Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Μωαμεθανοί της Βουλγαρικής Βουλής, ζητούσαν το 1919 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο να τους απαλλάξει από τη Βουλγαρική τυραννία

*Ζωγραφικός πίνακας, που απεικονίζει τη συνδιάσκεψη των Παρισίων του 1919.  Πηγή εικόνας: nma.gov.au |



 

  

 

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 

 

            Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων  του 1919, υπήρξε ένα τεράστιο διπλωματικό γεγονός, μέγιστης σημασίας, παρά τα σχετικά ναυάγια, που ακολούθησαν και τις αποτυχίες των στοχεύσεων των νικητών. Παραδείγματα που μπορούν να αναφερθούν είναι η συνθήκη των Σεβρών, που δεν την επικύρωσε κανένα από τα κοινοβούλια των χωρών που την υπέγραψαν. Και η πορεία της Κοινωνίας των Εθνών, που δεν ανταποκρίθηκε αποτελεσματικά στους σκοπούς της. Με το δεδομένο, ότι η Συνδιάσκεψη υπήρξε ένα διπλωματικό παιχνίδι συμφερόντων, σημειώθηκαν και αναμενόμενες παγίδες, υπονομεύσεις, παραπληροφορήσεις και ναρκοθετήσεις των διαπραγματεύσεων.

            Μια τέτοια περίπτωση, αφορούσε και το μέλλον των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, Τούρκων και Πομάκων.

            Είναι γνωστό, ότι οι ηττημένοι Βούλγαροι που κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη κατά παραχώρηση της άδικης συνθήκης του Βουκουρεστίου το 1913, έκαναν μαύρη τη ζωή σε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, με απηνείς διωγμούς, δολοφονίες, εποικισμούς, καταληστεύσεις. Ειδικά οι Πομάκοι υπέστησαν τα πάνδεινα. Από το 1913, κατά τις καταγγελίες των Πομάκων που έφτασαν στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων του 1919, είχε συνεδριάσει το Βουλγαρικό υπουργικό συμβούλιο στη Σόφια υπό την προεδρία του βασιλιά Φερδινάνδου και αποφάσισε να βαφτίσει Χριστιανούς τους Μουσουλμάνους! Και ανέθεσε το έργο αυτό σε κομιτατζήδες. Το πλέον γελοίο, από τους ποικίλους διωγμούς, είναι ότι η βάφτιση γίνονταν από Βούλγαρο ιερέα, που κρατούσε μια αγιαστούρα και τους φώτιζε έτσι στο πόδι και από ένα γραμματέα που τους κατέγραφε με το νέο χριστιανικό όνομα. Και αμέσως μετά τους έδιναν να φάνε και ένα κομμάτι… μαγειρεμένο χοιρινό κρέας, είδος απαγορευμένο από το Κοράνιο στους πιστούς του Ισλάμ!!!

*Η κοινοβουλευτική επιτροπή διαπίστωσε τις βουλγαρικές θηριωδίες κατά των Μωαμεθανών

Για τις ανήκουστες σφαγές και θηριωδίες κατά των Μουσουλμάνων, η ειδική Ελληνική κοινοβουλευτική επιτροπή, που είχε περιοδεύσει σε Μακεδονία και Θράκη το 1913, είχε αποφανθεί μεταξύ άλλων:

«Πανταχού όπου υπήρχον τοιούτοι ολόκληροι πληθυσμοί, εσφάγησαν ή εκάησαν, χιλιάδες εβαπτίσθησαν δια της βίας επί εξευτελισμώ της Ορθοδόξου Θρησκείας. Τεμένη και σχολεία διηρπάγησαν και χωρία εξηφανίσθησαν τελείως».

Τα χρόνια που ακολούθησαν από το 1913 έως το 1918, ήταν χρόνια απελπισίας για τους διωκόμενους υπόδουλους λαούς. Η νίκη των δυνάμεων της Αντάντ κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, έφερε ελπίδες.

Οι Τουρκικής καταγωγής βουλευτές της Βουλγαρίας, προερχόμενοι από τη Δυτική Θράκη αντέδρασαν έγκαιρα.

