Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

1873: Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΠΡΟΚΡΙΤΟΥ ΧΑΤΖΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΠΡΙΜΟΥ ΣΤΟ ΧΑΣΚΙΟΪ



*Η αναγγελία του θανάτου του Χατζή Σταύρου Πρίμου, στον "Νεολόγο" της Κωνσταντινούπολης στις 7 Μαΐου το 1875




Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

Η δεκαετία του 1870-1880 υπήρξε άκρως δυσχερής για τον Θρακικό Ελληνισμό εξαιτίας του ανερχόμενου βουλγαρικού εθνικισμού και των πανασλαβιστικών σχεδίων της Ρωσίας κατά την εποχή εκείνη. Ο κύριος άξονας των γεγονότων τότε υπήρξε το βουλγαρισμό σχίσμα, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.
Χαρακτηριστικά ο υποπρόξενος της Ελλάδας στη Φιλιππούπολη Μιχ. Ταταράκης με έγγραφό του χωρίς ημερομηνία προς τον Έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Ε. Σίμο, έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου γράφοντας προειδοποιητικά το 1872[1]:
«Η θέσις του ενταύθα Ελληνισμού προϊόντος του χρόνου καθίσταται λίαν δυσχερής και επισφαλής, ένεκα της οσημέραι αναπτύξεως μεγίστης δραστηριότητος και των χρηματικών μέσων της πανσλαβιστικής προπαγάνδας.
Είς ουδέν άλλον μέρος της Τουρκίας ο Πανσλαβισμός δεν συνεκέντρωσε τόσην την προσοχήν του εις δραστήριον ενέργειαν αυτού, όσον εν τη προξενική ταύτη περιφερεία».  
Την περίοδο του Πάσχα 1873 σημειώθηκαν κατά τα δημοσιεύματα του ομογενειακού Τύπου της Κωνσταντινούπολης πολλοί ξυλοδαρμοί Ελλήνων, που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στους σχισματικούς Βουλγάρους.
Στο Χάσκιοϊ (σημερινό Χάσκοβο της Βουλγαρίας) σημειώθηκε τότε, η δολοφονική απόπειρα εναντίον του πρόκριτου Χατζή Σταύρου Πρίμου, από Βούλγαρο φανατικό. Από τις ανακρίσεις προέκυψε ότι ο επίδοξος δολοφόνος ήταν συνδεδεμένος με το Βούλγαρο δάσκαλο Μπερκόφσκι, ο οποίος είχε σπουδάσει στην Πράγα της Βοημίας και ήταν φορέας πανσλαβιστικών ιδεών. Είχε δραστηριοποιηθεί μάλιστα στην πόλη με τη δημιουργία Βουλγαρικής Λέσχης.
Όταν συνελήφθη ο δολοφόνος, και οδηγήθηκε στον καϊμακάμη, αρνήθηκε να δώσει ακόμα και το όνομά του , δηλώνοντας μόνο ότι πήγε στο Χάσκιοϊ με σκοπό να επιχειρήσει εκείνη τη δολοφονία.
Ο διάλογός με τον καϊμακάμη είναι χαρακτηριστικός του μίσους και του φανατισμού.[2]
Καϊμακάμης: Πώς ονομάζεσαι;
Βούλγαρος: Δεν γνωρίζω τίποτε.
Καϊμακάμης: Σε ποια εθνικότητα ανήκεις;
Βούλγαρος: Είμαι Χριστιανός.
Καϊμακάμης: Αυτό δεν αρκεί. Υπάρχουν Χριστιανοί, Έλληνες, Βούλγαροι, Αρμένιοι, Ρωμούνοι κλπ. Σε ποια από αυτές τις εθνότητες ανήκεις;
Βούλγαρος: Είναι ανώφελο να με ρωτάς. Το ξέρεις ήδη.
Καϊμακάμης: Από πού έρχεσαι;
Βούλγαρος: Από εκεί που ανατέλλει ο Ήλιος.
Καϊμακάμης: Αυτό δεν είναι απάντηση. Πες ποιον τόπο εγκατέλειψες για να έρθεις εδώ;
Βούλγαρος: Προς το παρόν είμαι στο Χάσκιοϊ.
Καϊμακάμης: Γιατί χτύπησες το Χατζή Σταύρο;
Βούλγαρος: Επειδή ήρθα επίτηδες γι’ αυτό.
Καϊμακάμης: Γνωρίζεις το Χατζή Σταύρο;
Βούλγαρος: Χτύπησα το Χατζή Σταύρο επειδή έπρεπε να τον χτυπήσω. Έχετε νόμους. Κάνετέ με ό,τι θέλετε. Τι ωφελεί να μάθετε ποιος είμαι; Από πού έρχομαι κλπ;
Ο Χατζή Σταύρος Πρίμος, τραυματίσθηκε σοβαρά, αλλά επέζησε έχοντας σοβαρά προβλήματα υγείας και πέθανε μετά από δύο χρόνια στις 24 Απριλίου 1875. Οι σχισματικοί βούλγαροι, που τον είχαν στο μάτι, ζήτησαν να μην ταφεί στην ορθόδοξη εκκλησία, της οποίας μάλιστα ήταν κτήτωρ, αφού αυτός την ανήγειρε εκ βάθρων. Τελικά μετά από κινητοποιήσεις των Ελλήνων ο Οθωμανός διοικητής της Φιλιππούπολης έδωσε τηλεγραφική εντολή και έτσι οι Βούλγαροι αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν. Ο Πρίμος ετάφη στο νάρθηκα του ναού, αφού ίσχυε νόμος βάσει του οποίου οι κτήτορες εκκλησιών, μπορούσαν να θάβονται στους νάρθηκες. Οι Βούλγαροι την εποχή εκείνη είχαν κατορθώσει να αρπάξουν την ελληνική εκκλησία και το σχολείο του Χάσκιοϊ. 
*Ερειπωμένος ελληνικός ναός στο Χάσκιοϊ περί το 1829.
 
