Παρασκευή, 23 Απριλίου 2021

ΣΤ ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗΣ- ΧΡ. ΤΣΟΥΝΤΑΣ: ΔΥΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΘΡΑΚΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΙ






*Αγάπησαν την πατρίδα τους τη Θράκη, 
αλλά δεν μπόρεσαν να την ανασκάψουν!
*Διεθνούς φήμης ανασκαφείς. 
*Aνεκτίμητη η προσφορά τους.




Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης




Η Θράκη σεμνύνεται για δύο τέκνα της, πρωτοπόρους και κορυφαίους αρχαιολόγους, που τίμησαν την επιστήμη τους και άνοιξαν καινούργιους δρόμους στην Αρχαιολογία και στη σπουδή της, σε πανεπιστημιακό επίπεδο, πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στην Ελλάδα, αλλά λόγω των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε, δεν κατόρθωσαν να αγγίξουν με την σκαπάνη τους τη Θρακική γη, που τους γέννησε.
Πρόκειται για τον Αδριανουπολίτη Στέφανο Κουμανούδη και τον Στενηματίτη Χρήστο Τσούντα.



Ο Στέφανος Κουμανούδης, γόνος μεγάλης και πλούσιας οικογένειας εμπόρων, γεννήθηκε στην Αδριανούπολη, τη μητρόπολη του Θρακικού Ελληνισμού, το 1818.  

*Αδριανούπολη: Η γενέτειρα του Στεφ. Κουμανούδη


Τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στην κυρίως Ελλάδα και τον απαγχονισμό στην Αδριανούπολη του σχολάζοντος Πατριάρχη Κύριλλου ΣΤ΄ γόνου και αυτού της μεγάλης ελληνικής πόλης, καθώς και άλλων ιερωμένων και προκρίτων, ανάγκασαν την οικογένειά του να εγκατασταθεί στο Βελιγράδι, όπου είχε οικονομικά συμφέροντα.
Η οικογένεια των Κουμανούδηδων επεκτάθηκε γρήγορα στη σερβική πρωτεύουσα. Στα νεκροταφεία του Βελιγραδίου, υπάρχουν ακόμα και σήμερα αρκετοί τάφοι με τα ονόματα των πολλών μελών της. Ένας από τους Κουμανούδηδες, πήρε στα κατοπινά χρόνια και υπουργικό αξίωμα στη σερβική κυβέρνηση. 
Ο μικρός Στέφανος, προσαρμόστηκε γρήγορα στο καινούργιο περιβάλλον του και έμαθε παράλληλα με την ελληνική και σλαβικές γλώσσες. Αργότερα, σε νεαρή ηλικία πάντως, εργάσθηκε ως διερμηνέας στη Σιλιστρία, όπου κατόρθωσε να μάθει και τα ρωσικά. 
Όντας φιλομαθής, το 1853 πήγε στο Μόναχο όπου εγγράφηκε στην εκεί φημισμένη Αρχαιολογική Σχολή. Αργότερα σπούδασε Αρχαιολογία, κλασσική φιλολογία και φιλοσοφία  στο Βερολίνο και συνέχισε στο Παρίσι. 
Άτομο με ευρύτητα γνώσεων και πλήθος ενδιαφερόντων ασχολήθηκε ακόμα και με το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, αλλά και με μεταφράσεις μεγάλων ευρωπαϊκών πνευματικών έργων στα ελληνικά.
Διατηρώντας στενές σχέσεις με την οικογένειά του στο Βελιγράδι, ο Στέφανος Κουμανούδης εξέδωσε το 1845 εκεί, το πρώτο του δοκίμιο με τίτλο «Πού Σπεύδει η Τέχνη των Ελλήνων της Σήμερον». Την ίδια χρονιά μετά από επίσκεψή του στη Βενετία, συνθέτει τη «Σειρά Σονέτων» που είναι ποιήματα ρομαντικού περιεχομένου. 

