Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Στις πόλεις του Έβρου το 1900- Αντιβουλγαρικοί αγώνες

*Από τη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Θράκη. Στον Εχίνο... 
Εναντίον Ελλήνων και Τούρκων. Η λεζάντα τα λέει όλα...



Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης


                Ο έντονος φυλετικός ανταγωνισμός μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, υπήρξε μια ουσιαστική και πολυαίμακτη παρενέργεια του Πανσλαβισμού, που ανδρώθηκε από τους Ρώσους με εμπνευστή το Ρώσο διπλωμάτη Ιγνάτιεφ και χρησιμοποίησε ως όργανα του Βουλγάρους.
                Οι Βούλγαροι δεν είχαν εκδηλώσει έντονες εθνικές ανησυχίες έως ότου άρχισαν οι προπαγανδιστικές εκστρατείες των Ρώσων και δημιούργησαν μια νέα τάξη φανατικών Βουλγάρων ιδίως μεταξύ των αστών διανοουμένων της Νότιας Βουλγαρίας κυρίως. Το 1858 ιδρύθηκε η Σλαβική Φιλανθρωπική Εταιρεία. Εκπροσωπώντας τις θεωρίες του πανσλαβισμού, πρόσφερε υποτροφίες σε νεαρούς Βούλγαρους για να σπουδάσουν στη Ρωσία. Από εκεί όμως διαπιστώθηκε, επέστρεφαν φανατικοί και μόνον, βαθύτατα επηρεασμένοι από τις ιδέες του πανσλαβισμού. 
Μια πρώτη εκδήλωση των διαφοροποιήσεων ήταν ο λεγόμενος Βουλγαρικός εθνικοσοσιαλιστικός αγώνας του 1860, από τον οποίο ξεπήδησαν οι πρώτες επιθέσεις κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και οι απαιτήσεις απόσχισης της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Αυτό επιτεύχθηκε το 1870, όταν με σουλτανικό φιρμάνι η Βουλγαρική Εξαρχία αναγνωρίσθηκε ως αυτοκέφαλη Εκκλησία. Έτσι η έννοια του Βουλγαρικού Εθνικισμού άρχισε να αποκτά υπόσταση.

*Ο εμπνευστής του πανσλαβισμού Ιγνάτιεφ

                Μεσολάβησε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1878, που έδωσε φτερά στον Βουλγαρικό εθνικισμό. Το Νοέμβριο του 1893 λίγοι διανοούμενοι Βουλγαρομακεδόνες συγκεντρώθηκαν  στη Θεσσαλονίκη για να εξετάσουν πώς θα απελευθερώσουν τη Μακεδονία, και ίσως την επαρχία της Αδριανούπολης, από τους Οθωμανούς. ‘Έτσι  δημιούργησαν  την λεγόμενη Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, με σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Ύστερα από τρία χρόνια ιδρύθηκε στη Σόφια η Εξωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, ή των Βερχοβιστών όπως λέγονταν,  με σύνθημα «Η Μακεδονία ολόκληρη και η Θράκη στη Βουλγαρία»!
Οι αποφασισμένοι να πολεμήσουν για τους σκοπούς αυτούς ήταν συνήθως δάσκαλοι και παπάδες, ενώ άλλοι δημιούργησαν τις παράνομες, ένοπλες ομάδες των κομιτατζήδων,  που στρατολογούνταν και οπλίζονταν κυρίως στη Βουλγαρία. Έδρα και των δύο  αυτών τάσεων στη Θράκη,  ήταν η περιοχή του Μπουνάρ Χισάρ, στην επαρχία Βιζύης, η οποία υπάγονταν στο βιλαέτι  της Αδριανούπολης. Έδρασαν κυρίως από το 1896 έως το 1903.
Η αφύπνιση της Αθήνας, καθυστερημένη, οδήγησε στη δημιουργία του εξωθεσμικού, αλλά αποφασιστικού Μακεδονικού Κομιτάτου υπό τους Δημήτριο Καλαποθάκη (πολιτικό σκέλος) και Παναγιώτη Δαγκλή (στρατιωτικό σκέλος) το οποίο μετά τις πληροφορίες για την δραματική κατάσταση των Ελλήνων της Μακεδονίας και της Θράκης, άρχισε να οργανώνει αργότερα μυστικές αποστολές αξιωματικών, οι οποίοι συγκροτούσαν ομάδες κατοίκων για άμυνα κατά των Βουλγάρων, δεδομένου ότι οι επικυρίαρχοι Οθωμανοί, δεν παρείχαν εχέγγυα ασφαλείας στους υπόδουλους Έλληνες.
*Η εφημερίδα "Αγών" με τις ανταποκρίσεις της για τη Θράκη

