Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

ΜΝΗΜΕΣ ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ: ΜΑΧΗΣ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ- ΜΑΧΗΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

 *Μεταφορά τραυματία στο βουνά της Βορείου Ηπείρου


Γράφει ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Πατιαλιάκας

                Η Ιταλία, στο πλαίσιο της εφαρμογής των επεκτατικών σχεδίων της στη Μεσόγειο, κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940. Οι επιχειρήσεις μεταξύ των αντιπάλων έλαβαν χώρα σε δύο  επιμέρους θέατρα επιχειρήσεων, της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, με ενδιάμεσο σύνδεσμο τον τομέα της Πίνδου. Η Ελληνοϊταλική σύγκρουση διακρίνεται σε τρεις περιόδους, στις αμυντικές επιχειρήσεις στην Ήπειρο και στη Βορειοδυτική Μακεδονία (28 Οκτωβρίου-13 Νοεμβρίου 1940), στην αντεπίθεση και προέλαση του Ελληνικού Στρατού στη Βόρειο Ήπειρο (14 Νοεμβρίου 1940-6 Ιανουαρίου 1941) και στις επιθετικές επιχειρήσεις του Β΄ Σώματος Στρατού και εαρινή επίθεση του Ιταλικού Στρατού (7 Ιανουαρίου-26 Μαρτίου 1941).
                Οι ανεπιτυχείς επιχειρήσεις της Ιταλίας για ταχεία κατάληψη της Ελλάδας προκάλεσαν την επέμβαση της Γερμανίας. Η εισβολή των Γερμανικών στρατευμάτων στο έδαφος της Ελλάδας, στις 6 Απριλίου 1941, σήμανε την έναρξη της Μάχης των Οχυρών, του τετραήμερου αγώνα στα 21 οχυρά της Γραμμής Μεταξά, κατά μήκος της Ελληνο-Βουλγαρικής Μεθορίου. Μετά τη διάσπαση της αμυντικής τοποθεσίας από τα Ελληνο- Γιουγκοσλαβικά σύνορα η Γερμανική προέλαση συνεχίσθηκε προς την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα και περατώθηκε με την κατάληψη στις 27 Απριλίου της Αθήνας και αργότερα και της Πελοποννήσου. Στις 20 Μαΐου 1941 στη Κρήτη οι Ελληνικές Δυνάμεις μαζί με τα  Συμμαχικά στρατεύματα δέχθηκαν την επίθεση του πιο επίλεκτου στρατιωτικού σώματος του Γ΄ Ράιχ, τους αλεξιπτωτιστές. Μετά από άνισο αγώνα η Κρήτη στις 31 Μαΐου καταλήφθηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα, παρά την άμυνα των Βρετανο- Ελληνικών στρατευμάτων και την γενναία αντίσταση του λαού της νήσου. Από την πρόσφατη έκδοση «Μνήμες Πολέμου 1897-1974, οι αγώνες του Ελληνικού Έθνους μέσα από προσωπικές μαρτυρίες», της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, αντλούμε τις ακόλουθες μαρτυρίες:
*Οι ηρωικοί φαντάροι μας...

1. Σιδηροδρομικός Σταθμός Τρίπολης.
                «Τα μάτια έτρεχαν κρουνηδόν δάκρυα και η καρδιά όλων όσων μας συνόδευαν ήταν σφιγμένη από πόνο, περισσότερο όμως των συζύγων μας, που παρουσίαζαν εικόνα δραματική. Κρεμασμένες η κάθε μια από τον λαιμό του συζύγου της, μας καταφίλαγαν με κλαυθμούς και οδυρμούς, δεχόμενες ταυτοχρόνως το θερμό και στοργικό φιλί του αποχαιρετισμού του συζύγου».
                «Τότε...στα βουνά της Βορείου Ηπείρου 1940-41» του Στεφάνου Ι. Κολλίντζα.
*Επίθεση με εφ' όπλου λόγχη στη Γκραμπάλα

2. Υψώματα Ψηλορράχης- Γκραμπάλας Ιωαννίνων, 2 Νοεμβρίου 1940.
                «Το πυροβολικό μας ανταποδίδει, χαλάει ο κόσμος εις όλον το μέτωπον από το Χάνι Δελβινακίου μέχρι του τομέως μας και της Κονίτσης, που έβλεπα εγώ. Μέχρι το μεσημέρι συνεχίζετο η κατάστασις αυτή, ο εχθρός μας καθήλωσε εις τας θέσεις μας, χωρίς να μπορούμε να βγάλουμε ούτε το κεφάλι μας έξω, περί τα 35 πυροβόλα μας βάζανε συνεχώς, σαν βροχή πέφτουν αι οβίδες, τα παιδιά όλα εις τας θέσεις των, φώναζα κάθε τόσο ασυναίσθητα: Μη φοβάσθε παιδιά, ευτύχημα που περισσότερα εχθρικά βλήματα δεν σκάγανε, αν συνέβαινε το αντίθετο, εγώ πρώτος έπρεπε από το πρωί να είχα κομματιαστεί, γιατί πάλιν ένα βλήμα των 105 χιλιοστών ήταν δίπλα μου μισοβυθισμένο στο έδαφος, χωρίς να εκραγή και εις απόστασιν ολιγότερον του μέτρου, μόνο από τα χώματα και τις πέτρες διατρέχαμε περισσότερον κίνδυνον, γι αυτό επαναλαμβάνω, ο θεός ήταν με το μέρος μας, για την άδικον αυτήν επίθεσιν, που δεχόμεθα από τους μακαρονάδες».
                «Στον Πόλεμο του 1940» του Κωνστ. Αναγνωστόπουλου, Εφέδρου Ανθυπολοχαγού στο μέτωπο.
*Γυναίκες της Πίνδου βοηθούν τον Στρατό