               Μια πρώτη κίνησή τους ήταν να στείλουν επιστολή για το θέμα των άγριων διωγμών τους από τους Βουλγάρους, στον αρχηγό της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής στη Σόφια, συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Μαζαράκη. Επίσης ενημέρωσαν με επιστολή από τη Σόφια στις 31 Δεκεμβρίου 1918 και στον στρατηγό Φρανσαί Ντ’ Εσπεραί, αρχιστράτηγο των συμμαχικών στρατευμάτων της Ανατολής.

*Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

               Επόμενο βήμα τους ήταν να καταφύγουν στον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελευθέριο Βενιζέλο, βλέποντας ότι έχει σημαντική αποδοχή και συμπαράσταση από τους ηγέτες των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

                  Οι Μωαμεθανοί βουλευτές της Βουλγαρικής Βουλής (Σοβράνιε) στην επιστολή τους προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελευθέριο Βενιζέλο, έλεγαν ότι «αν και πιθανώς έχουμε διαφορετικές απόψεις από τις δικές σας σχετικά με το πολιτικό μέλλον της Δυτικής Θράκης, πεπεισμένοι σταθερά για τον φιλελευθερισμό σας, απευθυνόμαστε σε εσάς για να σας ενημερώσουμε για τα γεγονότα και να παρακαλέσουμε, εσείς, έστω και μόνο για ανθρωπιστικούς λόγους, να παρέμβετε εκ μέρους μας».

                  Στην επιστολή αυτή οι υπογεγραμμένοι Μωαμεθανοί Τούρκοι, βουλευτές από τη Δυτική Θράκη στη Βουλγαρική Βουλή, υπογράμμιζαν ότι εκπροσωπώντας αυτή την περιοχή, γνωστοποιούσαν πως ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι είναι εντελώς αδύνατο για τους συμπατριώτες τους να παραμένουν εκεί και να ζουν υπό την βουλγαρική κυβέρνηση, λόγω της παντελούς έλλειψης ανεκτικότητας που επιδεικνύουν οι Βούλγαροι, απέναντι των Μωαμεθανών, όπως και προς εκείνους από τους υπηκόους τους, που δεν έχουν βουλγαρική καταγωγή. Είναι συχνές- έλεγαν- οι ενοχλήσεις και οι καταχρήσεις ανάξιες ενός πολιτισμένου έθνους. Σε αρμονία με όλους τους συμπατριώτες τους της Δυτικής Θράκης, παρακαλούσαν το Βενιζέλο, να ζητήσει γι’ αυτούς μια ακρόαση από τον στρατηγό Κρετιέν, διοικητή των συμμαχικών στρατευμάτων κατοχής στη Βουλγαρία.

                  Σκοπός μας- τόνιζαν- είναι να εξηγήσουμε ότι όλη η περιοχή που περιλαμβάνεται μεταξύ των ποταμών Νέστου και Μαρίτσας (Έβρου), της θάλασσας και περίπου των παλαιών Τουρκοβουλγαρικών συνόρων του 1912, και είναι χωρισμένη σε δύο νομούς: αυτόν της Γκιουμουλτζίνας (Κομοτηνή) και Ισκετσέ (Ξάνθης) , του Εγρί Ντερέ, Νταρί Ντερέ, Πασμακλή, Αχήρ Τσελεμπή, Κίρτζαλι, Κοτσί Καβάκ, Ορτάκιοϊ, Σουφλίου, Φερών, Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης) Καραγάτς- Αδριανούπολης, Μουσταφά Πασά και Διδυμοτείχου, κατοικείται από μια συμπαγή μάζα Μωαμεθανών Τούρκων, μια μειονότητα Ελλήνων και λίγους Βούλγαρους.

               «Θα θέλαμε, επιπλέον, στο όνομα αυτής της συντριπτικής πλειοψηφίας να τον παρακαλέσουμε ευγενικά να μας προστατεύσει, ώστε όσοι από τους συμπατριώτες μας της Δυτικής Θράκης μετανάστευσαν στην Τουρκία να επιστρέψουν ελεύθερα στα σπίτια τους, έτσι ώστε η βουλγαρική μανία και οι καταχρήσεις στη Θράκη κατά των δυστυχισμένων συμπατριωτών μας να τερματιστούν και να ληφθούν μέτρα υπέρ ημών στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης, θεωρώντας ότι χωρίς εγγυήσεις, η ζωή μας θα ήταν αδύνατη υπό βουλγαρική κυριαρχία».

