή οι επιδρομείς μπόρεσαν να βάλουν φωτιά σε συσσωρευμένη ξυλεία που υπήρχε στον περίβολο της εκκλησίας, για να χρησιμοποιηθεί στο σχολείο, που ανεγείρονταν δίπλα.
Ο Πέτκο που ήταν επάνω στο καμπαναριό κάποια στιγμή πληγώθηκε στο μάγουλο και στον ώμο, αλλά του επέδεσαν τα τραύματα πρόχειρα κάποιες γυναίκες.
Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Τα έγκλειστα γυναικόπαιδα άρχισαν να αποθαρρύνονται. Ο Πέτκο σκέφτηκε να παραπλανήσει τους επιτιθέμενους για να κερδίσει χρόνο. Έτσι έβγαλε λευκό μαντήλι θέλοντας να δείξει πρόθεση παράδοσης. Ο ορυμαγδός της μάχης σταμάτησε και ο Βούλγαρος βοεβόδας ζήτησε να έρθουν μπροστά στις φλεγόμενες πόρτες της εκκλησίας δύο άτομα για να διαπραγματευθεί… Προσέγγισαν καμιά δεκαριά. Ζήτησε χρόνο δύο ωρών για να καθησυχάσει τα οδυρόμενα γυναικόπαιδα και να πείσει και τους άλλους συντρόφους του να παραδοθούν. Ο ίδιος είχε την ελπίδα ότι θα καταφθάσει η βοήθεια που ζήτησε. Κατέβηκε από το καμπαναριό και μπήκε στην εκκλησία ζητώντας να ησυχάσουν όλοι και να ακολουθούν τις οδηγίες του για να μπορέσουν να σωθούν.
*Ο βοεβόδας Πέτκο

Οι εξεγερμένοι της Ροδόπης μπήκαν στο χωριό και έστρωσαν βελέντζες κοντά στο ναό σε ένα ωραίο ξέφωτο. Ύστερα ήρθαν οι αρχηγοί τους, οι οποίοι έφεραν ρακί και άρχισαν να γλεντάνε. Εν τω μεταξύ ο παμπόνηρος Βούλγαρος ετοίμασε τρείς συντρόφους του, τους οποίους διέταξε σε δεδομένη στιγμή να πυροβολήσουν και να εκτελέσουν τους αρχηγούς.
Όταν αυτό συνέβη και έπεσαν οι πυροβολισμοί δημιουργήθηκε ένας πανικός και οι Ροδοπαίοι άρχισαν υποχωρούν στην άκρη του χωριού εγκαταλείποντας νεκρούς, τραυματίες και οπλισμό.
Για το περιστατικό της εκτέλεσης των επικεφαλής των άτακτων Μωαμεθανών, υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή.
Όταν άρχισε να σουρουπώνει, αυτοί ως πιστοί Μουσουλμάνοι αποσύρθηκαν για το «ναμάζ» την προσευχή τους δηλαδή. Και μετά άρχισαν να τρώνε, οπότε ήρθε και η ώρα του καφέ.  Ο πανούργος Πέτκο ενώ τω μεταξύ προετοίμασε τους τρείς εκτελεστές και τους συμβούλευσε να παρατηρήσουν σε ποιους θα σερβίρουν πρώτους τον καφέ. Αυτοί είναι οι επικεφαλής, αυτούς να σημαδεύουν. Όπερ και εγένετο…  Έτσι ο πανικός που δημιουργήθηκε, οδήγησε τους επιτιθέμενους να αποσυρθούν.
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάσει. Ο βοεβόδας ειδοποίησε τους έγκλειστους στην εκκλησία να βγουν και να τον ακολουθήσουν για να ξεφύγουν από τον κλοιό των επαναστατών. Έτσι η φάλαγγα των πολιορκημένων άρχισε να κατευθύνεται προς τα χωράφια, για να βγει στη μεγάλη δημοσιά. Οι οπλισμένοι Έλληνες της Αδριανούπολης προχωρούσαν μπροστά. Ο ένας μάλιστα ήταν και τραυματίας. Κάποια από τα εγκαταλελειμμένα όπλα ήδη είχαν δοθεί και σε κατοίκους της Πλαβούς. Μετά από πορεία δύο ωρών, συνάντησαν τα 200 παλληκάρια του Πέτκο που έρχονταν προς την Πλαβού. Ανάμεσά τους υπήρχαν και δέκα Ρώσοι στρατιώτες.
*Η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονος της φερωνύμου εκκλησίας της Πλαβούς 
(από το βιβλίο του Απόστολου Γ. Μαβινίδη)