*Ο Στέφανος Κουμανούδης, προσωπογραφία


Ο Κουμανούδης στην Αθήνα


Λίγο αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1845 ο Κουμανούδης φτάνει στην Αθήνα, όπου αρχίζει τη λαμπρή ακαδημαϊκή του καριέρα.
Σε πρώτο στάδιο, έγινε υφηγητής της Λατινικής Φιλολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο.
Το 1856 εκλέγεται-ακολουθεί το επόμενο στάδιο- έκτακτος καθηγητής και το 1854 γίνεται τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα.
Η είσοδός του στο στενό πανεπιστημιακό κατεστημένο της Αθήνας (κάτι που δεν κατόρθωσε μερικά χρόνια αργότερα ο επίσης Θραξ λογοτέχνης Γεώργιος Βιζυηνός, με περίφημες ακαδημαϊκές σπουδές στη Γερμανία) είναι εντυπωσιακή και αντικατοπτρίζει τόσο την εργατικότητά του όσο την δυνατή προσωπικότητά του, που γρήγορα πήρε δεσπόζουσα θέση στην πνευματική ζωή της Αθήνας. Ταχύτατα έγινε γνωστός για τις φιλελεύθερες απόψεις του, για το βάθος των στοχασμών του και για τη σύμπλευσή του μαζί με τον Κωνσταντίνο Ασώπιο στο Διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό που κυριαρχούσαν τότε και συχνά γίνονταν αιτία έντονων κριτικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους πνευματικούς κύκλους.
Παραγωγικός πνευματικά ο Στέφανος Κουμανούδης, άφησε εκτεταμένη σειρά επιστημονικών δημοσιευμάτων για την Αρχαιολογία, τη Λεξικογραφία, τη Λογοτεχνία, ενώ τα κριτικά ενδιαφέροντά του φθάνουν στον Πολιτική και την Κοινωνιολογία.
Από το 1851 παίρνει μέρος και στους φημισμένους ποιητικούς διαγωνισμούς. Βραβεύτηκε μάλιστα για το ποιητικό του έργο «Στράτης Καλοπίχειρος». Αργότερα συμμετείχε στους διαγωνισμούς αυτούς και ως κριτής.

*Οι Μυκήνες

Η κορύφωση όμως της προσφοράς του βρίσκεται στο πλούσιο ανασκαφικό και μελετητικό του έργο, για το οποίο άφησε δεκάδες υποδειγματικών επιστημονικών δημοσιεύσεων.
Βοήθησε αποφασιστικά στην  ίδρυση νέων μουσείων, στην απαλλοτρίωση σημαντικών αρχαιολογικών χώρων και στην προστασία των αρχαιολογικών θησαυρών από τις καταστροφές και την ανθούσα (και τότε…) αρχαιοκαπηλία. 


Οι κόντρες με τον Παπαρρηγόπουλο


Η παρουσία του στην πνευματική ζωή, διανθίστηκε από τις γνωστές αντιπαραθέσεις του με τον κορυφαίο ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, που μαζί με άλλους σύγχρονούς του έδιναν μεγάλη σημασία στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία και της προσφορά της στην υπόθεση του Ελληνισμού. Αντίθετα ο Κουμανούδης έδινε πάντα μεγάλη σημασία και βάρος στη σημασία της Ελληνικής Αρχαιότητας.
Χαρακτηριστικά μάλιστα σε μια υποσημείωση του έργου του «Αττικής Επιγραφαί Επιτύμβιοι» έγραφε, δίνοντας και το ελληνοκεντρικό και αντιοθωμανικό του στίγμα:
«Όθεν έπρεπεν η Ευρώπη η σεβομένη την κλασσικήν αρχαιότητα να ανεγείρει κοινώ εράνω άγαλμα εις τιμήν της νέας Ελλάδος με τοιαύτην περίπου επιγραφήν «Η Ευρώπη τη Ελλάδι Επαναστάσει κατά των Τούρκων ευγνωμονούσα» όχι δε να τιμά ως θεόν τον τύρρανον του Βυζαντίου, ως εποίησεν κατά το προπαρελθόν έτος εν Λονδίνω, Παρισίοις και Βιέννη, ύστερον δε και εν συνεδρίω συνελθούσα κατεδίκασε την υπέρ της δυστήνου Κρήτης ενέργειαν πάσης της Ελληνικής φυλής».  
Υπήρξε ακατάβλητος μαχητής της ιδέας της συνεχούς παρουσίας των Ελλήνων στο χώρο αυτό και όταν σε κάποια φάση είδαν το φως της δημοσιότητας ορισμένες θεωρίες περί ευρέσεως σλαβικών κτισμάτων στις ανασκαφές της Ολυμπίας, με ένα πύρινο άρθρο του στο περιοδικό «Αθηναίος» συνέτριψε τα ανιστόρητα επιχειρήματα των Γερμανών.
Ο ίδιος μάλιστα είχε αποκαλύψει και κάποια απάτη με πλαστά επιγράμματα, που δήθεν ανήκαν στον αρχαίο επιγραφοποιό Σιμωνίδη τον Συμαίο.