Στην Αθήνα μια μικρή εβδομαδιαία εφημερίδα ο «Αγών» έδωσε νωρίτερα τη δική της μάχη. Η πατριωτική και μαχητική εφημερίδα, κυκλοφορούσε στην Αθήνα, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Διευθυντής ήταν ο δικηγόρος Ιωάννης Λαμπρίδης. Αυτοπροσδιορίζονταν ο «Αγών» ως δημοσιογραφικό όργανο Ηπειρωτών και Μακεδόνων. Τα περιεχόμενά της όμως ήταν ευρύτερα. Η εφημερίδα αυτή δημοσίευσε δεκάδες ανταποκρίσεων και από τη Θράκη, δίνοντας μεταξύ άλλων έμφαση στα προβλήματα που προέκυψαν με τους Βουλγάρους μετά το Σχίσμα του 1870, το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878, την δημιουργία του Βουλγαρικού κράτους και την πραξικοπηματική προσάρτηση σ’ αυτό της ελληνικής Ανατολικής Ρωμυλίας.
                Στις αρχές του 1900 ο «Αγών» ανήγγειλε ότι με σειρά άρθρων θα δώσει με λεπτομέρειες «την κραταιάν άμυναν της ημετέρας φυλής εν τοις σπουδαιοτέροις κέντροις της Θράκης, οία η Αδριανούπολις, το Διδυμότειχον, το Σουφλίον, αι Φερραί, το Δεδέαγατς, το Ουζούν Κιοπρού, η Κεσσάνη, τα Μάλγαρα, η Ραιδεστός».
 *Ο Πύργος του Τσιμισκή στην Αδριανούπολη

Αρχή από την Αδριανούπολη

                Ήταν μια φιλότιμη προσπάθεια για να αντιληφθεί το εθνικό κέντρο, τους κινδύνους εκβουλγαρισμού που αντιμετώπιζε η Θράκη. Για το λόγο αυτό δημοσίευσε μια σειρά ανταποκρίσεων περιγράφοντας και τις πόλεις της Θράκης, αρχίζοντας από την Αδριανούπολη, που ήταν το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της περιοχής.
                Η εφημερίδα έγραφε, ότι την εποχή εκείνη (Ιανουάριος 1900) υπήρχαν ακόμα τα βυζαντινά τείχη της Αδριανούπολης και διατηρούνταν ο πύργος του Τσιμισκή, το οποίο οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε παρατηρητήριο για την έγκαιρη αντιμετώπιση των πυρκαγιών (Σ.Σ. αργότερα έγινε και ρολόι της πόλης).
                Στο κέντρο της πόλης έμεναν τότε 20 οικογένειες Βουλγάρων, οι οποίοι δουλεύοντας τις νύχτες και πληρώνοντας αδρά τις τουρκικές αρχές κατόρθωσαν να μετατρέψουν ένα οικίσκο σε μικρή εκκλησία. Σε τρία προάστια της Αδριανούπολης είχαν ανά μια μικρή εκκλησία. Ειδικά αυτήν του Κιρισχανέ, την είχαν αρπάξει από τους Ελληνορθόδοξους το 1878 με την προστασία των Ρώσων.
*Η Αδριανούπολη το 1878 όταν είχε καταληφθεί από τους Ρώσους