3. Πίνδος, Νοέμβριος 1940, από τις σημειώσεις της Φρόσως Ιωαννίδου.
                «Ξεκινώ με τ΄αυτοκίνητο ως τη Δοβρά. Εκεί μαθαίνω ότι η παραπέρα συγκοινωνία κόπηκε. Οι Ιταλοί έφθασαν από τον Αώο στο Βρυσοχώρι κι΄ότι είναι επικίνδυνο να προχωρήσω. Ούτε μέσον υπήρχε. Τους βλέπω όλους ανάστατους, ξεσηκωμένους, να τραβάν άλλοι κατά δω, άλλοι κατά κει. Όμως δεν βλέπω γυναίκες.
                -Πούναι οι γυναίκες; ρωτάω.
                -Αι γυναίκες, μου λέει ο Ανθυπασπιστής Δοβράς, Σιμετζής, κουβαλάνε τα κανόνια και πολεμοφόδια και τ΄ ανεβάζουν στην Γκραμπάλα, κι άλλες από την άλλη μεριά, στην Γκαμήλα.
                Τ΄ακούω και δεν το πιστεύω. Πώς είναι δυνατόν; Πώς μπορούν να ανεβούν γυναίκες φορτωμένες σ΄ αυτά τ΄ απάτητα βουνά, π΄ ανεβαίνουν μόνο τα ζαρκάδια; Πρωτάκουστο!...».
                «Μαρτυρίες 40-44» των Κωνστ. Χατζηπατέρα- Μαρίας Σ. Φαφαλιού.

4. Ήπειρος, 19 Νοεμβρίου 1940.
                «Εν τω μεταξύ τριγύρω μου είχαν αρχίση οι άλλοι το ψάξιμο, είναι βλέπης φυσικός νόμος του νεκρού να υποστή και τη ληστεία. Δίχως να θέλω ξεκούμπωσα τη μια τσέπη του νεκρού, που είχα στα πόδια μου, τράβηξα μια φωτογραφία, ήταν αυτός η γυναίκα του και τα δύο παιδάκια, την ξανάβαλα στη θέση της, γιατί μου ήταν αδύνατον να συνεχίσω το απάνθρωπο αυτό έργο. Ένας δίπλα που με κύταξε και θα του φάνηκα κάπως διαφορετικός με ρώτησε τι έπαθα και αν είναι ψυρισμένος αυτός που ήταν εμπρός μου, με μια κίνηση  του κεφαλιού του έδωσα να καταλάβη ότι ήταν ψαγμένος».
                «Πώς πέρασα και τι είδα στην εκστρατεία του 1940» του Στέλιου Πατρικίου, Δεκανέα στο μέτωπο.

5. Νοέμβριος 1940. Από το ημερολόγιο πολέμου του Κωνστ. Κυζούλη.
                «Κάθε μέρα στο αναρρωτήριο γινότανε σωστή παρέλαση των κρυοπαγημένων.Τα πόδια τους ήτανε πρησμένα, μ΄ ένα κόκκινο χρώμα, που αργότερα μελάνιαζε και γινότανε μαύρο, σαν η γάγγραινα προχωρούσε. Μεγάλες φουσκάλες με μαυριδερό, θολό υγρό, ήτανε στις πατούσες και στα δάχτυλα κι έβλεπες ολάκαιρες πέτσες να κρέμουνται, σαν κουρέλια, καθώς είχανε σπάσει και κάτωθέ τους η κόκκινη σάρκα να στάζει αίμα. Όλοι τους είχανε αφόρητους πόνους και νομίζανε, πως τους τρυπούσαν το πέλμα με ξιφολόγχη και περπατούσανε αργά-αργά, με κάποιο αυτοματισμό, σαν με ξένα πόδια, καθώς δεν είχαν το αίσθημα που πατούσανε».
                «Μαρτυρίες 40-44» των Κωνστ. Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού.
*Το Πυροβολικό έκανε θαύματα με τις εύστοχες βολές του.