Πλούσιο πνευματικό έργο


Ο Κουμανούδης άφησε πλούσιο πνευματικό έργο. Άριστος κάτοχος της Ελληνικής Παιδείας, έγραφε με μεγάλη άνεση την αρχαία ελληνική γλώσσα, όπως φαίνεται και από τον πρόλογό του Λατινοελληνικού Λεξικού του. Το σημαντικότερο έργο του «Συναγωγή Νέων Λέξεων υπό των Λογίων Πλασθεισών από της Αλώσεως, μέχρι των καθ’ ημάς Χρόνων» που είχε αρχίσει να συνθέτει από το 1845, τυπώθηκε λίγο πριν από το θάνατό του. Στο έργο αυτό, πλέον του αποθησαυρισμού λέξεων κάνει και μια άκρως επιστημονική θεώρηση της εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας. Εξέδωσε επίσης τη «Συναγωγή Λέξεων Αθησαυρίστων εν τοις Ελληνικοίς Λεξικοίς» (1883) καθώς και την συμπληρωμένη μετάφραση του λατινικού λεξικού του Χάινριχ Ούλριχ. Ένα άλλο σημαντικό έργο του είναι το «Αττικής Επιγραφαί Επιτύμβιοι» (1871). Ο διακεκριμένος αρχαιολόγος θεωρούσε μάλιστα, ότι είναι αναγκαία η έκδοση των αρχαίων ελληνικών επιγραφών «δια του τύπου μικροίς γράμμασιν» χωρίς να καταργηθεί η έκδοσή τους με κεφαλαία όπως συνηθίζονταν, για να γίνουν πιο προσιτές στους φιλόλογους και τους αρχαιολόγους για να πλουτίσουν τις γνώσεις τους στην Εθνολογία, την Τοπογραφία, τη Γλώσσα την Τέχνη κ.λπ.
Σε συνεργασία με άλλους επιστήμονες της εποχής του, εξέδωσε και δημοσίευσε πολλές εργασίες του στα φημισμένα περιοδικά «Φιλίστωρ» (1861-1891) «Αθήναιον» (1877-1881) «Αρχαιολογική Εφημερίς» και διάφορα άλλα.
Σημείο αναφοράς όμως, αποτελεί η παρουσία του στα αρχαιολογικά πράγματα της χώρας και μάλιστα σε μια εποχή που κινδύνευσε εξαιτίας ποικίλων συγκυριών πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών, να διαλυθεί η Αρχαιολογική Εταιρεία, η οποία από το 1839, προσέφερε ανεκτίμητο έργο στη διάσωση και μελέτη των αρχαιοτήτων του νεοσύστατου κράτους. Το 1858 μπαίνει στο Διοικητικό Συμβούλιό της ο Κουμανούδης, ο οποίος μαζί με άλλα δυναμικά πρόσωπα αναβιώνουν το κύρος της Εταιρείας και δίνουν νέα δυναμική στους σκοπούς της. Το 1859 γίνεται γραμματέας της και διατηρεί το αξίωμα αυτό έως το 1894. Η θητεία εκεί ταυτίζεται με την στροφή της Αρχαιολογικής Εταιρείας από τον ρομαντικό ερασιτεχνισμό στον επιστημονισμό. 
Ο Κουμανούδης μπαίνει επικεφαλής των ανασκαφών της Αθήνας στην Ακρόπολη, τον Κεραμεικό, τη στοά του Αττάλου, τη Ρωμαϊκή Αγορά κ.λπ. Κάνει ανασκαφές και σε άλλα σημεία της Αττικής όπως στη Ραμνούντα, την Ελευσίνα, το Θορικό, τον Πειραιά, κ.λπ. Επεκτείνεται στη Βοιωτία, όπου ανασκάπτει τη Χαιρώνεια, την Τανάγρα και τις Θεσπιές, αλλά και στην Πελοπόννησο με ανασκαφικό έργο στις Μηκήνες, την Επίδαυρο και τη περιοχή της Σπάρτης. Πρωτοπόρος και στο μουσειακό έργο, προχώρησε στη συγκρότηση μουσειακών συλλογών, που αργότερα αποτέλεσαν τον πυρήνα για να στηθεί το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Οι περί την Αρχαιολογία ασχολούμενοι, επισημαίνουν ως ευτυχή συγκυρία την παρουσία του Κουμανούδη, στα πράγματα, όταν ο Σλήμαν το 1876 (ερασιτέχνης αρχαιολόγος ως γνωστόν…) έκανε την περίφημη ανασκαφή των Μυκηνών. Χάρη στον Κουμανούδη, τα ευρήματα μελετήθηκαν κατά τρόπον ώστε να διασωθούν σημαντικά επιστημονικά στοιχεία.
Για την αγάπη του και την φροντίδα του να διασωθεί και η ελάχιστη πετρούλα από τη αρχαία κληρονομιά και να μην χαθεί τίποτα, ο ίδιος έλεγε:
«Ποιος ξέρει, αν από τρία μικρά κομμάτια μιας ενεπίγραφης στήλης, που το καθένα έχει επάνω του μόνο ένα Ω, δεν βρεθούν κάποτε και τα άλλα κομμάτια, που όταν συναρμολογηθούν θα μας δίνουν το δοξασμένο όνομα ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΣΚΟΥ ΑΛΩΠΕΚΗΘΕΝ; Τότε πόση χαρά θα νιώσει ο πολιτισμένος κόσμος και πόσες ευλογίες θα εισπράξει αυτός που διατήρησε τα τρία πρώτα άσημα τεμάχια της στήλης;».