                Υπέρ των Βουλγάρων αλώνιζε περί το 1900 ο Ρώσος πρόξενος Κωνσταντίν Λίσσεν, ο οποίος είχε γυρίσει όλα ανεξαιρέτως τα χωριά της Θράκης, επισκεπτόμενος ακόμα και τους πιο ταπεινούς ναΐσκους, εξυπηρετώντας τα πανσλαβιστικά σχέδια. Είχε σύζυγο Ελληνίδα και μιλούσε απταίστως τα ελληνικά. Γενικά οι Βούλγαροι προσπαθούσαν τότε με νύχια και με δόντια και με την υποστήριξη των Ρώσων αρχικά, να δώσουν Βουλγαρική χροιά στην Αδριανούπολη, εκμεταλλευόμενοι ακόμα και την ανοχή της Εκκλησίας. Έτσι μπόρεσαν και ίδρυσαν με άδεια του Μητροπολίτη Κύριλλου, Ιερατική Σχολή στην οποία σπούδαζαν Βουλγαρόπαιδες από την κυρίως Βουλγαρία και την Ανατολική Ρωμυλία. Διαθέτοντας άφθονο χρήμα άρχισαν να αναπτύσσουν δίκτυο εμπορικών αντιπροσώπων, οι οποίοι στην ουσία λειτουργούσαν σαν πράκτορες των πανσλαβιστικών σχεδίων. Ενώ αρχικά αυτό το σύστημα είχε επιτυχία, η οικονομική κρίση που είχε φέρει τη Βουλγαρία προ της πτωχεύσεως ανέστειλε αυτές τις διαδικασίες σε πολλές περιπτώσεις.
*Το Γυμνάσιο θηλέων της Αδριανούπολης

                Το 1900 στην Αδριανούπολη έμεναν περί τους 30.000 Έλληνες με άριστη γνώση της Ελληνικής γλώσσας, όπως και οι άλλοι 600.000 Έλληνες όλης της Θράκης (πλην της Κωνσταντινουπόλεως). Είχε Γυμνάσιο, Ανώτερο Παρθεναγωγείο, τρεις Αστικές Σχολές, τέσσερις Δημοτικές Σχολές, τέσσερα Παρθεναγωγεία και επτά Νηπιαγωγεία. Επίσης υπήρχαν 13 εκκλησίες, πέντε Φιλεκπαιδευτικοί και Φιλανθρωπικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες, όλα υπό ελληνική εποπτεία. Η Αδριανούπολη διατηρούσε δύο μεγάλες βιβλιοθήκες και Αρχαιολογικό Μουσείο στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο, με πλούσια νομισματική συλλογή θρακικών νομισμάτων.
                Ο συντάκτης αυτής της ανταπόκρισης, που δεν κατονομάζεται αλλά σαφώς είναι Θράξ, θέλοντας να επισημάνει την σπουδαιότητα των κέντρων των αλύτρωτων Ελλήνων έγραφε:
                «Μάτην η Ελλάς προσδοκά αποκλειστικώς το μειδιόν μέλλον εκ της ελευθέρας Ελλάδος. Αλλαχού, εκεί πέραν του Ολύμπου ευρίσκεται η μεγάλη Ελλάς και ταύτην πρέπει ν’ αναστήση δια της εθνικής εκπαιδεύσεως, δια των αρχιερέων, Προξένων και διδασκάλων της».
 *Μια πανοραμική απεικόνιση του Διδυμοτείχου περί το 1900