Σώθηκαν οι κάτοικοι της Πλαβούς


Οι κάτοικοι της Πλαβούς είχαν σωθεί, κατευθυνόμενοι προς το Ορτάκιοϊ. Οι σύντροφοι του βοεβόδα ενισχυμένοι και με οπλισμένους κατοίκους του χωριού γύρισαν πίσω και έδιωξαν τους επιδρομείς. Τους καταδίωξαν και έπιασαν αιχμαλώτους στα χωριά Ντεμιρλέρ (σήμερα ονομάζεται Ζελαζίνο) και Μισελίμ (σήμερα ονομάζεται Κόντοβο) στην περιοχή Ιβαΐλοβγκραντ.
Η συμπλοκή στην Πλαβού ήταν πολύνεκρη. Βουλγαρικές πηγές μιλάνε για 200 νεκρούς Πομάκους, για άγνωστο αριθμό τραυματιών, ενώ η «ντρουζίνα» δηλαδή η ομάδα του Πέτκο είχε ένα νεκρό και τέσσερις τραυματίες. Η μάχη εκείνη θεωρήθηκε ότι έθεσε τέλος στην εξέγερση των Πομάκων, την οποία είχε υποδαυλίσει ο Άγγλος λοχαγός Σαιν  Κλαίρ.
Ο Πέτκο μεταφέρθηκε στην Αδριανούπολη και τον νοσήλευσαν Ρώσοι γιατροί.
Η ελληνική Πλαβού σώθηκε τότε, αλλά αργότερα ακολούθησε τη δραματικής μοίρα της Βόρειας Θράκης και σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία.


Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης




[1] «Σελίδες ιστορίας- Θράκη- 1870-1886», σελ. 119
[2] «Σελίδες ιστορίας- Θράκη- 1870-1886», σελ. 120
[3] ΙΑΥΕ 1878 φάκ, ΑΑΚ/Γ
[4] «Σελίδες ιστορίας- Θράκη- 1870-1886», σελ. 107
[5] Όπως  αναφέρει ο Ε. Κωφός στο βιβλίο του «Ο αντάρτης επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος» Εκδόσεις «Δωδώνη» 1992, σελ. 108, ο Synge απήχθη στις αρχές του 1880 από το ληστή του Ολύμπου Νίκο. Οι Βρετανοί για να τον απελευθερώσουν πλήρωσαν 12.000 λίρες, που προέρχονταν από τη φορολογία των Κυπρίων και προορίζονταν για την εξόφληση βρετανικού χρέους προς τον Σουλτάνο.
[6] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/Η΄
[7] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/Ε΄
[8] 15 Απριλίου 1878
[9] «Παλιγγενεσία» Αθηνών 24 Απριλίου 1878
[10] 28 Απριλίου 1878
[11] Αναδημοσίευση στην «Παλιγγενεσία» Αθηνών στις 4 Μαΐου 1878.



 ΠΗΓΕΣ
*Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών
*Απόστολου Γ. Μαβινίδη «Οι Πλαβιώτες και το χωριό τους» Θεσσαλονίκη 2012
*Τύπος εποχής



Υ.Γ. Για τη γενικώτερη δράση του βοεβόδα Πέτκο, διαβάστε στις θέσεις


Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...