*Στα βιβλία που εξέδιδε, ανέφερε πάντα την καταγωγή του


Συνειδητοποιημένος Θραξ


Συνειδητοποιημένος Θραξ ο Κουμανούδης συνήθιζε να υπογράφει τα βιβλία του με βάση την καταγωγή του  «…ΥΠΟ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΘ. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ, ΑΔΡΙΑΝΟΠΟΛΙΤΟΥ».
Τον Απρίλιο του 1866 ο Στέφανος Α. Κουμανούδης σε διάλεξή του για τον Φιλελληνισμό, χρησιμοποίησε το κατωτέρω απόσπασμα από το έργο του Αιλιανού «Ποικίλη Ιστορία» (5,11) στο οποίο γίνεται αναφορά σε ένα ανώνυμο βασιλιά της Θράκης, που τύφλωσε τα παιδιά του, επειδή στράφηκαν κατά των Ελλήνων με τον Ξέρξη. 
«Ότε ο Ξέρξης επί την Ελλάδα εστράτευσεν εις Ροδόπην το όρος, ο  βασιλεύς της Θράκης, απέδρα, τοις δε έξ παισίν αυτού συνεβούλευε μη στρατεύειν επί την Ελλάδα. Επειδή δε ουκ επείσθησαν, υποστρέψαντας αυτούς πάντας εξετύφλωσεν».