Στο Διδυμότειχο

                Ο ίδιος ανταποκριτής δίνει περιγραφές και για το Διδυμότειχο, που τότε υπολόγιζαν ότι απέχει από την Αδριανούπολη περίπου 2,5 ώρες με το… τρένο! Μιλούσε για τη σπουδαιότητα του βυζαντινού Διδυμοτείχου που το είχε καταστήσει πρωτεύουσά του ο Ιωάννης Καντακουζηνός όταν στέφθηκε εκεί αυτοκράτορας και ο γιος του.
                Περί 1900 σώζονταν τα δίδυμα βυζαντινά τείχη, προσθέτοντας στη πόλη βυζαντινό μεγαλείο. Ήταν έδρα Μητροπολίτη και Καϊμακάμη (έπαρχου) και διέθετε στρατώνες οθωμανικούς. Είχε 10.000 κατοίκους με τους Τούρκους να έχουν την πλειονότητα.  Οι Έλληνες ήταν 3.500. Υπήρχαν επίσης Αρμένιοι, Εβραίοι και Αθίγγανοι.
                Οι Έλληνες διατηρούσαν Αστική Σχολή με 5 διδασκάλους, Παρθεναγωγείο και 3 Νηπιαγωγεία. Συνολικά φοιτούσαν άνω των 500 μαθητών και μαθητριών.
                Οι Βούλγαροι όπως συνέβαινε και σε άλλες πόλεις, έρχονταν λίγοι- λίγοι ως εργάτες και αγρότες από τη Ροδόπη και το Μικρό και Μεγάλο Δερβέντ (Δέρειο). Έτσι το 1900 υπήρχαν στο Διδυμότειχο 25 βουλγαρικές οικογένειες, οι οποίες μάλιστα αποσκίρτησαν από το Πατριαρχείο και προσπαθούσαν να συγκροτήσουν δική τους κοινότητα. Υποστηρικτής τους κατά τον ανταποκριτή του «Αγώνα» ήταν ο μητροπολίτης Κωνσταντίνος Βαφείδης. Την ίδια στάση τήρησε και όταν ήταν Μητροπολίτης Σερρών. Ο ανταποκριτής δεν απέκλειε η συμπάθειά του να οφείλονταν στις σπουδές του στη Ρωσία. Όμως ο αδελφός του και διάδοχός του στη Μητρόπολη Διδυμοτείχου Φιλάρετος Βαφείδης «διακεκριμένος και ευπαίδευτος ιεράρχης φαίνεται όλως αντίθετος και λίαν αυστηρός ως προς το ζήτημα τούτο».
*Χορεύσας μετά των θυγατέρων του...

                Πάντως επί Κωνσταντίνου Βαφείδη είχε εμφανισθεί στο Διδυμότειχο ο Ρώσος πρόξενος με τις δύο θυγατέρες του και με σχισματικούς ιερείς πήρε μέρος σε πανηγύρια των Βουλγάρων «χορεύσας μετά των θυγατέρων του εις την εθνικήν εκείνην των Βουλγάρων πανδαισίαν». Έτσι σιγά- σιγά κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα σχολείο θηλέων με δύο δασκάλες και να αποκτήσουν ένα πρόχειρο ναό.
                «Αλλά οι Διδυμοτειχίται- έγραφε ο «Αγών»- οίτινες φημίζονται καθ’ όλην την Θράκην και δια την φιλοπατρίαν των, ιδία δεν δια την πανουργίαν των προκειμένου περί των συμφερόντων των, εγκαίρως θα κατορθώσωσι να καυτηριάσωσι την γάγγραιναν, εσμέν βεβαιότατοι». Πράγμα που τελικά συνέβη, συμπληρώνουμε εμείς σήμερα.
*Το χαμάμ του Σουφλίου.

Στο Σουφλί

                Ο φιλότιμος ανταποκριτής συνέχισε την πορεία του προς το Σουφλί, που απείχε σιδηροδρομικώς από το Διδυμότειχο μία ώρα. Τόνιζε στο κείμενό του ότι χάρη στην αμπελουργία και την μεταξοσκωληκοτροφία, το Σουφλί με τους 10.000 κατοίκους, μόνο Έλληνες, ήταν τότε η πλουσιότερη πόλη της Θράκης. Οι κάτοικοι περηφανεύονταν ότι κατάγονται από το Σούλι, υπενθυμίζοντας ότι η παλαιότερη συνοικία της πόλης ονομάζονταν «Κακοσούλι Μαχαλέ». Εξηγεί μάλιστα ότι όπως φαίνεται μια ομάδα Σουλιωτών εγκαταστάθηκε στο προϋπάρχον χωριό, το οποίο είχε την ονομασία στα τουρκικά Σοφιλού. Στη συνέχεια σιγά- σιγά και χρόνο με το χρόνο εκτόπισαν του Τούρκους που κατοικούσαν εκεί και τους ανάγκασαν να χτίσουν ένα κοντινό χωριό το Σοφιλάρ.
                Οι γυναίκες φορούσαν ενδυμασίες αρβανίτικες που έμοιαζαν με αυτές της Σαλαμίνας και οι άνδρες φορούσαν γαλάζιες τοπικές ενδυμασίες. Το ίδια συνέβαινε και στα γειτονικά χωριά  Κορνοφωλιά, Δαδιά, Κιουπλή, κ.λπ.
                Η γλώσσα που μιλούσαν οι Σουφλιώτες και οι κάτοικοι των πέριξ χωριών ήταν ελληνική και ομοίαζε με το ιδίωμα που μιλούσαν οι κάτοικοι των χωριών του Ολύμπου.
                Στο Σουφλί το 1900 υπήρχαν μία Αστική Σχολή, μία Δημοτική, ένα Παρθεναγωγείο, και ένα Νηπιαγωγείο με 800 μαθητές και μαθήτριες. Πριν από 15 χρόνια, δηλαδή περί το 1885 στο Σουφλί υπήρχε μια πλήρης εξατάξιος Αστική Σχολή στην οποία δίδασκαν πέντε διδάσκαλοι τους περίπου 400 μαθητές, ένα Παρθεναγωγείο με μια δασκάλα και 140 μαθήτριες και ένα νηπιαγωγείο με μία νηπιαγωγό και 110 νήπια. Τότε η πόλη είχε 6.500 κατοίκους. Και έδινε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα χωριών.
*Η οθωμανική σφραγίδα της κοινότητας Κιουπλή