               Επίσης επισύναπταν στατιστικούς πίνακες για τον πληθυσμό της Θράκης και ζητούσαν από τον πρωθυπουργό της Ελλάδας να παρέμβει στη Συνδιάσκεψη για την ειρήνη «για την πραγματική προστασία των συμπατριωτών μας στη Θράκη».

*Ο αρχιστράτηγος Φρανσαί Ντ' Εσπεραί

                  Άλλες καταγγελίες που έκαναν προς τον στρατηγό Φρανσαί Ντ’ Εσπεραί και προς τον πρωθυπουργό Βενιζέλο ήταν ότι οι βουλγαρικοί διωγμοί και καταχρήσεις αυξάνονταν και πολλαπλασιάζονταν καθημερινά εναντίον των Μουσουλμάνων. Στη Θράκη-τόνιζαν- γίνεται αισθητός ένας βαθύς εκνευρισμός κατά των Βουλγάρων και δεν θα ήταν απίθανο να ξεσπάσουν οι κάτοικοι κάποια  μέρα εναντίον των καταπιεστών της.

               «Έχουμε εγκαλέσει, πολλές φορές, τους Βούλγαρους υπουργούς στη Σοβράνιε για το θέμα της ανεπαρκούς διοίκησής τους στη Δυτική Θράκη, αλλά η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να δώσει καμία ικανοποίηση». Οι Τούρκοι βουλευτές ανέφεραν στις καταγγελίες τους ότι η Βουλγαρική κυβέρνηση επιθυμούσε να κατεδαφίσει το μοναδικό Τουρκικό τζαμί που βρίσκεται στη Σόφια «κάτι που δείχνει πόσο ανεκτικοί είναι».

               «Αγαπητέ Στρατηγέ, έγραφαν, σε μια εποχή που ο Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος διεξήχθη για τις αθάνατες αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης, μόλις τελείωσε, τη στιγμή που η Διάσκεψη Ειρήνης πρόκειται να θεσπίσει σε μόνιμη μορφή αυτές τις αιώνιες αρχές, δεν πρέπει να επιτρέψει να υποφέρουμε κάτω από τον πιο σκληρό και αδυσώπητο ζυγό, που μπορεί κανείς να φανταστεί, κάτω από τον βουλγαρικό ζυγό. Ενώ περιμένουμε τα μέτρα που θα ληφθούν από τη Διάσκεψη Ειρήνης για αυτό το θέμα, και τα οποία, ελπίζουμε, θα είναι τέτοιου είδους ώστε να μας απελευθερώσουν, με κάθε τρόπο, ​​από τους Βούλγαρους, παρακαλούμε επειγόντως, αγαπητέ Στρατηγέ, να λάβετε στρατιωτικά μέτρα, έστω και προσωρινού χαρακτήρα, για να βελτιώσετε την κατάστασή μας, η οποία είναι αφόρητη.

                  Η κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τα συμμαχικά στρατεύματα θα έδινε τέλος στις κακοτυχίες μας και θα αποτρέψει όλες τις αναταραχές που πρέπει να φοβόμαστε. Θα ήταν επιθυμητό να συμμετάσχουν τα ελληνικά στρατεύματα σε αυτή την κατοχή, δεδομένου ότι οι Έλληνες της Θράκης υφίστανται τις ίδιες ταλαιπωρίες με εμάς, ότι οι Έλληνες είχαν πάντα φιλελεύθερη στάση απέναντί ​​μας, ότι είναι ένα έθνος με το οποίο μπορούμε πολύ εύκολα να συμφωνούμε και ότι θα μπορούσαν, ενώ προστατεύουν τους συμπατριώτες τους, να προστατεύουν και εμάς, που βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση, από τις καταχρήσεις και τις μανίες των Βουλγάρων».