Σύμφωνα με αναφορά του Έλληνα υποπρόξενου της Φιλιππούπολης Παν. Φοίβου[3] της 4ης Ιουνίου 1873 προς την πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, ο Βούλγαρος που επιτέθηκε στον Χατζή Σταύρο Πρίμο ονομάζονταν Αθανάσιος Τσέτκο Ουζούνωφ και ήταν μέλος του Κεντρικού Κομιτάτου της Βουλγαρίας.
Στις αρχές Μαΐου 1875 στο χωριό Τύρνοβο της Βιζύης, 500 και πλέον Βούλγαροι, όπως έγραψε ο «Νεολόγος» συγκεντρώθηκαν θέλοντας να σκοτώσουν το πρώην μουχτάρη Βασίλειο. Πολιόρκησαν την έδρα του μουδίρη και το σπίτι του. Εναντίον τους εστάλη ο συνταγματάρχης Χωροφυλακής Αχμέτ Βέης με σαράντα χωροφύλακες και δύο λόχους ιππικού, για να επιβάλει την τάξη. 
Άπειρα είναι τα περιστατικά της τρομοκρατίας, που ασκούσαν οι Βούλγαροι εναντίον των Ελλήνων, την εποχή εκείνη.
Πολύ νωρίτερα, το 1860 είχαν σημειωθεί αιματηρά επεισόδια μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στη Φιλιππούπολη. Οι Βούλγαροι ήθελαν να καταλάβουν την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για να ιερουργούν στη Βουλγαρική γλώσσα. Τα γεγονότα αυτά είναι γνωστά, από τη θρακική βιβλιογραφία.
Η ελληνική κυβέρνηση, δεν θέλησε να ρίξει λάδι στη φωτιά και συνιστούσε αυτοσυγκράτηση. Ο επιτετραμμένος της Πρεσβείας μας στην Κωνσταντινούπολη Α. Ζάνος[4] με επιστολή του προς τον Έλληνα υποπρόξενο της Φιλιππούπολης Παν. Φοίβο συνιστούσε: «Φρόνησις και αποχή πάσης επεμβάσεως επισήμου».
Ο πρόξενος όμως της Αδριανούπολης Α. Δόσκος είχε πληροφορίες στις 19 Δεκεμβρίου 1859, από ταχυδρόμο που έκανε το δρομολόγιο Φιλιππούπολη- Κωνσταντινούπολη, ότι οι Βούλγαροι της Φιλιππούπολης οπλοφορούσαν και συνεχώς κακοποιούσαν τους Έλληνες. Και επιπλέον «... έχοντες δε και πεντακοσίους χωρικούς εις τα χάνια, τους οποίους προσεκάλεσαν εκ των χωρίων των, ίνα μεταχειρισθώσιν αυτούς εν περιπτώσει συμπλοκής μετά των ομογενών».
Τη δραστήρια παρουσία πρακτόρων του Πανσλαβιστικού κομιτάτου στη Θράκη και ειδικά βόρεια της Ξάνθης επισήμανε με αναφορά του στις 9 Απριλίου 1877 [5] και ο Έλληνας πρόξενος της Καβάλας, Αρ. Παπαδόπουλος
Αυτός ήταν αναγκασμένος να μεταβαίνει στην Ξάνθη εξαιτίας των πολλών υποθέσεων που είχαν οι Έλληνες υπήκοοι που βρίσκονταν εκεί και δούλευαν κυρίως ως καπνέμποροι. Η μετάβαση όμως από την Καβάλα στην Ξάνθη εκτός του ότι ήταν πολύωρη, αφού χρειάζονταν πορεία 10 ωρών κατά τους υπολογισμούς του, ήταν και επικίνδυνη.