                *Κιουπλή: Κατοικούσαν 400 ελληνικές, ελληνόφωνες και ελληνορθόδοξες οικογένειες. Είχε Δημοτική Σχολή με δύο διδασκάλους και περί τους 150 μαθητές, Παρθεναγωγείο και Νηπιαγωγείο που ήταν ενωμένα, με δύο δασκάλες και περί τις 200 μαθήτριες και νήπια (Σ.Σ. Το Κιουπλή ανήκει σήμερα στην Τουρκία. Είναι χωριό εκείθεν του ποταμού Έβρου).
*Η Μανδρίτσα

                *Μανδρίτσα: Κατοικούσαν 320 αλβανόφωνες ελληνικές και ελληνορθόδοξες οικογένειες. Υπήρχε πρωτοβάθμια σχολή με δύο διδασκάλους και 100 μαθητές και Παρθεναγωγείο με μία δασκάλα και 120 μαθήτριες και νήπια (Σ.Σ. Η Μανδρίτσα ανήκει σήμερα στη Βουλγαρία).

*Η Οθωμανική σφραγίδα της κοινότητας Δαδιάς

                *Δαδιά: Κατοικούσαν 150 ελληνικές, ελληνόφωνες και ελληνορθόδοξες οικογένειες. Είχε σχολείο με περίπου 60 μαθητές.
*Η σφραγίδα του δημοτικού συμβουλίου Κορνοφωλιάς στα ελληνικά το 1878

                *Κορνοφωλέα: Κατοικούσαν 350 οικογένειες ελληνοφώνων και ορθοδόξων οικογενειών. Διατηρούσε Δημοτική Σχολή και Νηπιαγωγείο στα οποία ένας δάσκαλος και μια δασκάλα δίδασκαν τους περίπου 80 μαθητές.
                Ο ανταποκριτής κατέληγε ότι ως παράδειγμα ανέφερε αυτά τα χωριά, διότι στο Σαντζάκι του Διδυμοτείχου, στο οποίο υπάγονταν και το Σουφλί, υπάρχουν και πολλές άλλες ελληνικότατες κοινότητες, όπως η κοινότητα του Ορτάκιοϊ, που αριθμούσε 7.000 κατοίκους. (Σ.Σ. Ανήκει σήμερα στη Βουλγαρία. Για το Ορτάκιοϊ βλέπετε στη θέση http://sitalkisking.blogspot.gr/2013/09/blog-post_13.html ).
                Κατά τον ανταποκριτή την Τρίτη του Πάσχα οι Σουφλιώτες χόρευαν ένα δημοτικό χορό που έμοιαζε προς το χορό της Τράτας, που χορεύεται στα Μέγαρα. Στο χορό αυτό οι γυναίκες φορούσαν φουστανέλα και πυροβολούσαν στον αέρα με πιστόλια και όπλα! Υπήρχαν στην πόλη αυτή ωραιότατα τοπικά δημώδη άσματα. Ανάλογα άσματα τραγουδούσαν και σε όλα τα χωριά των υπωρειών της Ροδόπης, όπου υπήρχε ακραιφνής Ελληνισμός, όπως στα χωριά Λίτιτσα, Παλαιοκράβα, Πλαβού, Τσεκερδεκλή, Τοκμάκ, Ακαλάν, Μανδρίτσα, Αηδονοχώρι, Αλεποχώρι, Τσαούσι, Ψαθάδες, Ασβεστάδες, Καδήκιοϊ, Σαλτίκι, Μάνδρα, Καραμπεϊλή, Κορνοφωλέα, Δαδιά, Ντουγαντζή Ρουμδζήκ, Τασμακτσή, Κιουπλή, Καβατζήκι κ.λπ. Όλα αυτά τα χωριά διατηρούσαν ελληνικά σχολεία και μιλούσαν ελληνικά. Οι Βούλγαροι όμως τα διεκδικούσαν ως βουλγαρικά, παραβλέποντας ότι πλειοψηφία είχαν οι Τούρκοι και οι Έλληνες.
                Ο ανταποκριτής επέμενε στην ελληνικότητα των χωριών αυτών και τόνιζε: «Επισκεφθήτε τα και θα ιδήτε ήθη και έθιμα ελληνικώτατα και πόθους,που ούτε ονειρεύθησαν οι πατέρες της ελλην. Βουλής»!!!
  *Η βυζαντινή Κοσμοσώτειρα των Φερών, όταν ήταν τέμενος. 
Από τα τουρκικά κρατικά αρχεία

Στις Φέρες

                Το χρονικό αυτό του 1900 συνεχίσθηκε στον «Αγώνα» με τις Φέρες. Μιάμιση ώρα με το τρένο, από το Σουφλί. Είναι η βυζαντινή Βήρα και έτσι την αποκαλούσαν οι κάτοικοι των παραλίων λέγοντας «Πάμε σ’ Βήρα».          
                «Δυστυχής Βήρα, αφ’ ού οι Τούρκοι αφήρπασαν τον περικαλλέστατον ναόν της μικράς Αγίας Σοφίας σου, όστις μακρόθεν κοσμεί την πόλιν σου, σήμερον οι Βούλγαροι ζητούν τα σχολεία σου» οδύρονταν ο ανταποκριτής…. (Σ.Σ. Είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει τον βυζαντινό ναό της Κοσμοσώτειρας, σε τζαμί…).
                Υπενθύμιζε επίσης ότι όταν εξερράγη η Ελληνική Επανάσταση οι Τούρκοι κάτοικοι των Φερών και των Υψάλων (Κυψέλων αναφέρει…) κατέστρεψαν όλα τα ελληνικά χωριά έως την Αίνο και από τότε νέμονται τα χωράφια της περιοχής, αυτοί και Βούλγαροι. Οι Τούρκοι των Υψάλων και των Φερών χαρακτηρίζονταν ως οι φανατικότεροι της Θράκης και για το λόγο αυτό αποκαλούνταν «κανλή- γερί» δηλαδή αιμοχαρείς!!!
                Στις Φέρες, την πλειονότητα των κατοίκων είχαν οι Τούρκοι. Διασώθηκαν βέβαια και κάποιες ελληνικές οικογένειες, ενώ στα  Ύψαλα δεν είχε μείνει καμιά ελληνική οικογένεια.
                Πάντως στις Φέρες προστέθηκαν κάποιες ακόμα ελληνικές οικογένειες, που απέκτησαν ελληνική εκκλησία και δημοτικά σχολεία που τα υποστήριζε η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα της Κωνσταντινούπολης. Οι ελληνικές οικογένειες έγιναν σιγά- σιγά 60 και σ΄ αυτές προστέθηκαν και ελάχιστες ακόμα Βουλγαρικές, σχισματικές, προερχόμενες από τα ορεινά της Ροδόπης. Μαζί τους όμως έφτασαν και προπαγανδιστές που άρχισαν να εγείρουν αξιώσεις, ζητώντας να πάρουν αυτοί τους ναούς και τα σχολεία.
*Η Αλεξανδρούπολη του 1908, τότε Δεδέαγατς

Στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη)

Η επόμενη ανταπόκριση του «Αγώνα» αφορούσε το Δεδέαγατς τη σημερινή δηλαδή Αλεξανδρούπολη. Πριν από 35 χρόνια, έγραφε η εφημερίδα, με άλλα λόγια περί το 1865 το Δεδέαγατς ήταν έρημη ακτή, άγρια και άγνωστη στο εμπόριο. Ήταν γνωστή η περιοχή μόνο σε λαθρέμπορους. Έκτοτε όμως και εξαιτίας της κατασκευής του σιδηροδρόμου, επετράπη από την τουρκική κυβέρνηση να δημιουργηθεί οικισμός και λιμάνι. «Εις τας ερήμους όχθας του αφανούς εκείνου όρμου, ωραία εφύτρωσε πολίχνη» κατά την εφημερίδα.
Το 1900 είχε περίπου 4.000 κατοίκους από τους οποίους τα δύο τρίτα ήταν Έλληνες. Οι άλλοι ήταν Οθωμανοί, και Αρμένιοι κυρίως. Στο σχηματισμό αυτής της νέας πόλης είχαν συμβάλει με κατοίκους που μετακόμισαν εκεί η Μαρώνεια, η Μάκρη, η Αίνος, η Αδριανούπολη, νησιά του Αιγαίου και Ηπειρώτες. Η ποικιλία των κατοίκων διαπίστωνε η εφημερίδα συνετέλεσε στη γοργή ανάπτυξή της και στο άνοιγμα σχολείων. Αρχικά στήθηκε ένας πρόχειρος ναός. Αργότερα άρχισε να οικοδομείται μεγαλοπρεπής ναός, ο Άγιος Νικόλαος, που το 1900 ήταν στο πέρας της κατασκευής.
*Ο Άγιος Νικόλαος Αλεξανδρούπολης
  
Στο Δεδέαγατς λειτουργούσαν το 1900, Αστική Σχολή Αρρένων, με δύο διδασκάλους και 90 μαθητές, Παρθεναγωγείο με μία δασκάλα και 50 μαθήτριες και Νηπιαγωγείο στο οποίο μία νηπιαγωγός δίδασκε 70 νήπια.
Η νέα πόλη το 1900 είχε γίνει ήδη έδρα του Μητροπολίτη Αίνου.
Οι Βούλγαροι δεν άφησαν και εκεί τον Ελληνισμό, χωρίς παρενοχλήσεις. Καίτοι δεν υπήρχαν από την αρχή Βούλγαροι κάτοικοι, εφαρμόσθηκε σχέδιο κατασκευής βουλγαρικού στοιχείου «δια της παντοίας περισυλλογής βουλγαρικών περιτριμμάτων». Έκαναν μάλιστα το ακόλουθο κόλπο. Σε μιας ώρας απόσταση υπήρχε το χωριό Γενήκιοϊ, που όμως μαρτυρεί το όνομά του (Νεοχώρι στα ελληνικά) ήταν πρόσφατος οικισμός και όχι παλαιός. Οι Βούλγαροι που εγκατέστησαν κατοίκους μετατόπισαν σιγά- σιγά τον οικισμό αυτό και τον έφεραν σε απόσταση μισής ώρας από το Δεδέαγατς. Στόχος τους ήταν να κατεβούν στο Αιγαίο! Οι Βούλγαροι προωθώντας τα σχέδιά τους ίδρυσαν εκεί και ένα εμπορικό επιμελητήριο στο οποίο έστειλαν ικανό στέλεχος, γνώστη μάλιστα της διεξαγόμενης εθνικής πάλης.
*Βουλγαρική σημαία, που χρησιμοποιούσε ο λησταντάρτης βοεβόδας Πέτκο 
στα βουνά της Ροδόπης περί το 1875

Οι προσπάθειες των Βουλγάρων συνεχίσθηκαν αμείωτες. Οι Έλληνες της Θράκης την εποχή εκείνη έζησαν χρόνια κολάσεως έχοντας να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τους Βουλγάρους αλλά και τους Τούρκους. Οι νικηφόροι Βαλκανικοί πόλεμοι ελάχιστα αποτελέσματα είχαν για τη Θράκη, η οποία είδε την ελευθερία της για ελάχιστο χρονικό διάστημα μόνο. Αφού η συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913, την παραχώρησε  στους ηττημένους Βουλγάρους! Η απελευθέρωση άργησε να έρθει. Ήρθε το 1920 και αυτή κολοβωμένη γιατί το 1922 μας πήραν την Ανατολική Θράκη…  


Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
               

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Νίνα Γκούδλη
Συγχαρητήρια Παντελή για την υπέροχη ανάρτησή σου! Πρώτη φορά ακούω για το έθιμο της τρίτης του Πάσχα στο Σουφλί. Μαθαίνω την ιστορία του τόπου μου μέσα απο σένα. Οι αγώνες δεν είναι μόνο στα πεδία των μαχών αλλά και στο να γίνονται γνωστές οι ιστορίες. Είσαι ένας Θρακιώτης αγωνιστής και καμαρώνω γι' αυτό!...Να είσαι καλά!.... 🌺🌷🌻🌸🌹🌼

Ανώνυμος είπε...

Andreas Makrides
Παντελή για άλλη μια φορά μας δίνεις ένα κομμάτι αναλυτικότατο και εμβριθές.

Μου προξένησε ωστόσο απορία η φράση σου, ότι το Μακεδονικό Κομιτάτο άρχισε να στέλνει στη Μακεδονία και τη Θράκη αξιωματικούς που συγκροτούσαν "ομάδες κατοίκων για άμυνα κατά των Βουλγάρων, δεδομένου ότι οι επικυρίαρχοι Οθωμανοί δεν παρείχαν εχέγγυα ασφάλειας στους υπόδουλους Έλληνες".

Αυτό που γράφεις, είναι μια δική σου εκτίμηση, ή αναδύεται από τα δημοσιεύματα του "Αγώνα"; Τελικά ο Μελάς ανέβηκε στη Μακεδονία για να ξεσηκώσει τους Έλληνες (έστω σε διμέτωπο αγώνα εναντίον Τούρκων και Βουλγάρων), ή για να αμυνθεί απλά εναντίον των κομιτατζήδων;

Τι συμπέρασμα βγάζεις από τα όσα διαβάζεις; Η απάντηση για μένα, είναι ιδιαίτερα κρίσιμη ιστορικά.

SITALKIS είπε...

Ανδρέα, προφανώς κατά την προσωπική μου άποψη, οι αρχικές αποστολές αξιωματικών στη Μακεδονία είχαν ως στόχο την οργάνωση της άμυνας των κατοίκων των χωριών. Η εξέλιξη ήταν ο ανοιχτός ένοπλος αγώνας. Αυτά όπως είπα κατά την προσωπική μου άποψη και όχι από τα δημοσιεύματα του "Αγώνα". Ο Μελάς ανέβηκε στη Μακεδονία όταν πια ο ένοπλος αγώνας ήταν αναπόφευκτος.

Ανώνυμος είπε...

Andreas Makrides
Δηλαδή για να καταλάβω σωστά: Το Κομιτάτο θεωρούσε πως η τύχη της Μακεδονίας θα κρινόταν από έναν ελληνο-τουρκικό πόλεμο - και μέχρι να γίνει αυτός ο πόλεμος εμείς θα έπρεπε να αμυνόμαστε εναντίον των κομιτατζήδων;

Ή θεωρούσε πως ο ένοπλος αγώνας έπρεπε να οδηγήσει στην επανάσταση του ελληνικού μακεδονικού πληθυσμού εναντίον των Τούρκων - και στο πλαίσιο αυτό βεβαίως, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί και ο βουλγαρικός κίνδυνος;

Ποια είναι η στρατηγική του Κομιτάτου;

SITALKIS είπε...

Ανδρέα, εντελώς προσωπική άποψη: Πρώτα η άμυνα και διάσωση του πληθυσμού και μετά όλα τα άλλα. Την συνολική στρατηγική του Κομιτάτου δεν θα την αναλύσω εδώ.... Άλλος ήταν ο στόχος μου.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...