               Οι Μωαμεθανοί βουλευτές της Βουλγαρικής Βουλής στην επιστολή τους προς το Βενιζέλο κατέληγαν: «Όπως επισημάναμε στην παρούσα επιστολή, θα ήταν επιθυμητό, ​​κατά την άποψή μας, στο μέλλον η Δυτική Θράκη να ελευθερωθεί με κάθε τρόπο από τον απαράδεκτο βουλγαρικό ζυγό. Όμως, εν αναμονή της λύσης που θα υιοθετηθεί σχετικά με αυτό το θέμα από τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης, σας παρακαλούμε επειγόντως, Εξοχότατε, στο όνομα όλων των καταπιεσμένων συμπολιτών μας, να κάνετε ό,τι μπορείτε υπέρ της κατοχής που έχουμε ζητήσει στην επιστολή μας προς τον στρατηγό Ντ’ Εσπεραί».

               Την ιστορική επιστολή υπέγραφαν οι βουλευτές Μεχμέτ Τζελάλ, Ισμαήλ Χακκί, Καλίμ Νουρί, Τεβφήκ, Ετέμ Ρουχί, Σαφέτ, Χατσίμ και Κεμάλ.

*Βούλγαρος παπάς βαφτίζει Μουσουλμάνους με αγιαστούρα, χωρίς κολυμβήθρα

 

Αρχίζει η περιπέτεια της επιστολής

 

               Τα πράγματα φάνηκε να περιπλέκει ο επιτετραμμένος των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σόφια, που ειδοποίησε την Αμερικανική Αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων, ότι η αναφορά, που υπογράφουν οι Μωαμεθανοί βουλευτές από τη Δυτική Θράκη, φέρεται να υποβλήθηκε στη Συνδιάσκεψη, ζητώντας την παραχώρηση αυτής της επαρχίας από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα!!! Οι περισσότεροι από αυτούς τους βουλευτές όμως, κατά τον επιτετραμμένο των ΗΠΑ, φέρονταν να έχουν δηλώσει επίσημα ότι είτε δεν είχαν υπογράψει είτε δεν είχαν γνώση αυτής της αναφοράς. Η επιστολή, κατά την άποψή του, δεν θα μετρούσε σε καμία περίπτωση, τόσο με το περιεχόμενο της 31ης Δεκεμβρίου 1918, την οποία οι ίδιοι βουλευτές έστειλαν στον στρατηγό Φρανσαί Ντ’ Εσπεραί όσο και στον πρωθυπουργό Βενιζέλο, με σκοπό να επιβεβαιώσουν ότι οι Μωαμεθανοί της Δυτικής Θράκης δεν μπορούσαν πλέον να ζήσουν «τον σκληρό και αδυσώπητο βουλγαρικό ζυγό» και να επικαλεστούν, ενώ περιμένουν την απελευθέρωσή τους από κατάληψη της χώρας τους από τα συμμαχικά και ελληνικά στρατεύματα. Η επιστολή αυτή, που φέρει τις υπογραφές οκτώ Μωαμεθανών βουλευτών από τη Δυτική Θράκη, έφτασε στον Βενιζέλο στις 19 Φεβρουαρίου 1919 και κοινοποιήθηκε από τον ίδιο την επομένη, 20 Φεβρουαρίου, στον Ζυλ Καμπόν, πρόεδρο της Επιτροπής της Συνδιάσκεψης, που ήταν  επιφορτισμένος με την εξέταση των ελληνικών υποθέσεων. Ο στρατηγός Ντ’ Εσπεραί από την πλευρά του, παρέδωσε στη Γαλλική Κυβέρνηση την ίδια επιστολή, που απευθυνόταν σε αυτόν.

               Ο Επιτετραμμένος των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σόφια θεωρούσε ότι αν ο Μωαμεθανικός πληθυσμός της Δυτικής Θράκης έπρεπε να διαλέξει μεταξύ του ελληνικού και του βουλγαρικού καθεστώτος, θα προτιμούσε πολύ το δεύτερο!!!