6. Αλβανία Δεκέμβριος 1940.
                «Οι τσολιάδες ύστερα από πόλεμο ενός και πλέον μηνός, με εξαντλητικές πορείες, μέσα στα χιόνια και στις βροχές, με ανύπαρκτη τροφοδοσία, γυμνοί και ξυπόλυτοι είχαν μεταβληθεί σε φαντάσματα. Με πόδια χωρίς άρβυλα, δεμένα με πανιά, εβάδιζαν επάνω στα χιόνια, στ΄αγκάθια και στους κοφτερούς βράχους. Το αίμα έτρεχε και η δυσεντερία εθέριζε τα ηρωϊκά παιδιά της Αιτωλοακαρνανίας και της Ευρυτανίας. Την ημέραν πολεμούσαν και το βράδυ καταυλιζόταν σε απρόσιτες κορυφογραμμές, ανάμεσα σε χιονοθύελλες και στις ανεμοζάλες. Με ρούχα μουσκεμένα από τις βροχές, κουρελιασμένα από τα σκαρφαλώματα στους βράχους, καψαλισμένα από τη φωτιά της μάχης, περνούσαν ατέλειωτες νύχτες τουρτουρίζοντας και γαυγίζοντας σαν τα σκυλιά, που κρυώνουν στις παγερές νύχτες. Η πείνα είχε υποσκάψει τα μάγουλά τους και βαθουλιάνει τα μάτια τους. Τους έβλεπε κανείς και νόμιζε ότι ατένιζε «πτώματα εν κινήσει νεκρά και άταφα».
                «Αναμνήσεις ενός πολεμιστή» του Κωνστ. Μπαλτά.

7. Υψώματα περιοχής Κλεισούρας, Δεκέμβριος 1940.
                «Το βράδυ φάγαμε ψητό κρέας από τον αγαπημένον μου και αχώριστον, μέχρι εκείνη την τραγική στιγμή, φίλον μου «Γέρο-Ψαρή». Ήταν η πρώτη φορά που δοκιμάζαμε το υπόξινο κρέας του αλόγου το οποίο, την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι, κατεβροχθήσαμε με πάρα πολύ όρεξη. Στη συνέχεια βέβαια, η περίπτωσις να τρώμε κρέας από βαρειά τραυματισμένα μουλάρια ή άλογα, έγινε συνήθης, αφού λόγω της μεγάλης πείνας, εκόντες και άκοντες, ακολουθήσαμε την συνήθεια των Ιταλών αιχμαλώτων, οι οποίοι θεωρούσαν το κρέας τούτο ως το πλέον νόστιμο! Και ίσως δεν είχαν άδικο».
                «Στιγμιότυπα εθνικής εξάρσεως και μεγαλείου από τον πόλεμο του 1940-1941» του Αθ. Τσιτσιλώνη, Αξιωματικού στο μέτωπο.

8.  Ύψωμα Μάλι Σπατ Αλβανίας, 24 Δεκεμβρίου 1940.
                «Ο τραγικός σύντροφος της βραδιάς, Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Γιάννης Δούβρης, η λεπτή κι ευγενικιά αυτή φυσιογνωμία, κάνει τις ίδιες σκέψεις. Μέσα στον πυρετό που τον καίει, δύο μέρες τώρα, νοιώθει την ψυχολογική κατάσταση, στην οποία βρίσκομαι. Θέλει κι΄ αυτός να ξεσπάσει. Με την αδύνατη και γλυκειά φωνή του αρχίζει να ψέλνει το τροπάρι «Η Γέννησις Σου Χριστέ». Με βραχνιασμένη φωνή τον ακολουθώ. Το ψέλνουμε τρεις φορές κι΄έπειτα άλλες τρεις το «Η Παρθένος σήμερον». Κλαίω και ψέλνω μαζί. Τα καυτερά δάκρυα διατρέχουν το πρόσωπό μου κι΄αισθάνομαι το ζεστό το μονοπάτι, που ακολουθούν επάνω σ΄αυτό.
                Σε κάποια στιγμή ακούμε ψαλμωδία. Οι στρατιώτες θαμένοι κάτω από τα χιονισμένα αντίσκηνα, αρχίζουν να ψέλνουν ομαδικά και η φωνή τους, η τραγική αυτή επίκλησις προς τον Ουράνιο Πατέρα, ανακατεύεται με τον αέρα και τη βροχή και διασκορπίζεται ανάμεσα στα άξενα και άγονα Αλβανικά βουνά».
                «Το ξεκίνημα της Νίκης. Ημερολόγιο από τον πόλεμο 40-41» του Ντίνου Μαγγιοράκου, στρατιώτης στο  μέτωπο.