*Ο Χρήστος Τσούντας


ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΟΥΝΤΑΣ, Ο ΣΤΕΝΗΜΑΧΙΤΗΣ


Ο άλλος μεγάλος Θραξ αρχαιολόγος με παγκόσμια αναγνώριση και ανεκτίμητη προσφορά στην μελέτη της ελληνικής Αρχαιότητας, ήταν ο Χρήστος Τσούντας (ή Χριστόδουλος όπως τον προσφωνούσαν στη γενέτειρά του) ο οποίος γεννήθηκε το 1857 στη Στενήμαχο της Βόρειας Θράκης, το σημερινό Ασσένοβγκραντ, νότια της Φιλιππούπολης.
Τα πρώτα γράμματα, τα έμαθε στην πατρίδα του Στενήμαχο, ονομαστή για τα παράτολμα και γενναία παλικάρια της, αλλά συνέχισε και ολοκλήρωσε ως μαθητής γυμνασίου, τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα.
Μετά πήγε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια έκανε μετεκπαίδευση στη Γερμανία.
Όταν έκλεισε ο κύκλος των σπουδών του δούλεψε επί ένα χρόνο σαν καθηγητής στα ονομαστά Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης, γνωστά δημιουργήματα της φιλογένειας του πάμπλουτου Έλληνα της Κωνσταντινούπολης Γεωργίου Ζαρίφη.
Στη συνέχεια, το 1882, κατόρθωσε αρχικά να διορισθεί Έφορος Αρχαιοτήτων της Αρχαιολογικής Εταιρείας και τον επόμενο χρόνο, της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Στη θέση αυτή παρέμεινε έως το 1904, όταν εξελέγη καθηγητής της Αρχαιολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Δίδαξε έως το 1924 και στη διετία 1926-1927 δίδαξε στο νεοϊδρυθέν Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης θέλοντας να το στηρίξει έμπρακτα.
Το 1926 ήταν μεταξύ των ιδρυτικών μελών της Ακαδημίας Αθηνών. Υπήρξε μέλος του διοικητικού Συμβουλίου της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά τα έτη 1918-1920 και γραμματέας της κατά τα έτη 1909-1911.
Ο Χρ. Τσούντας απέκτησε μεγάλο κύρος, από τις πρώτες ανασκαφές που έκανε στην Ακρόπολη αρχίζοντας από το 1884 και σε άλλα μνημεία της Αθήνας. Επόπτευσε επίσης το ανασκαφικό έργο, που έγινε υποθαλασσίως στο βυθό του Στενού της Σαλαμίνας.
Εποχή άφησαν οι ανασκαφές που έκανε στην Ερέτρια.
Το 1886 έκανε και ανασκαφές στις Μυκήνες, όπου είχε προηγηθεί ο Σλήμαν και ο Έλληνας αρχαιολόγος Σταματάκης. Αυτές οι ανασκαφές του Τσούντα, κράτησαν έως το 1910 και απέδωσαν σημαντικά ευρήματα. Μεταξύ αυτών και η μοναδική μυκηναϊκή κεφαλή από ασβεστοκονίαμα, που εναπόκειται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.
*Από την εφημερίδα "Ελλάς" του 1907

Ο Θραξ αρχαιολόγος έκανε σπουδαίες ανασκαφές και στην Τανάγρα το 1877, στη Λακωνία το 1889 και το 1891. Αργότερα μελέτησε τον Κυκλαδικό Πολιτισμό, όπου σε πολλά νησιά (Σίφνο, Σύρο, Πάρο, Αντίπαρο και Αμοργό και στην ερημονησίδα Δεσποτικό) ερεύνησε οικισμούς, τάφους και άλλα ευρήματα. Θεωρείται από τους πρωτοπόρους μελετητές του Κυκλαδικού Πολιτισμού, ενώ κλασσική θεωρείται η εργασία του, που δημοσιεύθηκε στην «Αρχαιολογική Εφημερίδα» (1898-1899) υπό τον γενικό τίτλο «Κυκλαδικά».

*Οι επίσημες ανακοινώσεις του Χρ. Τσούντα


Άλλος ελλαδικός χώρος στον οποίο εστίασε το επιστημονικό του ενδιαφέρον ο Τσούντας, ήταν η Θεσσαλία και ο αρχαίος πολιτισμός της. Ανέσκαψε στις περιοχές Βόλου και Λάρισας σειρά τάφων μυκηναϊκής εποχής, ενώ το 1900 άρχισε την ανασκαφή του προϊστορικού οικισμού του Σέσκλου και το 1903 στην νεολιθική ακρόπολη του Διμηνιού. Ουσιαστικά ο επιφανής Θραξ αρχαιολόγος με τα ευρήματά του άνοιξε δρόμους για την μελέτη της προϊστορίας στην Ελλάδα, θεμελιώνοντας τη θεωρία για την πρώιμη ύπαρξη νεολιθικού πολιτισμού στο χώρο της Ελλάδας. Το 1908 εξέδωσε τα συμπεράσματα των ανασκαφικών ερευνών του στους δύο αυτούς άκρως ενδιαφέροντες αρχαιολογικούς χώρους, σε ένα τόμο με τον τίτλο «Αι προϊστορικαί ακροπόλεις του Διμηνίου και του Σέσκλου». Το έργο αυτό θεωρείται ακόμα και σήμερα σημείο αναφοράς για αρχαιολόγους και μελετητές. Χαρακτηρίζεται μάλιστα, ως ο πρωτεργάτης και κυριότερος δημιουργός της Θεσσαλικής προϊστορικής αρχαιολογίας.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι εξαιτίας της έλλειψης μέσω και πόρων, ο Τσούντας, όπως μαρτυρούν οι σύγχρονοί του, ήταν ταυτόχρονα ο διευθυντής των ανασκαφών, ο φωτογράφος των ευρημάτων, ο σχεδιαστής και ο επιστάτης των εργασιών.  


Η Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης


Το συγγραφικό του έργο είναι εξίσου σπουδαίο, όπως και το ανασκαφικό.
Κορωνίδα των έργων του παραμένει η περίφημη «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης» που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1928 και έκτοτε αποτέλεσε και αποτελεί για πολλές γενιές αρχαιολόγων κυριολεκτικά «ευαγγέλιο».
Όπως ο ίδιος τόνιζε στον πρόλογο του έργου του στόχος του ήταν να δώσει «εις το μορφωμένον κοινόν αρτίαν κατά το δυνατόν, αλλά συνάμα ευσύνοπτον εικόνα της εξελίξεως της τέχνης εις την αρχαίαν Ελλάδα».
Άλλο σημαντικό έργο του σε μορφή εκλαϊκευμένη είναι «Η Ακρόπολις των Αθηνών» που εκδόθηκε το 1901, από το Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ωφελίμων Βιβλίων.
Μεγάλης αξίας θεωρείται επίσης το έργο του «Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός» (1893) που εκδόθηκε αργότερα και στην αγγλική γλώσσα.
Αμέτρητες είναι και οι επιμέρους δημοσιεύσεις του για ποικίλα ζητήματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

*Ο ανασκαφικός χώρος του Δημινιού


Δίκαια θεωρήθηκε πρωτοπόρος της  αρχαιολογικής έρευνας, αλλά και της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής τέχνης, αφού εκτός των σημαντικών έργων που κατέλιπε, από το Πανεπιστήμιο έβγαλε και φουρνιές αρχαιολόγων, που άφησαν και αυτοί με τη σειρά τους εποχή. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται οι Χρήστος και Σεμνή Καρούζου, ο Γεώργιος Μυλωνάς, ο Γιάννης Παπαδημητρίου, ο Σπύρος Μαρινάτος και πολλοί άλλοι. Οι ανασκαφικές εργασίες του χαρακτηρίζονταν από την μεγάλη ευστοχία των επιλογών του και η πανεπιστημιακή διδασκαλία του από απλότητα και επιστημονική ακρίβεια.


Η Θρακική παρουσία του


Το Θρακικό Κέντρο, υπήρξε η μεγαλύτερη και η πλέον δυναμική οργάνωση των Θρακών, που ξεριζωμένοι από τις πανάρχαιες κοιτίδες του Θρακικού Ελληνισμού, μετά και το 1922 κυρίως, βρέθηκαν στην μητέρα πατρίδα. Δημιουργήθηκε το 1928, από επιφανείς και φωτισμένους Θράκες που κατέφυγαν ως πρόσφυγες εδώ και επιδόθηκε στη διάσωση της Ιστορίας, του Πολιτισμού και των παραδόσεων του συνόλου της Θράκης. 
Μνημειώδες επίτευγμα του Θρακικού Κέντρου, το επιστημονικό σύγγραμμα "Θρακικά" με αρχικά μέλη στην επιτροπή σύνταξης τους κορυφαίους Θράκες επιστήμονες της εποχής εκείνης Χρήστο Τσούντα καθηγητή Πανεπιστημίου, Αριστοτέλη Κουρτίδη παιδαγωγό και λογοτέχνη, Στίλπωνα Κυριακίδη καθηγητή Πανεπιστημίου και Πολύδωρο Παπαχριστοδούλου καθηγητή και λογοτέχνη. 

*Το επιστημονικό περιοδικό σύγγραμμα "Θρακικά"


Ο Τσούντας παρείχε την σοφία του και ήταν επιμελητής των «Θρακικών», που εκδίδονται ακόμα και σήμερα και όπως λένε οι ειδήμονες, η ύλη αυτών των τόμων φθάνει να στηρίξει επιστημονικά μιαν αυτοτελή έδρα Θρακολογίας σε Πανεπιστήμιο. Μια έδρα που ενώ τα γειτονικά κράτη, που καπηλεύονται την Ιστορία της Θράκης, διαθέτουν εδώ και πολλά χρόνια, δεν απέκτησε ποτέ η Ελλάδα, αν και έχει Πανεπιστήμιο στη Θράκη. 
Μετά το θάνατό του (9 Ιουνίου 1934) το Θρακικό Κέντρο, τιμώντας τη μνήμη του οργάνωσε στις 8-2-1935 στην Αρχαιολογική Εταιρεία επιστημονικό μνημόσυνο, στο οποίο είχαν παραστεί ο υπουργός Παιδείας Μακρόπουλος, ο πρόεδρος της Γερουσίας Στ. Γονατάς, ο πρώην πρωθυπουργός Αλ. Παπαναστασίου, πολλοί καθηγητές Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκοί. 


Π. Σ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ

2 σχόλια:

  1. Penelope Kambakis Vougiouklis (Πηνελόπη Καμπάκη)
    Συμφωνώ και επαυξάνω. Η οικογένεια Κουμανούδη έδωσε μια σειρά από εξαιρετικούς επιστήμονες...το 1987 πέθσνε ο δισέγγονός του, συνομήλικός μου περίπου θα ήτσν αν ζούσε...το έργο του συνεχίζουν οι φίλοι του Αγγελος και Σοφία Ματθαίου. Το σύγγραμμα της Σ. Ματθαίου αποτελείται από δύο μέρη: το κυρίως Σχεδίασμα Βιογραφίας και ένα λίγο εκτενέστερο Παράρτημα με αποσπάσματα κειμένων επιλεγμένων ως τα πλέον αντιπροσωπευτικά από το Αρχείο. Συνολικά 199 κείμενα, χωρισμένα σε κεφάλαια, αντίστοιχα προς αυτά του Σχεδιάσματος, ώστε να υποστηρίζουν τις παρατηρήσεις και απόψεις που διατυπώνονται εκεί εν συντομία, μερικές φορές και αξιωματικά. Πρόκειται για κείμενα του Κουμανούδη ως επί το πλείστον αδημοσίευτα· σημειώσεις, κρίσεις, κάποτε και στιχουργήματα με τα οποία ο Κουμανούδης συνήθιζε να εκτονώνει την αγανάκτηση και την οργή του για πρόσωπα και καταστάσεις ή, απλώς, να διασκεδάζει τη δυσθυμία του. Εκτός της τεκμηρίωσης που παρέχουν, τα κείμενα δείχνουν το πάθος του Κουμανούδη για την κατάρτιση πάσης φύσεως καταλόγων και για τις «αποσημειώσεις»· «σημείωνε ό,τι τύχει, όπου τύχει». Μόνο έντεκα κείμενα δεν είναι γραμμένα από τον Κουμανούδη: πρόκειται για επίσημα έγγραφα που τον αφορούν, τρεις επιστολές προς αυτόν και ένα κείμενο του πρωτότοκου γιου του· στο πλευρό του, μέχρι τέλους, και στην Αρχαιολογική Εταιρεία, ο «Αθανασάκης» του, πέθανε έξι μήνες μετά τον πατέρα του στα 48 του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Mary Dimitriadou
    Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες κύριε Αθανασιάδη..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...