               Μέλη της Αμερικανικής αντιπροσωπείας στο Παρίσι, συμπέραναν εύκολα, ότι η άποψη αυτή έρχεται σε κατάφωρη αντίφαση με εκείνη των βουλευτών που υπέγραψαν την επιστολή της 31ης Δεκεμβρίου, οι οποίοι ολοφάνερα ήταν καλύτεροι γνώστες και κριτές στο θέμα. Σε αυτή την επιστολή, στην οποία δήλωναν την επιθυμία τους να δουν τη Δυτική Θράκη «απελευθερωμένη με κάθε τρόπο από τον βουλγαρικό ζυγό, ο οποίος είναι αφόρητος», δήλωναν ταυτόχρονα ότι «οι Έλληνες είχαν πάντα φιλελεύθερη στάση» απέναντί ​​τους, και ότι αποτελούν ένα έθνος με το οποίο θα μπορούσαν πολύ εύκολα να συμφωνήσουν.

*Η Ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων, 1919

 

Καταγγελίες κατά των Βουλγάρων από το 1917


 

               Αυτό που δεν έβλεπε ο επιτετραμμένος, το έβλεπαν οι Αμερικανοί διπλωμάτες στο Παρίσι, πέρα από τη δεδομένη φιλοβουλγαρική στάση του προέδρου Γούντροου Ουίλσον. Όσοι ζούσαν υπό ελληνική κυριαρχία δήλωναν πάντα πολύ ικανοποιημένοι από την τύχη τους. Σε μια μελέτη του Φρανασαί Ντ’ Εσπεραί που δημοσιεύθηκε παλαιότερα στο «Revise du Monde Musulman» βρίσκει κανείς τη θετική και αδιαμφισβήτητη απόδειξη αυτού του συμπεράσματος. Τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά με τους Μωαμεθανούς στη Βουλγαρία, και ειδικότερα με αυτούς της Δυτικής Θράκης. Οι βουλευτές τους στη Σοβράνιε είχαν επανειλημμένα διαμαρτυρηθεί κατά του βουλγαρικού καθεστώτος και είχαν διατυπώσει από το βήμα του Κοινοβουλίου σοβαρότατες κατηγορίες κατά των βουλγαρικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών.

               Αυτό συνέβη ιδιαίτερα στις περίφημες καταγγελίες που έγιναν στη Βουλγαρική Βουλή στις 11 Νοεμβρίου και 12 Δεκεμβρίου 1917. Το ίδιο έγινε και τον Δεκέμβριο του 1918. Οι Μωαμεθανοί βουλευτές παραπονέθηκαν για τον καταπιεστικό χαρακτήρα της βουλγαρικής διοίκησης. Απειλούμενοι και τρομοκρατούμενοι συνεχώς, δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν την εξέλιξη της παρέμβασής τους. Επιπλέον, μη λαμβάνοντας από τη βουλγαρική κυβέρνηση την ελάχιστη υπόσχεση ικανοποίησης των αιτημάτων τους, αποφάσισαν να παρουσιάσουν τα παράπονά τους στους Συμμάχους. Στις 18 Δεκεμβρίου 1918 έστειλαν αναφορά στον στρατηγό Κρετιέν, Διοικητή των Συμμαχικών Στρατευμάτων στη Σόφια. Περιέγραψαν τη βουλγαρική καταπίεση στη Θράκη, ζήτησαν την επιστροφή στα σπίτια τους χιλιάδων Μωαμεθανών που απομακρύνθηκαν αυθαίρετα από τις βουλγαρικές αρχές και διεκδικούσαν για τους Μωαμεθανούς το δικαίωμα να καθορίσουν αυτοί τις περιουσίες τους.