Επιπλέον ο Παπαδόπουλος στην αναφορά του επεσήμαινε προς το υπουργείο Εξωτερικών, ότι κοντά στην Ξάνθη υπήρχαν τα ελληνοβουλγαρικά χωριά Γενήκιοϊ και Γκάμπροβο και κοντά σ’ αυτά υπήρχαν και τα σχισματικά χωριά της επαρχίας Αχή Τσελεμπή, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Ξάνθης. Στα χωριά αυτά καταβάλλονταν μεγάλες προσπάθειες «να αποβουλγαρισθώσιν». Όμως από τη μια η μακρά απουσία του Μητροπολίτη της Ξάνθης και η αδιαφορία του επιτρόπου του και από την άλλη «οι αενάως περιερχόμενοι τα μέρη διάφοροι του Πανσλαβιστικού κομιτάτου αντιπρόσωποι» σε συνδυασμό «με την έλλειψη αντιδράσεως προς τα γενομένας καταχθονίους κατά του Ελληνισμού ενεργείας των» κατόρθωσαν να πείσουν το ένα τρίτο των κατοίκων να προσχωρήσουν στη Σχισματική Εκκλησία.
Για τους λόγους αυτούς ο Παπαδόπουλος συνιστούσε τη δημιουργία προξενικού πρακτορείου στην Ξάνθη και ως κατάλληλο πρόσωπο υπεδείκνυε τον έμπορο Γεώργιο Ε. Παρθενόπουλο Έλληνα υπήκοο, δημότη Ύδρας, που διέμενε στην Ξάνθη. 
Ένας από τους δρόμους εισόδου πρακτόρων του Πανσλαβιστικού κομιτάτου, ήταν και το λιμάνι του Πύργου, στις θρακικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Το 1879 ενόψει και των διοικητικών διαιρέσεων υπήρξαν σκέψεις για κατάργηση του υποπροξενείου Πύργου.
Ο υποπρόξενος της Φιλιππούπολης Αθανάσιος Ματάλας, αντελήφθη το λάθος και έσπευσε να ενημερώσει το υπουργείο Εξωτερικών με αναφορά του στις 20 Αυγούστου 1879[6] και να πείσει την Κεντρική Υπηρεσία να διατηρήσει το υποπροξενείο αυτό και να το αναβαθμίσει, καθιστώντας το έμμισθο και με γραμματέα. Έγραφε τότε μεταξύ άλλων:
«Ο λιμήν του Πύργου ών ο μόνος λιμήν της Ανατολικής Ρωμυλίας, έλαβε και θέλει λάβει μεγαλυτέραν σπουδαιότητα εμπορικήν ή πρότερον. Εκτός τούτου είναι και η μόνη θαλασσία οδός των εκ Ρωσίας Πανσλαβιστών. Επομένως ουκ ολίγα σχετικά ο εκεί υποπρόξενος έχει να επιτηρή και πληροφορή την Κυβέρνησιν. Και αν διωρίζετο κατάλληλος και νοήμων υποπρόξενος ούτος το εθνικόν αίσθημα εις τους κατοίκους των πλησιοχώρων παραλίων Ελληνικών κοινοτήτων ηδύνατο να ενισχύση και αναζωπυρώση».
Στις 5 Ιανουαρίου 1866, ο δραστήριος και μαχόμενος τους Πανσλαβιστές εκπαιδευτικός Γεώργιος Τσουκαλάς Ζακύνθιος, είχε στείλει στην Ελληνική Βουλή μια χειμαρρώδη, πολυσέλιδη και πυκνογραμμένη αναφορά με την οποία προειδοποιούσε από τη Φιλιππούπολη ότι « αίφνης τέσσαρες προπαγγάνται ενεφανίσθησαν εν τη πόλει ταύτη, όπου ο Βουλγαροσλαβισμός μανιωδώς ανεφάνη και βαναύσως και αδίκως μάχεται κατά του Ελληνισμού». Επεσήμαινε μάλιστα, ότι ο Ρώσος πρόξενος στη Φιλιππούπολη, διέδιδε, πως «μετά δέκα έτη δεν θέλει υπάρχει τις εν της πόλει και τη επαρχία Φιλιππουπόλεως, ίνα είπη Ελληνιστί καλή ημέρα». Και καλούσε τους Έλληνες βουλευτές: «Σκεφθείτε ωρίμως, διότι ο καιρός παρέρχεται ανεπιστρεπτί».
Οι φωνές αγωνίας από τη Θράκη, δεν έλειψαν ποτέ. Ίσως, δεν αντιμετωπίσθηκαν με τη δέουσα σοβαρότητα.
Οι ξένες προπαγάνδες ανθούσαν στη Θράκη, την οποία όλοι έβλεπαν με καλό μάτι, διαπιστώνοντας την προϊούσα διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Αναστάσιος Δόσκος μας δίνει από την Αδριανούπολη τη χαρακτηριστική  πληροφορία[7], ότι ο Γάλλος πρόξενος Gyse πήρε δίμηνη άδεια απουσίας και με όλους τους υπαλλήλους του προξενείου του αναχώρησε στο κοντινό Ορτάκιοϊ για διακοπές. Προσέξτε όμως, τι διακοπές:
«Η εκδρομή αύτη είναι εκ των κατ’ έτος σχεδόν γινομένων υπό την πρόφασιν της υγείας παρά διαφόρων προξένων και σκοπόν έχουσα κυρίως την συλλογήν πληροφοριών εξ ιδίας αντιλήψεως περί της καταστάσεως και των διαθέσεων των τε Χριστιανών και Οθωμανών».
Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1878 έθαψε όλες τις ελπίδες, που μπορούσαν να έχουν οι Έλληνες για απελευθέρωση από τους Ρώσους. Αντίθετα η κατάσταση εκτραχύνθηκε όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν τη Θράκη και άρχισαν να στηρίζουν τη βουλγαρική κυριαρχία με κάθε μέσον θεμιτό και αθέμιτο.
         Ένας Φιλιππουπολίτης ανώνυμος για ευνόητους λόγους έγραψε μια μακροσκελή επιστολή προς την «Ώρα» των Αθηνών, την οποία αναδημοσίευσε η «Παλιγγενεσία» αναφέροντας μεταξύ άλλων με αγανάκτηση:
«Ο Τούρκος ηνείχετο την ύπαρξιν Έλληνος ήρκει μόνον να εξαγοράζη ούτος επί έν έτος την ύπαρξίν του αντί τριάκοντα γροσίων. Αλλ’ ο Ρώσος και ο ερειδόμενος επί τας λόγχας αυτού Βούλγαρος, δεν ανέχονται τα παράπαν την ύπαρξιν του Έλληνος. Απαιτούσιν ίνα παύσωμεν υπάρχοντες ως Έλληνες, ίν’ απαρνηθώμεν πατρίδα, καταγωγήν και όνομα».


[1] ΙΑΥΕ 1872 φάκ. αακ Γ.
[2] «Παλιγγενεσία» 25 Μαΐου 1873, σε αναδημοσίευση από το «Φάρο του Βοσπόρου»
[3] ΙΑΥΕ 1873 φάκ. 37,13
[4] ΙΑΥΕ 1860 φάκ. 76, 1γ
[5] ΙΑΥΕ 1877 φάκ. 36, 2-3
[6] ΙΑΥΕ 1879 φάκ. 37, 13
[7] ΙΑΥΕ 1866 φάκ. 33,13






6 σχόλια:

Γκαγκαβούζης-Gagavouzis είπε...

καλημερα κ. Παντελη!! ακομη ενα αρθρο σας απλο μεν καταπληκτικο δε!! Συνεισφορα στην μεγαλη ιστορια της Μητερας Θρακης μας!! το εντυπωσιακο ειναι πως αυτα τα κειμενα δεν υπαρχουν στην επισημη ιστοριογραφια! και καλα που υπαρουν ερευνητες και τα ξεσηκωνμουν απο τα μουχλιασμενα χρονοντουλαπα του υουργειο Εξωτερικων!! νασαι παντα καλα!! Γερος δυνατος και αηθαλης!!

SITALKIS είπε...

Χρήστο ευχαριστώ... Προχωρώ στην ανάγνωση του εξαιρετικού βιβλίου σου...

Ανώνυμος είπε...

«Ο Τούρκος ηνείχετο την ύπαρξιν Έλληνος ήρκει μόνον να εξαγοράζη ούτος επί έν έτος την ύπαρξίν του αντί τριάκοντα γροσίων. Αλλ’ ο Ρώσος και ο ερειδόμενος επί τας λόγχας αυτού Βούλγαρος, δεν ανέχονται τα παράπαν την ύπαρξιν του Έλληνος. Απαιτούσιν ίνα παύσωμεν υπάρχοντες ως Έλληνες, ίν’ απαρνηθώμεν πατρίδα, καταγωγήν και όνομα».!!!!!!!!!!!!ΘΡΑΣΟΣ!!!


Nina Papanicolaou

Ανώνυμος είπε...

Eleni Gkaldana Να είστε καλά κ. Αθανασιάδη! Πολύτιμες οι αναρτήσεις σας και σας ευχαριστούμε!


Eleni Gkaldana

SITALKIS είπε...

Εγώ σας ευχαριστώ. Πρέπει να μαθαίνουμε την ιστορία και τα βάσανα της Θράκης.

Ανώνυμος είπε...

Νίνα Γκούδλη
Μπράβο Παντελή για τις αναρτήσεις σου....Μαθαίνουμε την ιστορία της πολύπαθης και αγαπημένης μας Θράκης!.......

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...