9. Παρυφές Τεπελενίου, Δεκέμβριος 1940.
                «Αγαπημένη μου Μανούλα,
                Τούτη τη στιγμή νοιώθω την ανάγκη να επικοινωνήσω μαζί σου, γιατί κάτι προμηνύματα αλλόκοτα έχω. Κάνουμε μια σκληρή επίθεση σε λίγες ώρες. Αν δεν ζήσω θα πάρεις αυτό το γράμμα. Δε θέλω να κλάψεις. Να είσαι υπερήφανη, γιατί έδωσες τον γυιο σου θυσία για την Πατρίδα και την απελευθέρωση των αδελφών μας Βορειοηπειρωτών. Η ψυχή μου πάντα θα φτερουγίζει κοντά σου. Αν το πτώμα μου δεν έλθει στην Ελλάδα για να ταφεί στο χωριό μας, θέλω ένα κενοτάφιο δω κάπου στα άγια Βορειοηπειρωτικά χώματα».
                «Αιματηρό πολεμικό οδοιπορικό στη Βορ. Ήπειρο και στη Μακεδονία» του Δημητ. Χονδροκούκη, Υπίλαρχος στο μέτωπο.
*Ο Ιωάννης Μεταξάς

10. 29 Ιανουαρίου 1941. Προφορική μαρτυρία του Παντελή Μακρογιαννάκη.
                « Όταν ήρθε το χαμπέρι, να το πούμε, ότι πέθανε ο Μεταξάς, εσμπαραλιάσαμε όλοι. Κόπηκαν τα χέρια μας, κόπηκαν τα πάντα. Ναι, οι Κρητικοί είμασταν πάντα εναντίον του Μεταξά. Όλοι, όλοι. Αλλά δεν έχει σημασία. Τότε είμασταν όλοι ένας κορμός, δηλαδή όλος ο στρατός είμαστε ένας. Δεν είχαμε τότε ούτε κόμματα, ούτε Μεταξάδες, γιατί σου λέει, εδώ έχουμε τον εξωτερικό κίνδυνο. Και, σου λέει, τώρα πεθαίνει στην κρισιμότερη στιγμή ο αρχηγός μας, τώρα τι θα γίνει;».
                «Μαρτυρίες 40-41» των Κωνστ. Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού.
*Μεταφορά τραυματία με μουλάρι

11. Ιωάννινα, χειμώνας 1940-1941.
                «Οι ακρωτηριασμοί στα νοσοκομεία διαδέχοντο αλλήλους. Αι αδελφαί των χειρουργείων δεν επρόφθαναν να αποστειρώνουν πριόνια και τα σχετικά εργαλεία για, τουλάχιστον, είκοσι ακρωτηριασμούς καθ΄ημέραν, και τούτο εις ένα μόνον χειρουργείον, χωρίς υπερβολήν. Οι αντιτετανικοί οροί, φυσικά, ήσαν στην ημερησίαν διάταξι, και, γενικά τα χειρουργεία δεν αργούσαν ούτε το μεσημέρι και, βεβαίως, ποτέ την νύκτα».
                «Αναμνήσεις, Εθελονταί αδελφαί νοσοκόμοι κατά τον πόλεμο του 1940» της Μίνας Τσάλλη.

12. Ύψωμα 731, 9 Μαρτίου 1941.
                «Δουλεύει τώρα μονάχα η λόγχη κι΄ η συμπλοκή θυμίζει μεσαιωνικό κονταροχτύπημα. Πάνω από τον χώρο της συμπλοκής δεν ακούγεται παρά μονάχα ένας βαρύς παράξενος αχός, κάτι σαν υπερκόσμιο δαιμονικό σφύριγμα, που βγαίνει στριγγό από τα λαχανιασμένα στήθια των μαχητών. Κάθε τόσο μόνο τον διακόφτει μια βραχνή κραυγή κι ένα βογγιχτό. Κάποιος έπεσε για να μην σηκωθή».
                «Εαρινή Ιταλική επίθεσις 731» του Γεωργίου Κίτσου.

13. Ύψωμα Μάλι Σπατ, 11 Μαρτίου 1941.
                «Το τι επακολούθησε είναι ανώτερο πάσης περιγραφής. Κλαυθμός και οδυρμός, ιδιαίτερα εκείνων, που είχαν τραυματιστεί θανάσιμα, αλλά ζούσαν ακόμη. Ο ένας δε απ΄ αυτούς ξέσπασε σε τέτοια συγκινητικά μοιρολόγια, που και οι πέτρες ακόμη δάκρυσαν κατά το δη λεγόμενο. Έπαιρνε η χαράδρα που ήταν κοντά μας τη φωνή του, την τριγύριζε στα βράχια της και την επέστρεφε σαν απόηχο πιο οδυνηρή, πιο πένθιμη και πιο λυπητερή...Μα η φωνή αυτή σιγά-σιγά αδυνάτιζε και εντός  ολίγου έπαυσε για πάντα να ακούγεται».
                «Τότε .... στα βουνά της Βορείου Ηπείρου (1940-1941) του Στεφ. Κολλίντζα.
*Το ύψωμα 731

14. Ύψωμα 731, 13 Μαρτίου 1941.
                «Ο λοχίας των πολυβόλων εμάχετο με πείσμα, έλαβε εκδίκησιν, εφόνευσε περισσότερους Ιταλούς, από ότι η ομάς του απώλεσε κατά τον βομβαρδισμόν.....Εστράφην προς τον διπλανόν μου λοχίαν Τσουρτσουρήν και του έδωσα εντολήν να προσέχη δεξιά μήπως μας κυκλώσουν και ενώ του έδιδα εντολήν, βλήμα ολμίσκου ενσφηνωθέν και εκραγέν μεταξύ του σώματος του και του εμπροσθοχώματος τον εξετίναξεν εις τον αέρα, όπισθέν μου και έπεσεν άπνους επί του τραυματισθέντος στρατιώτου Ρούζου. Έλαβα το σώμα του και το εναπέθεσα προς τα δεξιά. Τέταρτον βλήμα εκραγέν περί το μέσον του χαρακώματος συνεπλήρωσε το κακόν. Εκ των 17 ανδρών της κορυφής πλην εμού και του λοχίου πολυβόλων, άπαντες οι υπόλοιποι ήσαν νεκροί και τραυματίαι. Ήμουν ο περισσότερον εκτιθεμένος από όλους τους άνδρες, αλλά δεν ήτο γραπτόν να έχω την τύχην των, εκτός από εν επιπόλαιον τραύμα εις την δεξιάν χείρα».
                «Η τιτανομαχία του 731 υψώματος» του Θεοδώρου Ζήκου, Επιλοχίας λόχου και διμοιρίτης λόχου στο ύψωμα 731.

15. Ύψωμα 731, Μάρτιος 1941.
                «Υποχρεωμένοι δια τους συμπολεμιστάς μας, κατά τας νυκτερινάς ώρας εξευρίσκαμε καταλλήλους κρατήρας εκρήξεως βλημάτων πυροβολικού, διευθετούσαμε καταλλήλως τον χώρον ένθα και εγένετο η ταφή αυτών. Εκ του βομβαρδισμού τινά σώματα των ανωτέρω εξεθάπτοντο και πάλιν τους ενταφιάζαμε. Γενικώς όλοι οι ηρωϊκοί νεκροί του 731 υψώματος ετάφησαν υπό γην ελαφράν. Δεν ήτο δύσκολος η φόρτωσις αυτών κατά την νύκτα εις τους ημιόνους και η μεταφορά εις χάνι Μπαλαμπάν και εκείθεν δια των επιστρεφομένων αυτοκινήτων εις την μητέρα των Ελλάδα δια να τύχουν κανονικής Ταφής».
                «Η τιτανομαχία του 731 υψώματος» του Θεοδώρου Ζήκου.
 *Πορεία στρατιωτών στο μέτωπο

16. Κις Μπουνάρ του όρους Μπέλες, 6 Απριλίου 1941.
                «Την 8ην ώραν ο Υπολοχαγός Μαρούδης Χρήστος αντιμετωπίζει δύναμιν εχθρικού Τάγματος. Πιεζόμενος εκ της σφοδράς ταύτης Γερμανικής προσβολής διατάσσεται υπό του Ταγματάρχου του, όπως συμπτυχθή εις την Γραμμήν Ανασχέσεως με τους εναπομείναντας ολίγους άνδρας. Πριν όμως ο ανδρείος αυτός Αξιωματικός δυνηθή να εκτελέση την Διαταγήν του Τάγματος, τραυματίζεται θανασίμως. Οι στρατιώται επ΄ουδενί λόγω εγκαταλείπουν τον Λοχαγόν των παρ΄ όλον ότι ο εχθρός βάλλει σφοδρότατα αυτούς. Προσπαθούν να τον μεταφέρουν, αλλά κατά την μεταφοράν τραυματίζεται και πάλιν ο Υπολοχαγός Μαρούδης. Το δεύτερον όμως τούτο τραύμα είναι το τελειωτικόν. Είναι η χαριστική βολή που του έδωσε ο εχθρός. Αποθνήσκει ο υπέροχος αυτός  ήρως με το όνομα της ΕΛΛΑΔΟΣ εις τα χείλη, με το όνομα της γλυκειάς του ΠΑΤΡΙΔΟΣ, την οποίαν τόσον ηγάπησε και δια την οποίαν απέθανεν ανδρείως μαχόμενος εν μέσω των γενναίως επίσης πεσόντων στρατιωτών του».
                «Αι ελληνογερμανικαί επιχειρήσεις- Μπέλες 1941» του Κωνστ. Γιακουμή, Ταγματάρχου στο όρος Μπέλες.

17. Oχυρά της Ελληνοβουλγαρικής Μεθορίου, 9 Απριλίου 1941.
                «Κι΄όταν εξαφανίστηκαν όσοι προτίμησαν να απομακρυνθούνε, πλάκωσε τα φρούρια μαύρη θλίψη. Την άγρια δραστηριότητα που βασίλευε στις στοές, όσο πολεμούσαν, διαδέχτηκε τώρα η βουβαμάρα, όμως αυτή η σιωπή ήταν πιο εκφραστική κι΄ από ξεφωνητά ακόμα. Αξιωματικοί τραυματίες που έως τότε δεν καταδέχονταν να πλαγιάσουν, παρά τρέχαν γεμάτοι αίματα από το ένα πολυβολείο στο άλλο εμψυχώνοντας τους οπλίτες, χώθηκαν τώρα στα κρεβάτια τους, μαραμένοι όχι από τους πόνους της πληγής, όσο της ψυχής τους. Παιδιά που τα μάτια τους άστραφταν μπροστά στον κίνδυνο, τώρα στέκαν αποβλακωμένα, όσο να τα πάρη στην ξεχάστρα αγκαλιά ο ύπνος».
                «Ρούπελ- Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας».
*Οι εφημερίδες ενημερώνουν για τα δραματικά γεγονότα

18. Οχυρό Κελκαγιά επί της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, Απρίλιος 1941.
                «Οι Γερμανοί χτίζαν με πέτρες και λάσπη τις πολεμίστρες και τα ανοίγματα αερισμού για να κόψουν εντελώς τον αέρα. Πραγματικά, σε λίγο, μέσα στις στοές τόσο πηχταίνει η καπνιά, ώστε ο διοικητής διατάζει τους φαντάρους να βάλουν μάσκες. Η πνιγούρα κατεβαίνει στο κάτω πάτωμα του φρουρίου, στις κουζίνες και διώχνει από κει τους μαγείρους, που παρουσιάζονται  με την απορία ζωγραφισμένη στα μάτια τους. Στα βάθη της γης που δούλευαν, δεν ξέραν αυτοί αν είναι πρωί ή νύχτα, αν κινδυνεύουν ή νικούν, ζούσαν σαν σκουλήκια στη κοιλιά μεγάλου θηρίου, μα ο μπουχός τους φέρνει συμφόρηση, τους δίνει να καταλάβουν την αλήθεια. Ζητάν μάσκες και τουφέκια από τον διοικητή. Αν είν΄ ανάγκη να σκοτωθούν, τότε ας τους έβρισκε η θανή με κάτι άλλο στο χέρι κι όχι την κουτάλα της κουζίνας».
                «Ρούπελ- Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας».

19. Όρος Μπέλες επί της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, 6 Απριλίου 1941.
                «Κάποιο σκυρόδετο πολυβολείο, το λεγόμενο Π9, κράτησε ως τις 07.30 το βράδυ, μέχρις ότου τα 33.000 φυσίγγια και οι χειροβομβίδες του προσωπικού εξαντλήθηκαν. Όταν το πολυβολείο υπέκυψε ο Γερμανός Αξιωματικός, ο διοικητής του τάγματος, συνεχάρη τον επικεφαλής του πολυβολείου λοχία Δημήτρη Ίντζιο, αλλά έπειτα διέταξε και τον τουφέκισαν, για τις μεγάλες απώλειες, που οι άνδρες του πολυβολείου προκάλεσαν στη μονάδα του».
                «Αιματηρό πολεμικό οδοιπορικό στη Βόρειο Ήπειρο και στην Μακεδονία 1940-41» του Δημ. Χονδροκούκη.
*Τα οχυρά της γραμμής Μεταξά

20. Οχυρά Ποποτλίβιτσα και Παληουριώνες επί της Ε/Β μεθορίου, 10 Απριλίου 1941.
                «Την αυγή ωστόσο διαλύονται τα όνειρα μόλις έρχεται από την Μεραρχία γραπτή διαταγή με τους όρους της παραδόσεως. Τότε η απελπισία ξεσπάει. Άλλοι κλαίνε δυνατά, άλλοι αγκαλιάζουν και φιλάν τα πολυβόλα τους με πάθος τόσο αυθόρμητο, που σφίγγει την καρδιά όσων τους βλέπουν. Περίλυποι οι αξιωματικοί παρακολουθούν χωρίς να μπορούν να αρθρώσουν λέξη γι΄ αυτή τη σκηνή του εθνικού σπαραγμού. Ο ελληνικός στρατός είναι ευαίσθητος, ικανός για υπεράνθρωπα έργα, όταν αναλάβη με την ψυχή του κι΄ έτοιμος να πάρη κατάκαρδα κάθε ματαίωση των ελπίδων του. Ποτέ στρατιώτες δε θέλαν πιο άδολα ν΄ αποφύγουν την ατίμωση. Ένας ξανθός δημοδιδάσκαλος κι΄ ένα χωριατόπουλο αυτοκτονούν. Πολλοί λοχίες με τις ομάδες μάχης τους το σκαν για να μη αιχμαλωτισθούνε».
                «Ρούπελ- Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας».

21. Ύψωμα Γκόλικο στην Αλβανία, αρχές Απριλίου 1941.
                «Ο λοχαγός Κρανιάς όταν τραυματίσθηκε στο Γκόλικο, για να σωθή, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος μεταφοράς του στα μετόπισθεν, αφού επέδεσεν το τραύμα του προχείρως, εν συνεχεία χρησιμοποίησε την ολισθηρότητα των παγωμένων χιόνων για να φθάση στον πρώτο Σταθμόν Επιδέσεως Τραυματιών. Το ίδιο έπραξαν και άλλοι τραυματισθέντες και παγιδευθέντες στα χιόνια».
                «Αναμνήσεις ενός πολεμιστή» του Κωνστ. Μπαλτά, έφεδρος εύζωνος ανθυπολοχαγός.

22. Ιωάννινα, 20 Απριλίου 1941.
                «Το ξαφνικό ηύρε τους ιατρούς χειρουργούντας, τις αδελφές εμπρός στο τραπεζάκι με τα εργαλεία, τους τραυματίας ναρκωμένους, και εκείνες τις καημένες που εδίπλωναν τις γάζες...Κρότος φοβερός τραντάζει το οικοδόμημα. Τα φώτα σβύνουν. Τα τζάμια σπάζουν, σκέυη και εργαλεία πέφτουν στα κεφάλια των εργαζομένων, ένας φοβερός καπνός, μία πηκτή, μαύρη σκόνη πνίγει ασφυκτικά, ένας δυνατός άνεμος, ακατανίκητη πίεσις μας σπρώχνει προς τον τοίχο. Κάνουμε να φύγωμε. Η πόρτα μας κτυπά, σπρωγμένη από αόρατη δύναμι. Άλλως τε που να πάμε. Οι άνθρωποι όλοι, παγιδευμένοι στο σκοτάδι, σε μια κόλαση ανυπόφορη, πέφτουν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Μέσα στους πολλούς είναι και ο χειρουργός Αλέξανδρος Μάνος. Ευτυχώς, με όσους εσώθησαν, εσώθη και αυτός. «Θεέ μου...» ακούονται ικετευτικαί φωναί. Αλλά ο Θεός δεν θέλει να ακούση. Η θυσία πρέπει να συντελεσθή. Η δοκιμασία να γίνει αισθητή. Το ποτήριον να πιωθή μέχρι τρυγός. Στον καταχθόνιον κρότον νεκρική σιγή επακολουθεί. Φοβίζει περισσότερο από το θόρυβο. Δεν αναπνέομεν. Περιμένομεν. Μια φωνή σπαρακτική ακούεται...
                «Αναμνήσεις. Εθελονταί αδελφαί νοσοκόμοι κατά τον πόλεμον του 1940» της Μίνας Τσάλλη.
*Οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές πέφτουν στην Κρήτη...

23. Χερσόνησος Ροδωπού Χανίων, 20 Μαίου 1941. Αφήγηση Δημητρίου Προβατά.
                «Τις απογευματινές ώρες η πίεση των Γερμανών επί της Διλοχίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων (ΣΣΕ) ήτο ισχυρή, επεδίωκαν την συνένωση με τους αλεξιπτωτιστάς, που είχαν προσγειωθεί στα μετόπισθεν της διλοχίας στην περιοχή του Καστελλίου Κισσάμου. Εκείνη την ώραν, οι ελεύθεροι σκοπευτές της Χερσονήσου Ροδωπού γλίστρησαν με θαυμαστή ευχέρεια, από οδεύσεις που μόνο αυτοί γνώριζαν, στα μετόπισθεν των Γερμανών, και τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Με το σούρουπο, η πίεσις των Γερμανών κατά της διλοχίας της ΣΣΕ άρχισε σιγά-σιγά να υποχωρεί ... και η διλοχία απεσύρθη, αφού επέτυχε καθ΄ όλη τη διάρκεια της 20ης Μαΐου, να εμποδίσει την συνένωση των Γερμανών αλεξιπτωτιστών των περιοχών Ταυρωνίτη και Καστελλίου, καθώς και τη διεύρυνση του αεροπρογεφυρώματος βασικού αντικειμενικού σκοπού της πρώτης ημέρας των επιχειρήσεων».
                «Ημέρες Κρήτης 1941, Επιχείρηση Ερμής» των Κωνστ. Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού.

24. Χερσόνησος Ηρακλείου, 20 Μαΐου 1941. Προφορική μαρτυρία Ιωάννου Σπανάκη.
                «Εδώ να βλέπεις κορίτσι να έχει σταυρωτά τα φυσεκλίκια. Κι΄ οι γυναίκες. Εδώ στην Χερσόνησο και με δρεπάνια κατέβηκαν οι γυναίκες και με ξύλα και με τι δεν εκατεβήκανε. Εδώ έπαθαν μεγάλη πανωλεθρία οι Γερμανοί τον καιρό που κατεβήκανε επαέ. Όταν ακούσαμε ότι επέσανε οι αλεξιπτωτιστές εδώ στον κάμπο στο Λασήθι η μακάρια η γυναίκα μου  γλακά και μου λέει πάρε το μπιστόλι και γλάκα (τρέχε), μια δασκάλα εδώ στο χωριό εβάστανε ένα τρίφτη (ξύλο) τρία μέτρα γλάκανε κι΄ αυτή να πάει μαζί κι΄ αυτή».
                «Ημέρες Κρήτης 1941, Επιχείρηση Ερμής» των Δημ. Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού.
*Οι Γερμανοί είχαν πολλούς νεκρούς στην Κρήτη

25. Κρήτη, Μάιος 1941. Αφήγηση Μανώλη, νεαρού Κρητικού.
                « Ήμουνα περίπου δώδεκα χρονών και ψάρευα κοντά στο λιμάνι. Ξαφνικά μέσα σε δευτερόλεπτα, το σκηνικό άλλαξε εντελώς. Ήταν απίστευτο. Βρισκόμουνα στη μέση μιας μάχης. Πάγωσα από τον φόβο μου και τρομοκρατήθηκα. Ένας Γερμανός αλεξιπτωτιστής με πήρε υπό την προστασία του προσπαθώντας να με προφυλάξει και  να με παρηγορήσει. Όταν επικράτησε πάλι κάποια σχετική ησυχία και τα πράγματα φαινόντουσαν να έχουν κάπως καλμάρει, με βεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα να γυρίσω σπίτι μου. Μου έδωσε ένα κομμάτι σοκολάτα ή κάτι τέτοιο εύγευστο και μου πρότεινε να με περάσει απέναντι στο δρόμο. Δεν είχαμε κάνει παρά λίγα μέτρα, όταν ξάπλωσε κοντά μου νεκρός, γεμάτος αίματα. Είχε επάνω του μια κόκκινη σημαία, που την πήρα και την έχω μέχρι και σήμερα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την θυσία του, να δώσει την ζωή του για να σώσει τη δική μου».
                «Ημέρες Κρήτης 1941, Επιχείρηση Ερμής» των Κωνστ. Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού.

26. Περιοχή Χανίων, 22 Μαΐου 1941.
                «Ο Ανθυπασπιστής, Εύελπις ΙΙας Πιπέρης, σκοτώθηκε σε μια έφοδο  μπροστά στις φυλακές Αγυιάς. Ο τραγικός θάνατός του φέρνει πάντα δάκρυα στα μάτια σ΄ όσους τον πληροφορούνται. Σκέψου να χάνεται σιγά-σιγά το είναι σου, ο εαυτός σου. Να νοιώθεις πως κυλά, πως φεύγει, πως χάνεται το πολύτιμο υγρό της ζωής σου, το αίμα σου, που σε συντηρεί και με απελπισία να μην μπορείς να αντιδράσεις...Στο Γαλατά, αυτοί που θάψανε τον Πιπέρη μου είπαν το εξής συγκινητικό: Του βρήκαν, λέει, στα ξυλιασμένα χέρια του μια καρτούλα ( ένα τόσο δα καρτ-Βιζίτ ), γραμμένο με ένα ψιλό ξυλαράκι και με το αίμα του! (τι μακάβριο μελάνι), το οποίο έγραφε: «Πεθαίνω από αιμορραγία!... Πηγαίνετε στην οδό (τάδε Χανιά). Παρακαλέστε τους να στείλουνε τα πράγματά μου στο σπίτι... Και να τους πούνε ότι πέθανα για την Πατρίδα.. Στην Κρήτη...».
                «Φλογισμένοι Ουρανοί- Γερμανικά αλεξίπτωτα στην Κρήτη» του Τάκη Ακρίτα.
 *Στο μέτωπο με την ευχή της μάνας

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

                Το παρόν κείμενο, με την ευκαιρία της 75ης επετείου έναρξης του Ελληνο-Ιταλικού Πολέμου, του ανεπανάληπτου ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940, σε μια καταφοβισμένη και κατατρομαγμένη Ευρώπη από τον Γερμανικό όλεθρο, αποτελεί ένα σεμνό και λιτό μνημόσυνο, οφειλόμενου φόρου τιμής, προς τους γενναίους μαχητές του Αλβανικού Έπους, της Μάχης των Οχυρών και της Μάχης της Κρήτης.
                Το Έπος του 1940 σφράγισε την νεότερη ιστορία της Ελλάδας, μια ιστορία γεμάτη από ηρωϊκούς αγώνες και θυσίες, μια ιστορία από ολοκαυτώματα και γενναίες πράξεις, μαζί με την μοίρα χιλιάδων Αξιωματικών και Οπλιτών, που έπεσαν ως Μαραθωνομάχοι στο πεδίο της μάχης. Ας είναι αιώνια η μνήμη τους!!!

Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Πατιαλιάκας


ΠΗΓΕΣ
«Μνήμες Πολέμου 1897-1974» της Διεύθυνσης Ιστορίας του Γενικού Επιτελείου Στρατού.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Anastasia Zafiriadou
Popo singinithika!!!

akrat είπε...

ωραία ανάρτηση

Ανώνυμος είπε...

Kostas Patialiakas
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απότιση οφειλόμενου φόρου τιμής στους αγωνιστές, μάχιμους και αμάχους, του ανεπανάληπτου Έπους του Σαράντα. ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ.

Ανώνυμος είπε...

Ουρανια Μαυριδου
Ας είναι αναπαυμένοι!!!!!!!!!!!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...