               Όταν είδαν ότι δεν παίρνουν απάντηση από το από τον στρατηγό Κρετιέν, ή κάποια πρόσκληση να παρουσιάσουν στον ίδιο τα προβλήματά τους, αποφάσισαν να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους στον στρατηγό Φρανσαί Ντ’ Εσπεραί. Του έστειλαν την επιστολή της 31ης Δεκεμβρίου 1918 που έστειλαν και στον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελευθέριο Βενιζέλο, πληροφορώντας τον ότι, ενώ πιθανώς είχαν διαφορετικές από τις δικές τους απόψεις για το θέμα του πολιτικού μέλλοντος της Δυτικής Θράκης, η πεποίθησή τους για τον φιλελευθερισμό του τους ώθησε να τον παρακαλούν, έστω και μόνο για ανθρωπιστικούς λόγους να παρέμβει για λογαριασμό τους και να υποστηρίξει το αίτημα για στρατιωτική κατοχή της πατρίδας τους Δυτικής Θράκης, από συμμαχικά στρατεύματα. Το ίδιο δηλαδή αίτημα που απηύθυναν και στον στρατηγό Ντ’ Εσπεραί.

 

Ενοχλήθηκε η Βουλγαρική κυβέρνηση


               Όλα αυτά τα γεγονότα, που συνέβησαν βασικά στην ίδια τη Σόφια, τα πληροφορήθηκε η Βουλγαρική Κυβέρνηση, η οποία ενοχλήθηκε από αυτά. Δεν δίστασε μάλιστα να υιοθετήσει, τη μία μετά την άλλη αυταρχική μέθοδο, για να σταματήσει όλα αυτά που είχαν καταστροφικές συνέπειες. Οι Μωαμεθανοί βουλευτές τέθηκαν υπό στενή παρακολούθηση, απειλήθηκαν και τρομοκρατήθηκαν με διάφορους τρόπους. Ο υπουργός Εξωτερικών, τους κάλεσε να δώσουν μια εξήγηση για το υπόμνημα που εστάλη στον στρατηγό Φρανσαί Ντ’ Εσπεραί.

               Οι βουλευτές, που κλήθηκαν έτσι, αναγκάσθηκαν να απαντήσουν με υπεκφυγές, και κυρίως να πουν ότι πάνω από όλα ήθελαν να τονίσουν τις προτιμήσεις τους για την Τουρκία. Η παρέμβαση της Βουλγαρικής  κυβέρνησης ήταν επαρκής ειδοποίηση προς αυτούς ότι η παραμονή τους στη Σόφια δεν θα ήταν απαλλαγμένη από ενοχλήσεις και οι περισσότεροι βουλευτές έσπευσαν να φύγουν. Κάποιοι από αυτούς κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη.

               Στο μεταξύ η είδηση ​​της επιστολής της 31ης Δεκεμβρίου 1918 διαδόθηκε και εκτός των κύκλων της Συνδιάσκεψης και δεν άργησε να διαστρεβλωθεί σε σημείο να αποδοθεί στους Μωαμεθανούς βουλευτές της Δυτικής Θράκης, αντί της επιθυμίας να απελευθερώσουν την Δυτική Θράκη από τον βουλγαρικό ζυγό, αυτοί να επιθυμούν να ενώνεται με την Ελλάδα. Η ιστορία, έτσι αλλοιωμένη, έπρεπε να διορθωθεί.

                Όσοι Μωαμεθανοί της Βουλγαρικής Βουλής κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη, αναμφίβολα ήταν υποχρεωμένοι να λάβουν υπόψη την άποψη της Οθωμανικής Κυβέρνησης. Δεν παρέλειψαν να κάνουν σχετικές διευκρινιστικές δηλώσεις. Η τουρκική εφημερίδα Ikdam, που κυκλοφορούσε στην Κωνσταντινούπολη, δημοσίευσε το κείμενο ενός τηλεγραφήματος που απευθυνόταν στον Πρόεδρο της Συνδιάσκεψης και στους πληρεξούσιους των κυριότερων συμμαχικών Δυνάμεων από τέσσερις Μωαμεθανούς βουλευτές της Σοβράνιε. Επρόκειτο για τους βουλευτές Κεμάλ, Χατσίμ, Χουσνί και Χατζή Σαφέτ. Σύμφωνα με την Ikdam, αυτό το τηλεγράφημα είχε ως εξής:

               «Εμείς, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι, βουλευτές της Θράκης στη Βουλγαρική Sobranye, διαψεύδουμε την ιστορία που δημοσιεύτηκε στον ελληνικό Τύπο ότι είχαμε υποβάλει υπόμνημα απαιτώντας την προσάρτηση της Θράκης στην Ελλάδα και δηλώνουμε ότι εάν, όπως υποτίθεται αυτό το έγγραφο, υποβλήθηκε ως υπόμνημα από τον Βενιζέλο στο Συμβούλιο των Πέντε, είναι απολύτως αναληθές, γιατί, όχι μόνο δεν έχουμε καταθέσει τέτοιο υπόμνημα, αλλά δεν είχαμε ούτε εντολή ούτε δικαίωμα να το κάνουμε. Σας παρακαλούμε να αποδείξετε την αλήθεια στους Ύπατους Αρμοστές σας στην Κωνσταντινούπολη, είτε μέσω έρευνας, είτε ανακρίνοντάς μας, καθώς είμαστε τώρα παρόντες στην Κωνσταντινούπολη. Και σας παρακαλούμε στο όνομα της γαλήνης και της ηρεμίας των ανθρώπων να λάβετε υπόψη το αίτημά μας».

               Είναι πολύ πιθανό αυτή η δήλωση, να αναδημοσιεύτηκε στη Σόφια και να είχε χαροποιήσει τη βουλγαρική κυβέρνηση. Είναι προφανές ότι σε αυτήν την ίδια δήλωση, που θα δημοσιοποιήθηκε στη Σόφια, να βασίσθηκε το σημείωμα του Επιτετραμμένου των Ηνωμένων Πολιτειών που προκάλεσε αναταραχή. Αλλά είναι προφανές, ότι δεν μπορούσε να ισχύει και έναντι της επιστολής της 31ης Δεκεμβρίου 1918 που εξακολουθούσε να διατηρεί τη δύναμή της τόσο εναντίον της Βουλγαρίας, όσο και υπέρ της Ελλάδας. Ήταν προφανές ότι ο επιτετραμμένος των Ηνωμένων Πολιτειών θέλησε να δώσει μια εντελώς προσωπική ερμηνεία των συναισθημάτων των Θρακών Μωαμεθανών. Δήλωσε ως γεγονός ότι οι Έλληνες ξόδεψαν στην περιοχή αυτή μεγάλα χρηματικά ποσά για προπαγάνδα!!! Αυτή ήταν μια άσκοπη κατηγορία εναντίον της οποίας η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε να διαμαρτυρηθεί σθεναρά στον Υπουργό Εξωτερικών στην Ουάσιγκτον.

               Ο Επιτετραμμένος των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρούσε όμως ότι η ερμηνεία που έδωσε για τα αισθήματα των Μωαμεθανών της Θράκης θα επιβεβαιωνόταν χωρίς αμφιβολία από μια αμερόληπτη έρευνα ή από ένα δημοψήφισμα…

               Τον είχε προλάβει όμως ίδιος ο Βενιζέλος που είχε κάνει την εισήγηση για αυτήν την έρευνα ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιάσκεψης, στη σύνοδο στις 3 Φεβρουαρίου 1919 για να μάθει τις προτιμήσεις του μωαμεθανικού πληθυσμού μεταξύ του τότε βουλγαρικού καθεστώτος και της ελληνικής διοίκησης, που θα το αντικαθιστούσε. Απαντώντας σε ερώτηση του κ. Λόϋδ Τζωρτζ σχετικά με τη μέθοδο μιας τέτοιας διαβούλευσης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε να επιφορτιστεί ένας στρατηγός των Συμμάχων με το καθήκον να δει τους Θρακιώτες βουλευτές της Σοβράνιε για να ζητήσει τη γνώμη τους για το θέμα αυτό. Αλλά γνωρίζοντας πώς συμπεριφέρονται οι κυβερνήσεις της Βουλγαρίας και της Τουρκίας φρόντισε να συστήσει στους συμμάχους να προχωρήσουν στην κίνηση αυτή με τη μέγιστη δυνατή διακριτικότητα, γιατί ήταν προφανές ότι εάν λάμβαναν γνώση για το σχέδιο αυτό εγκαίρως, η βουλγαρική και η τουρκική κυβέρνηση δεν θα παρέλειπαν να κάνουν κάθε βήμα για να επηρεάσουν ή να εκφοβίσουν τους ενδιαφερόμενους των οποίων η γνώμη, παύοντας να είναι ελεύθερη, θα στερούνταν από κάθε αξία.

               Ο κίνδυνος που επισημάνθηκε εκείνη τη στιγμή επήλθε γρήγορα: Οι δύο κυβερνήσεις είχαν τον χρόνο να δράσουν και να λάβουν τις προφυλάξεις τους. Μια αμερόληπτη διαβούλευση ήταν πλέον πρακτικά αδύνατη. Αλλά ήταν, ταυτόχρονα, εντελώς άχρηστη, γιατί οι προτιμήσεις μεταξύ του βουλγαρικού και του ελληνικού καθεστώτος, που ήταν θέμα καθορισμού, είχαν ήδη εκδηλωθεί ελεύθερα και ξεκάθαρα από τους νόμιμους και εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους των Μωαμεθανών της Θράκης στην επιστολή της 31ης Δεκεμβρίου.

               Η βουλγαρική κυβέρνηση δεν μπορούσε με κανέναν ελιγμό να αποδυναμώσει την αξία αυτού του εγγράφου, που διατύπωνε με συντριπτικούς όρους την αμετάκλητη καταδίκη της κυριαρχίας της Βουλγαρίας στη Θράκη.

 

Ο Βενιζέλος δεν παγιδεύτηκε

 

               Ο Βενιζέλος δεν άφησε το θέμα αυτό να περάσει απαρατήρητο και κυρίως δεν παγιδεύτηκε. Σε μια ακρόασή του, αργότερα, απάντησε ότι πριν ασχοληθεί με το θέμα της ημερήσιας διάταξης, θα ήθελε να δώσει μια εξήγηση σχετικά με ένα έγγραφο που είχε προσκομίσει η αμερικανική πλευρά σε προηγούμενη συνάντηση. Αυτό το έγγραφο, του είχε κοινοποιηθεί από τον Πρόεδρο και το Συμβούλιο και του προκάλεσε- όπως είπε- μεγάλη αναστάτωση. Το έγγραφο αυτό υπονοούσε, ότι ο ίδιος είχε κάνει χρήση… πλαστού εγγράφου για να επηρεάσει τη Συνδιάσκεψη, σχετικά με τις διαθέσεις των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, έναντι του ενδεχομένου να υπαχθούν υπό την ελληνική διοίκηση. Ότι δηλαδή επιθυμούσαν να ενταχθούν στην Ελλάδα.

               Ο Έλληνας πρωθυπουργός εξήγησε ότι αν δινόταν στους Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης η επιλογή να επιλέξουν, ήταν προφανές ότι θα είχαν την τάση να επιλέξουν τους συμμάχους της Τουρκίας παρά τους εχθρούς της Τουρκίας. Αυτό που είχε προτείνει ο ίδιος, ήταν, οι συμμαχικοί αξιωματικοί να συμβουλευθούν κατ’ ιδίαν τους Μωαμεθανούς βουλευτές της βουλγαρικής Βουλής, χωρίς να το γνωρίζουν ούτε η Βουλγαρία ούτε η Τουρκία. Στη συνέχεια διάβασε τη γνωστή επιστολή που του απηύθυναν οκτώ μουσουλμάνοι βουλευτές καταγόμενοι από τη Δυτική. Θράκη.

               Το κλίμα είχε πλέον αρχίσει να διαμορφώνεται υπέρ του υπομνήματος με τις ελληνικές διεκδικήσεις, που είχε διατυπώσει ο Βενιζέλος. Ο δρόμος για την απελευθέρωση της Θράκης είχε αρχίσει να ανοίγει.

 

 

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 

 

ΠΗΓΕΣ

*Αμερικανικά Εθνικά Αρχεία (https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1919Parisv07/d34)

1 σχόλιο:

  1. Dermanopoulos Stavros
    Θεωρούσαν ότι με τον Βενιζέλο φιλότουρκο τότε είχαν περισσότερες πιθανότητες να φτιάξουν κράτος στη Θράκη.
    Όχι ότι αισθάνθηκαν ποιο κοντά στους Έλληνες απ' ότι στους Βούλγαρους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή