Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

Η Αδριανούπολη της Ιστορίας και του ακμαίου Ελληνισμού

  

*Η Αδριανούπολη


           Τον Ιούλιο του 2022 το δραστήριο Κέντρο Μικρασιατικού Πολιτισμού, παρουσίασε την έκδοση ενός τόμου 610 σελίδων με τίτλο «1922-2022, 100 Χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή- Ο τραγικός ξεριζωμός των Χριστιανικών Πληθυσμών της Ανατολής- Οι διαδρομές σωτηρίας προς την Ελλάδα».

             Ο τόμος αυτός αποτελεί συλλογική έκδοση 50 συγγραφέων  για 47 πόλεις της καθ’ ημάς Ανατολής, που είχαν αποτελέσει εστίες πολιτισμού και παιδείας, κέντρα ανάπτυξης και εμπορίου, σημεία ανεξίτηλα του διάσπαρτου Ελληνισμού. Την ευθύνη για τη σημαντική αυτή έκδοση είχε ο πρόεδρος του ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ. Λουκάς Χριστοδούλου.

Για όσους θέλουν να διαβάσουν ηλεκτρονικά ολόκληρο το βιβλίο, έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ, στις εκδόσεις του (https://kemipo-neaionia.gr/.../XERIZOMOS_1922_2022_KEMIPO...).

Είχα την τιμή να συμμετάσχω στην έκδοση αυτή με ένα κείμενό μου για την μητρόπολη του Θρακικού Ελληνισμού, την ιστορική Αδριανούπολη.

Στον σημαντικό αυτό τόμο, γίνεται αναφορά και σε άλλες τρείς πόλεις της Ανατολικής Θράκης. Του Καραγάτς (συγγραφείς Δημήτριος Κιηγμάς και Γεώργιος Ρυζιώτης) της Ραιδεστού (συγγραφέας Φάνης Μαλκίδης) και των Σαράντα Εκκλησιών (συγγραφέας Ελευθέριος Χατζόπουλος).

Αναδημοσιεύω σήμερα το κείμενο αυτό για την Αδριανούπολη, για τους συμπατριώτες μου Θράκες, που δεν είχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν τον πολύτιμο τόμο του ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ. 

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

*Ο σημαντικός τόμος του ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ.


 

Η ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ



Η Αδριανούπολη, ήταν πάντα, η μητρόπολη του Θρακικού Ελληνισμού, αρχόντισσα, πανέμορφη και ιστορική. Η σπουδαιότερη πόλη της Θράκης από το πανάρχαια χρόνια, έως τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. Πολυεθνική και φυσικά πολυπολιτισμική στη σύνθεσή της, με κυρίαρχο πάντα και άκρως ακμαίο και δυναμικό, το Ελληνικό στοιχείο, πλούσια στο εμπόριο, προχωρημένη στα γράμματα, πρωτοπόρα στον πολιτισμό.

Στην πόλη αυτή, στις 14 Σεπτεμβρίου 1829, μετά από τον νικηφόρο πόλεμο των Ρώσων εναντίον των Τούρκων, υπεγράφη η ομώνυμη συνθήκη, με το άρθρο 10 της οποίας, η Τουρκία αποδέχθηκε χωρίς όρους όλες τις διατάξεις της συνθήκης του Λονδίνου, που αποτέλεσαν την αφετηρία της αναγνώρισης της Ελλάδας, ως ανεξάρτητου κράτους, μετά την νικηφόρα Επανάσταση του 1821.

Η Αδριανούπολη σήμερα, είναι μια αρκετά μεγάλη πόλη της Τουρκίας με Πανεπιστήμιο και  πολλές στρατιωτικές και κρατικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα φροντισμένη, χωρίς όμως να έχει την αίγλη του ένδοξου ιστορικού παρελθόντος της, στη σημερινή δομή του γειτονικού κράτους. Στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εθεωρείτο, η δεύτερη πόλη μετά τη Κωνσταντινούπολη. Υπήρξε η τρίτη κατά σειρά πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1363 έως το 1453, πριν η Κωνσταντινούπολη γίνει η τέταρτη και οριστική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας.

Η πόλη αυτή διατηρούσε πάντα το σημαντικό γεωστρατηγικό ρόλο της, αφού είναι κτισμένη στη συμβολή τριών ποταμών. Του Έβρου, του Άρδα και του Τόντζου. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Ορέστης, γιος του βασιλιά Αγαμέμνονα, ίδρυσε την πόλη ως Ορεστιάδα, στη συμβολή των τριών ποταμών, οδηγούμενος εκεί από χρησμό της Πυθίας, όταν κατέφυγε στο Μαντείο των Δελφών ζητώντας εξιλέωση για τη μητροκτονία της Κλυταιμνήστρας και το φόνο του Αίγισθου καθώς και απαλλαγή από τις Ερινύες που τον καταδίωκαν. Εκεί προϋπήρχε Θρακικός οικισμός, που ονομαζόταν Ουσκουδάμα.  Η πόλη επανιδρύθηκε παίρνοντας το όνομά της από το Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αδριανό (117-138 μ.Χ.) το 125. Ήταν πρωτεύουσα των Οδρυσών. Ο Αδριανός την έκανε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Θράκης, την ανέπτυξε και την εξωράισε με υδραγωγεία, λουτρά, αγορά κλπ. και η πόλη διατήρησε στα μεταγενέστερα χρόνια το όνομά του.

*Ο πρεσβευτής Ανδρέας Κουντουριώτης

Μια ανάλυση της σπουδαιότητας της Αδριανούπολης, αλλά και του ελληνικού χαρακτήρα της, περιλαμβάνεται στην έκθεση του Έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Ανδρέα Κουντουριώτη προς τον υπουργό Εξωτερικών Αλέξανδρο Ραγκαβή, με ημερομηνία 6 Δεκεμβρίου 1857. Μ’ αυτήν προτείνει στην κυβέρνηση να αναβαθμίσει το υποπροξενείο, σε προξενείο, λόγω της σπουδαίας θέσης της Αδριανούπολης, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Είναι πολύ σημαντικό έγγραφο.

               «Κύριε, υπουργέ, γράφει ο Ανδρέας Κουντουριώτης, εκ των επαρχιών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας η Θράκη ως είναι γνωστόν διακρίνεται καθ’ όλην την Ανατολήν δια τε την εξαιρετικήν θέσιν της, το εμπόριον και τον πληθυσμόν της. Απασών δε των πόλεων της Θρακικής, η Αδριανούπολις, καθ’ όλους τους λόγους κατέχει μετά το Βυζάντιον την επιφανεστέραν και διασημοτέραν θέσιν. Η πόλις αύτη είναι το κέντρον όλου του εσωτερικού εμπορίου, είναι ο μέγας κρίκος ο συνδέων δια ξηράς την Μητρόπολιν με τας  άλλας  εμπορικά πόλεις της Θράκης, της Μακεδονίας, της Βουλγαρίας κλπ. είναι δε η πολυπληθεστέρα των άλλων και η μάλλον υπό Χριστιανών κατοικουμένη. Αλλ΄ η Αδριανούπολις έχει ένα άλλον ουσιωδέστερον χαρακτήρα. Είναι η μόνη καθαρώς Ελληνική πόλις η διατηρήσασα ανέκαθεν αγνόν  τον τύπον του εθνισμού της και αντιτάξασα πάντοτε γενναίαν και επίμονον αντίστασιν κατά των επιδρομών και αξιώσεων των άλλων φυλών. Εις την πόλιν ταύτην είναι ανάγκη η Ελλάς να αντιπροσωπεύηται μ’ όλην την αξιοπρέπειαν, ήν απαιτούν τα συμφέροντα άτινα κέκληται να προστατεύση εις τας χώρας ταύτας…».    

               Αλλά δεν ήταν μόνο η κυρίαρχη θέση της στη διοίκηση και την οικονομία. Ήταν και η ποιότητα των Ελλήνων κατοίκων της και ο πατριωτισμός τους. Οι Έλληνες κατείχαν την πρώτη θέση στην κοινωνική- όχι στην πληθυσμιακή- κατάταξη των εθνοτήτων.

               Ο Πέτρος Λογοθέτης πρόξενος στην Αδριανούπολη το 1866, αν και εν μέρει επικριτικός για τους κατοίκους της Αδριανούπολης, αναφέρει σε έκθεσή του με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου.

               «... Οιαιδήποτε και να ώσι αι περί εκπαιδεύσεως σκέψεις των και αι λοιπαί ασύγγνωστοι προς την εν γένει κοινωνικήν πρόοδον ολιγωρίαι των, εισίν άξιοι ου μόνον  επαίνου αλλά και θαυμασμού δια την φιλογένειαν και τον φιλελληνισμόν των οι ομογενείς της επαρχίας ταύτης, κατ’ εξοχήν δε οι ανήκοντες εις την δευτέραν και τρίτην κλάσιν κάτοικοι. Μάρτυς δε τούτου αρίδηλος είναι οι αξιάγαστοι αγώνες, ούς επί μακράς σειράς ετών κατά του Πανσλαβισμού και του Ουνιτισμού ηγωνίσαντο».

*Εικόνα Γυμνασίου της Αδριανούπολης το 1903

Στην Αδριανούπολη υπήρχαν πάντα μεγάλα και ονομαστά σχολεία, τα οποία συντηρούσε η φιλογένεια των υπόδουλων Ελλήνων.  Ελληνικά Σχολεία υπήρχαν ήδη από τη Βυζαντινή εποχή, ίσως και νωρίτερα.  Η πόλη αυτή υπήρξε πραγματικό φυτώριο της Παιδείας από το οποίο αποφοίτησαν άνθρωποι που διακρίθηκαν ως επιστήμονες, ως ανώτατοι θρησκευτικοί λειτουργοί, ως έμποροι και επιχειρηματίες και σταδιοδρόμησαν σε πολλά μέρη του Αλύτρωτου Ελληνισμού, όπως ήταν μέλη των γνωστών οικογενειών Καραθεοδωρή, Σακελλαρίου και Κουμανούδη. Εκεί υπηρέτησε περί το 1888 η Καλλιρρόη Σιγανού (μετέπειτα Παρέν) η οποία διακρίθηκε αργότερα ως η πρώτη φεμινίστρια της Ελλάδας Τα σχολεία της Αδριανούπολης κατόρθωσαν να γίνουν ονομαστά, για το υψηλό επίπεδο των σπουδών και των διδασκόντων.

Όταν άρχισαν να εφαρμόζονται οι μεταρρυθμίσεις που έφερε το Χατ-ι-Σερίφ του Γκιουλχανέ, ιδρύθηκαν στην Αδριανούπολη κατά την περίοδο 1829-1840, προκαταρκτικά σχολεία στο κέντρο της πόλης και περιφερειακά στις ενορίες.

*Το Ζάππειο Παρθεναγωγείο της Αδριανούπολης

Το 1883 ο εθνικός ευεργέτης Κωνσταντίνος Ζάππας, πληροφορήθηκε ότι, η περιοχή της Αδριανούπολης έχει ανάγκη από ανώτερο παρθεναγωγείο. Έτσι πρόσφερε γενναία δωρεά και χτίσθηκε το Κεντρικό Παρθεναγωγείο Αδριανουπόλεως στον περίβολο της εκκλησίας του Χριστού. Σ’ αυτό δόθηκε το όνομα του δωρητή. Τα Ζάππειο Παρθεναγωγείο, υπήρξε ένα από τα αξιολογότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του αλύτρωτου Ελληνισμού. Σ’ αυτό δίδαξαν πολλοί αξιόλογοι δάσκαλοι και καθηγητές όπως η Σμαρώ Χατζηαντωνάκη, ο μαθηματικός Αντώνης Τούσας οι γυμνασιάρχες Αλέξανδρος Ζουμετίκος και Δημήτριος Σάρρος, οι Κ. Κέκος, Βασ. Στεφανίδης, ο ιεροδιάκονος Γερμανός Βασιλάκης που δίδαξε Θρησκευτικά, η Αικατερίνη Νέστορος του Εργοχείρου και ο ιστορικός και λόγιος Γεώργιος Λαμπουσιάδης.

Το 1866, η Αδριανούπολη είχε έξι δημοτικά σχολεία, δύο παρθεναγωγεία, δύο προκαταρκτικά βουλγαρικά σχολεία και την Κεντρική Σχολή. Μέσα στο κάστρο της πόλης, ήταν τα δύο δημοτικά, με 230 μαθητές, τα δύο παρθεναγωγεία με 130 μαθήτριες, η Κεντρική Σχολή με 70 μαθητές το ένα βουλγαρικό σχολείο με 50 μαθητές, σύνολο 480 μαθητές. Από τα σχολεία που λειτουργούσαν έξω από το κάστρο της πόλης, στο Ιλδιρίμ υπήρχαν 200 μαθητές, στο Καΐκιοϊ 100, στο Ατ Παζάρ 65 και στον Κιρισχανέ 180.

Σε ό,τι αφορά τη σύνθεση του πληθυσμού περί το 1866, η Αδριανούπολη είχε 30.000 Έλληνες με 5.000 σπίτια, 10 εκκλησίες και εννέα Ελληνικά σχολεία. Επίσης είχε 42.000 Οθωμανούς με 8.000 σπίτια και 60 τζαμιά. Οι Βούλγαροι ανέρχονταν σε 7.000 άτομα με 800 σπίτια και τρία σχολεία αλληλοδιδακτικά. Υπήρχαν και 4.000 Ισραηλίτες με 500 σπίτια, 10 συναγωγές και δύο σχολεία. Οι Καθολικοί ήταν 200 με 50 σπίτια, ένα σχολείο και δύο ναούς. Οι Διαμαρτυρόμενοι ανέρχονταν σε 60 με 15 σπίτια και ένα ναό. Οι Αρμένιοι ήταν 5.000 άτομα με 1.000 σπίτια, δύο ναούς και δύο σχολεία. Οι σκηνίτες Αθίγγανοι ήταν 500. Υπήρχε επίσης ένα πληθυσμός 8-10.000 κατοίκων απροσδιόριστης εθνικότητας και γλώσσας.

*Το Δημαρχείο της Αδριανούπολης. Σύγχρονη φωτογραφία του Γρηγόρη Αζορίδη.

               Παρά το γεγονός ότι η Αδριανούπολη υπέστη μεγάλες καταστροφές από πυρκαγιές, διέθετε πάντοτε περικαλλή δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, που μαρτυρούσαν την δεσπόζουσα θέση της στην οικονομία και τη διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

               Το 1852 για παράδειγμα, από αναφορά του πρόξενου Ιωσήφ Βαρότση, πληροφορούμαστε ότι υπέστη μεγάλες καταστροφές από πυρκαγιά που ξέσπασε στις 22 Ιουλίου, στην μεγάλη αγορά της πόλης και αποτέφρωσε 600 εργαστήρια, χάνια και καφενεία. Ο Βαρότσης αποδίδει τα αίτια της πυρκαγιάς σε έριδες μεταξύ των Τούρκων. Στις 21 Ιουλίου είχε γίνει και άλλη μια απόπειρα εμπρησμού σε άλλη αγορά, αλλά η φωτιά κατασβέσθηκε γρήγορα από την Πολιτοφυλακή.  Μια άλλη πυρκαγιά αναφέρει ο Βαρότσης, ότι κατέκαψε 70 σπίτια στις 17 Φεβρουαρίου 1849.

*Η μεγάλη πυρκαγιά της Αδριανούπολης το 1905

               Η Αδριανούπολη, υπέστη στις 21 Αυγούστου 1905 μια άλλη φοβερή καταστροφή από τεράστια πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε μερικές χιλιάδες κτίσματα και άφησε άστεγους χιλιάδες ανθρώπους. Οι καταστροφές έγιναν στο κέντρο της πόλης που οι κάτοικοι ονόμαζαν την περιοχή αυτή «Κάστρο». Οι εμπρηστές δεν ανακαλύφθηκαν ποτέ. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του Αθηναϊκού Τύπου, κάηκαν τότε σχεδόν 4.000 σπίτια, από τα οποία τα 500 περίπου, ήταν ελληνικά. Εκτός των σπιτιών είχαν αποτεφρωθεί οι ελληνικές εκκλησίες του Χριστού και της Παναγίας, η έδρα του Βούλγαρου αρχιμανδρίτη, το βουλγαρικό γυμνάσιο, δύο ελληνικά σχολεία, ο Ελληνικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος, ένας καθολικός ναός, δύο καθολικές σχολές, 12 εβραϊκές συναγωγές και ο αρμενικός ναός. Το ευτύχημα είναι ότι δεν υπήρξαν  θύματα, αν και η κατάσβεση της πυρκαγιάς άργησε πολύ.

*Η Αδριανούπολη με το τέμενος Σελημιέ



Μήλο της έριδος για τους κατακτητές

 

               Η σπουδαιότητα της γεωστρατηγικής θέσης της Αδριανούπολης  και ο πλούτος της πόλης και της περιοχής, ήταν ο μαγνήτης για τους ποικίλους κατακτητές που πέρασαν από τα εδάφη της. Αυτό εσήμαινε, ότι αυτή η πόλη που έστεκε στο σημείο, που ενώνονταν τρείς σημαντικοί ποταμοί δοκιμάστηκε σκληρά από πολιορκίες και κάθε είδους επακόλουθο των πολέμων, από τα πανάρχαια χρόνια.

               Δραματικές στιγμές έζησε η Αδριανούπολη, στο ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878, όταν δέχτηκε χιλιάδες Οθωμανών προσφύγων από τη Φιλιππούπολη και άλλα μέρη. Ρακένδυτοι έφταναν χιλιάδες πρόσφυγες Οθωμανοί, μέσα σε ανοιχτά βαγόνια ταξιδεύοντας μέσα στο ψύχος επί 26 ώρες. Στα βαγόνια ανέβαιναν ακόμα και στις οροφές, θέλοντας να ξεφύγουν από τους Ρώσους εισβολείς.     

Αργότερα οι Βούλγαροι πραξικοπηματικά προσάρτησαν το 1880 την Ανατολική Ρωμυλία, αφαιρώντας από την Αδριανούπολη ένα μεγάλο μέρος της πλούσιας ενδοχώρας της.

Η Αδριανούπολη είχε αρχίσει να φθίνει σταδιακά, όταν οι Τούρκοι έκαναν εκτεταμένες σφαγές σε άμαχους, για να αντιμετωπίσουν την Επανάσταση των Ελλήνων το 1821.

*Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Κύριλλου ΣΤ΄ στην Αδριανούπολη



Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Κύριλλου ΣΤ΄

 

Μείζονος σημασίας γεγονός, που συνδέεται με την Επανάσταση του 1821, είναι ο απαγχονισμός στην Αδριανούπολη του σχολάζοντος Πατριάρχου Κύριλλου ΣΤ΄ μια εβδομάδα μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε΄ στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Κύριλλος, γεννήθηκε το 1775 στην Αδριανούπολη, από φτωχή οικογένεια. Το όνομα του ήταν Βασίλειος  Σερμπετζόγλου ή κατά ελληνοπρεπέστερη εκδοχή Βασίλειος Μελικρατίδης.

Το 1813 μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Ιερεμία Δ΄ ο Κύριλλος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης  σε ηλικία μόλις 38 ετών. Το έργο του στο νέο αξίωμά του υπήρξε σπουδαίο. Μεταξύ άλλων, φρόντισε να τακτοποιήσει τα οικονομικά της Εκκλησίας, να συμπαρασταθεί το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, τον οποία ταλάνιζαν οι προσπάθειες ετεροδόξων να το υποβαθμίσουν, φρόντισε για τη διοργάνωση και την πρόοδο της Μεγάλης του Γένους Σχολής, ίδρυσε σχολή Βυζαντινής μουσικής, συγκέντρωσε αρχαιολογικά ευρήματα από τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας και επάνδρωσε πολλές μητροπόλεις με αξιόλογους ιεράρχες ενώ άνοιξε και πολλά ελληνικά σχολεία. Η Πατριαρχεία του διήρκεσε μόλις 5 χρόνια. Το 1818 υποχρεώθηκε να παραιτηθεί και να αποσυρθεί στην Αδριανούπολη εφησυχάζων. Αντικαταστάθηκε από τον Γρηγόριο Ε΄, Ο Κύριλλος, ανέπτυξε και σημαντικό συγγραφικό έργο.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ διέταξε την Κυριακή των Βαΐων τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε’ και των συνοδικών αρχιερέων που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσά τους και ο Μητροπολίτης Αδριανούπολης Δωρόθεος Πρώϊος. Στη συνέχεια διέταξε τον απαγχονισμό του Κυρίλλου ΣΤ’ στην Αδριανούπολη, μαζί με πρόκριτους και δημογέροντες. Με διαταγή του νομάρχη Ντερβίς Μπέη απαγχονίσθηκαν μπροστά στα σπίτια τους οι πρόκριτοι και δημογέροντες.

Στο διασωθέν φιρμάνι του Μαχμούτ Β΄ μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Επειδή εξηκριβώθη ότι και ο εκ της Κωνσταντινουπόλεως Πατριαρχείας των Ρωμαίων απολυθείς και εν Αδριανουπόλει εξορισθείς Κύριλλος, ο προκάτοχος του φονευθέντος Πατριάρχου, ενέχεται επίσης εις το κίνημα το παρασκευαζόμενον μεταξύ του Ρωμαϊκού Έθνους και εδέησε να εξαλειφθή και ούτος από προσώπου της γης προς παραδειγματισμός των άλλων, εξέδωκα μυστικώς το υψηλόν τούτο φιρμάνιον δι’ ού διατάσσω τον απαγχονισμόν του ειρημένου Κυρίλλου εντός της Αδριανουπόλεως, μετά της ήν περιβάλλεται ενδυμασία….».

Τελικά ο συλληφθείς Κύριλλος διαπομπεύθηκε από τους Γενίτσαρους στους δρόμους της πόλης και οδηγήθηκε στη Μητρόπολη, όπου είχε προπαρασκευασθεί ο βρόγχος του απαγχονισμού. Ο απαγχονισμός, που έγινε στις 18 Απριλίου 1821 δηλαδή της Δευτέρας του Θωμά, υπήρξε φοβερός. Μόλις το σώμα του Κυρίλλου βρέθηκε μετέωρο, έσπασε το σχοινί και το σώμα του βρέθηκε στο έδαφος! Έβαλαν και άλλο σχοινί αλλά και εκείνο έσπασε. Λέγεται ότι έσπασε και το τρίτο σχοινί. Οι Τούρκοι όπως συνήθιζαν διέταξαν να παραμείνει αιωρούμενος επί τρείς μέρες ο απαγχονισμένος Πατριάρχης και μετά να ριφθεί το σώμα του στον ποταμό Έβρο, απαγορεύοντας να το περισυλλέξουν οι Χριστιανοί και να το ενταφιάσουν με τιμές.

Τα ρεύματα του ποταμού το παρέσυραν νότια και το έφεραν στον ύψος του χωριού Κούλελι Μπουργκάζ (σήμερα Πύθιο) και το σφήνωσαν σε ένα δέντρο κοντά στο νερόμυλο του Χρήστου Αργυρίου. Εκεί το βρήκε ο Αργυρίου, που το φόρτωσε κρυφά στο βοϊδάμαξό του και το μετέφερε στο σπίτι στο χωριό, όπου το ενταφίασε σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στο φούρνο του σπιτιού του.

Όταν το 1920 απελευθερώθηκε η Ανατολική Θράκη, έγινε εκταφή, τα οστά του Κυρίλλου τοποθετήθηκαν σε χρυσή λάρνακα και μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη της Αδριανούπολης. Μετά την άδικη εκκένωση της Ανατολικής Θράκης και την παράδοσή της στους Τούρκους τα οστά το Κυρίλλου ΣΤ΄ και άλλα εκκλησιαστικά κειμήλια μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και έκτοτε αγνοείται η τύχη των οστών, ενώ κάποια άλλα τεμάχια από το σύνολο των κειμηλίων εμφανίσθηκαν στις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη.

Η κατάταξή του στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησία της Ελλάδος, έγινε με Συνοδική Πράξη του 1993, επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, με ενέργειες του μακαριστού Μητροπολίτη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδας και Σουφλίου Νικηφόρου και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θρακικών Σωματείων (ΠΟΘΣ).

*Απόσπασμα επιστολής του Καποδίστρια που δείχνει το ενδιαφέρον του για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων της Χίου από την Αδριανούπολη

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, ότι μετά την καταστροφή της Χίου από τον Καρά Αλή, αρκετοί Χιώτες πουλήθηκαν ως σκλάβοι σε μπέηδες και αγάδες της Αδριανούπολης.

Τους ανακάλυψαν οι Ρώσοι το 1829, όταν στον τότε ρωσοτουρκικό πόλεμο κατέλαβαν την Αδριανούπολη. Για την απελευθέρωση των σκλάβων της Χίου που βρίσκονταν εκεί, εκδήλωσε ενδιαφέρον ο Τσάρος της Ρωσίας και ο ναύαρχος Χέυδεν, που  δέχθηκαν να πληρώσουν και λύτρα. Ζήτησαν μάλιστα τη βοήθεια του Ιωάννη Καποδίστρια, παρακαλώντας να διαθέσει ελληνικά πλοία, για να παραληφθούν οι αιχμάλωτοι από το λιμάνι της Αίνου  και να μεταφερθούν σε ελληνικά παράλια.

Η σχετική αλληλογραφία, είναι άγνωστη και περιλαμβάνεται στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τα οποία φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

*Το Δημαρχείο της Αδριανούπολης, το 1920, όταν κυμάτιζε η ελληνική σημαία


Ο δραματικός 20ος αιώνας

 

Δραματικές ήταν οι στιγμές που έζησε η Αδριανούπολη κατά τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. Υπήρξε μήλο της έριδος για τους Τούρκους, τους Βούλγαρους και τους Έλληνες. Ήταν η εποχή που δυνάμωναν στα Βαλκάνια οι εθνικοί ανταγωνισμοί, που οδήγησαν σε αιματηρές συγκρούσεις.

Στην Αδριανούπολη ιδρύθηκε από Βούλγαρους, το λεγόμενο Εσωτερικό Μακεδονο-Αδριανουπολίτικο Επαναστατικό Κομιτάτο. Δηλαδή μια βουλγαρική μυστική, αυτονομιστική οργάνωση, που συστάθηκε στα Βαλκάνια το 1893, και δραστηριοποιήθηκε με ένοπλο αγώνα από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις αρχές του.

          Ο αγώνας των Θρακών, παράλληλα με τον γνωστό Μακεδονικό Αγώνα, αφύπνισε την Αθήνα, καθυστερημένα και οδήγησε στη δημιουργία του εξωθεσμικού, αλλά αποφασιστικού Μακεδονικού Κομιτάτου υπό τους Δημήτριο Καλαποθάκη (πολιτικό σκέλος) και Παναγιώτη Δαγκλή (στρατιωτικό σκέλος) το οποίο μετά τις πληροφορίες για την δραματική κατάσταση των Ελλήνων της Μακεδονίας και της Θράκης, άρχισε να οργανώνει μυστικές αποστολές αξιωματικών, οι οποίοι συγκροτούσαν ομάδες κατοίκων για άμυνα κατά των Βουλγάρων, δεδομένου ότι οι επικυρίαρχοι Οθωμανοί, δεν παρείχαν εχέγγυα ασφαλείας στους υπόδουλους Έλληνες. Δεκαεπτά αξιωματικοί έδρασαν τότε στη Θράκη.

*Ο Στυλιανός Γονατάς το 1907 στην Αδριανούπολη

          Στη Θράκη ειδικότερα και ύστερα από απεγνωσμένες εκκλήσεις των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης,  εστάλη με μυστική οργανωτική αποστολή, μια από τις μετέπειτα μεγάλες προσωπικότητες της πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας της χώρας, ο εκ των αρχηγών της Επανάστασης του 1922 Στυλιανός Γονατάς, υπολοχαγός τότε. Ο Γονατάς, με το ψευδώνυμο Στέργιος Γρηγορίου εγκαταστάθηκε στην Αδριανούπολη ως γραμματέας του Ελληνικού προξενείου και άρχισε να οργανώνει τον Θρακικό Ελληνισμό έναντι της Βουλγαρικής επιθετικότητας.

               Και ενώ ο Ελληνισμός της Αδριανούπολης σημείωνε μεγάλες επιτυχίες στην Παιδεία με τα φημισμένα εκπαιδευτήριά του και εκπληκτική ανάπτυξη στο εμπόριο, χρειάστηκε να αντιμετωπίσει νέες περιπέτειες με τους Βαλκανικούς Πολέμους.

               Η Αδριανούπολη, η πρώτη μεγάλη πόλη πολύ κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία, υπήρξε ο πρώτος στόχος της Βουλγαρικής προέλασης.

*Βουλγαρικά στρατεύματα κατευθύνονται προς την Αδριανούπολη

Στα πρόθυρα της Αδριανούπολης γίνονταν σφοδρές μάχες από τα μέσα του Οκτωβρίου 1912.  Η εξωτερική οχύρωση της Αδριανούπολης είχε κυκλικό σχήμα. Ο σφοδρός βομβαρδισμός της Αδριανούπολης άρχισε από τις 12 Οκτωβρίου. Προς τα τέλη του Οκτωβρίου οι Βούλγαροι με Σερβικές συμμαχικές ενισχύσεις επιχείρησαν γενική έφοδο κατά της Αδριανούπολης, αφού προηγήθηκε τριήμερος συνεχής εντατικός βομβαρδισμός. Κατόρθωσαν να καταλάβουν τα φρούρια Καρτάλ Τεπέ και Παπάζ Τεπέ. Η Αδριανούπολη ως μεγαλούπολη, έζησε άκρως δραματικές στιγμές, κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής πολιορκίας. Κοντά στον όλεθρο του πολέμου εμφανίστηκαν μέσα στην πόλη βασιβουζούκοι που λήστευαν. Ενέδρευε κάθε στιγμή και ο θάνατος από την πείνα, γιατί εξαντλούνταν τα τρόφιμα…

«Καθημερινώς- έγραφε ανταποκριτής στο «Νέον Άστυ» των Αθηνών- έρχονται εξ όλων των διαμερισμάτων του Νομού φοβεραί ειδήσεις σφαγών και ληστειών. Φρικιώ και τρέμω, το δε αίμα μου παγώνει, οπόταν ενθυμούμαι παιδία με κεφαλάς μισοχωρισμένας εκ των μικρών σωμάτων των, γυναίκας με τα στήθη κομμένα και τας κεφαλάς κεχωρισμένας, μεταφερομένας κατά μεγάλα φορτία ομού μετά των κρεουργημένων πτωμάτων ανδρών πάσης ηλικίας. Εύσπλαχνε Θεέ, λυπήθητι τους δυστυχείς. Ας μας λυπηθή και τώρα οπότε πολιορκούμεθα, δια να απαλλαγώμεν μίαν ώραν το ταχύτερον των δεινών».

Τελικά η Αδριανούπολη έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων στις 26 Μαρτίου του 1913 με το νέο ημερολόγιο, μετά από πολιορκία σχεδόν πέντε μηνών.

*Οι Βούλγαροι εισέρχονται στην Αδριανούπολη

               Δεν έμεινε όμως για πολύ στα χέρια των Βουλγάρων. Την ανακατέλαβαν οι Τούρκοι, λίγους μήνες αργότερα, κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά τα μόνιμα θύματα ήταν και πάλι οι χριστιανικοί πληθυσμοί και κυρίως οι Έλληνες. Οι ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες στην Τουρκία, συγκέντρωσαν στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία ένοπλοι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στα ελληνικά χωριά των περιοχών Μαλγάρων, Χαριούπολης, Μακράς Γέφυρας και Κεσσάνης. Η πυρπόληση και οι ποικίλες καταστροφές, αφορούσαν 48 αμιγώς ελληνικά χωριά, που λεηλατήθηκαν πρώτα από Τούρκους και στη συνέχεια πυρπολήθηκαν.

                Ο Ελληνισμός της Θράκης, αντιμετώπιζε πάντα σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης… Οι νίκες των Ελληνικών όπλων δεν στάθηκαν ικανές για να αποσοβήσουν τις επόμενες δραματικές μέρες που έζησε ο Ελληνισμός της Θράκης.             

                Το 1914 ήταν μια δραματική χρονιά. Από τις πρώτες μέρες του έτους, άρχισαν οι διωγμοί.

              Οι Νεότουρκοι με την επανάσταση του 1908, έδωσαν στη διεθνή κοινότητα ένα πρόσωπο αρκούντως πολιτισμένο και ευρωπαϊκό, που παρέσυρε τα υποταγμένα έθνη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να πιστέψουν ότι θα αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα. Γρήγορα όμως λειτούργησε η εθνική αφύπνιση των Τούρκων, που συνέβαλε στην εντελώς εχθρική αντιμετώπιση των μειονοτήτων. Στο στόχαστρο βρέθηκαν βασικά οι Έλληνες (Θράκες, Μικρασιάτες, Πόντιοι) οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι.

Στην αρχή του 1914 είχαν γίνει μεταναστεύσεις Μουσουλμάνων της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας προς τη Μικρά Ασία, υποκινημένες από την Νεοτουρκική κυβέρνηση. Αυτό το γεγονός υπήρξε η αιτιολογία της τουρκικής κυβέρνησης, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη είσοδο της Τουρκίας στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, δηλαδή να εκδιώξει τους Έλληνες.

Η αρχή έγινε από τους  Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι απομακρύνθηκαν βίαια από τις πατρογονικές  εστίες τους στις αρχές του 1914. Όλη αυτή η επιχείρηση του διωγμού έγινε με την καθοδήγηση των Γερμανών, συμμάχων των Τούρκων. Η εκκένωση μεθοδεύτηκε πρώτα με ανθελληνική εκστρατεία του τουρκικού Τύπου και ταυτόχρονη καταπίεση των Ελλήνων για να εξαναγκαστούν σε δήθεν εκούσια» μετανάστευση.

Αυτή ήταν η πρώτη πειραματική εφαρμογή των σχεδίων Γενοκτονίας, που οργάνωσαν στη συνέχεια οι Νεότουρκοι. Και όταν διαπίστωσαν όταν δεν υπήρχαν σημαντικές αντιδράσεις από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κυρίως από τις λεγόμενες μεγάλες Δυνάμεις, εφάρμοσαν τις αγριότερες γενοκτονικές πολιτικές τους εναντίον των Ποντίων, των Μικρασιατών,  των Αρμενίων και των Ασσυρίων.  

*Η "Μαύρη Βίβλος" που εξέδωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για τους διωγμούς των ετών 1914-1918 
           

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μόνο στις φυλακές της Αδριανούπολης («Πατρίς» 8 Ιανουαρίου 1914) είχαν ήδη πεθάνει 60 και πλέον κρατούμενοι ομογενείς από ξυλοδαρμό!!! Δείγμα πρόωρο του Νεοτουρκικού πολιτισμού.

Αυτό είναι το λεγόμενο «Μαύρο Πάσχα» των Θρακών, που η μνήμη των θυμάτων τιμάται στις 6 Απριλίου, από τους Θρακικούς φορείς. Αποκαλείται «Μαύρο Πάσχα» γιατί συνέπεσαν οι διωγμοί με το Πάσχα του 1914, που γιορτάζονταν εκείνη τη χρονιά στις 6 Απριλίου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε ένδειξη πένθους, δεν γιόρτασε το Πάσχα, όπως συνήθιζε με μεγαλοπρέπεια, όλα τα προηγούμενα χρόνια. Εκείνη τη χρονιά δεν μοιράσθηκαν όπως ήταν το πατροπαράδοτο έθιμο κόκκινα αυγά. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε πρωτοφανές. Αντικατόπτριζε την οξύτητα της κατάστασης. Αντί για γιορτές συνεδρίασε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου την ημέρα του Πάσχα, πράγμα που έγινε για πρώτη φορά και εξέτασε την δεινή κατάσταση του υπόδουλου Γένους. Εκδόθηκε μάλιστα και Μαύρη Βίβλος με λεπτομέρειες για τους διωγμούς των Χριστιανών.

*Τα ελληνικά στρατεύματα εισέρχονται στην Αδριανούπολη το 1920




Η ώρα της απελευθέρωσης

 


Οι μεγάλες στιγμές για την Αδριανούπολη, ήρθαν τον Ιούλιο του 1920, όταν τα ελληνικά στρατεύματα την απελευθέρωσαν.

Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας κυβερνητικός αντιπρόσωπος στην προσωρινή γαλλοκρατούμενη διοίκηση της Διασυμμαχικής Δυτικής Θράκης (Thrace Interalliée), Χαρίσιος Βαμβακάς, έδωσαν σκληρές μάχες για την εκχώρηση της Θράκης στην Ελλάδα και την υποχρέωση της ηττημένης Βουλγαρίας, συμμάχου των Γερμανών,  να παραιτηθεί από κάθε κυριαρχικό δικαίωμα. Οι προσπάθειες του Βενιζέλου έφεραν καρπούς κατά τη Διασυμμαχική Διάσκεψη του Σαν Ρέμο (Απρίλιος 1920), όταν ο Έλληνας πολιτικός εξασφάλισε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων για την αντικατάσταση των συμμαχικών στρατευμάτων από τον ελληνικό στρατό σε ολόκληρη τη Θράκη (δυτικά και ανατολικά του ποταμού Έβρου). Ήταν η στιγμή της απελευθέρωσης. Πρώτα απελευθερώθηκε στις 14 Μαΐου η Δυτική Θράκη και  στις Ιουλίου 1920 άρχισε η απελευθέρωση της Ανατολικής Θράκης με πρώτη τη Αδριανούπολη.

*Ο Ταγιάρ μετά την άδοξη σύλληψή του, με τον υποστράτηγο Κ. Μαζαράκη

Οι κάτοικοι της Αδριανούπολης λίγο πριν από την απελευθέρωση γνώρισαν νέο κύμα διωγμών, όταν ο στρατιωτικός διοικητής της Αδριανούπολης συνταγματάρχης Τζαφέρ Ταγιάρ, σε συνεργασία με τον Μουσταφά Κεμάλ, αποφάσισε να αγνοήσει τους όρους της συνθήκης που είχε υπογράψει η νικημένη Τουρκία με την Αντάντ, να κηρύξει γενική επιστράτευση και να αρχίσει να ετοιμάζεται να αποκρούσει την ελληνική προέλαση.  Για την απελευθέρωση της Ανατολικής Θράκης είχε αποφασισθεί επίθεση των ελληνικών δυνάμεων με διάβαση του ποταμού Έβρου και στόχο της κατάληψη της Αδριανούπολης και αποβατική ενέργεια από την θάλασσα της Προποντίδας.

  Βρισκόμαστε στις 11 Ιουλίου 1920.

  Στις 7 το πρωί καταλήφθηκε το Μπαμπά Εσκή, από την φάλαγγα Αναγνώστου. Στο μεταξύ η προπορευόμενη ίλη του 3ου Συντάγματος Ιππικού με επικεφαλής τον τότε ανθυπίλαρχο Σόλωνα Γκίκα (μετέπειτα υπουργό των κυβερνήσεων Κωνσταντίνου Καραμανλή) κατευθυνόμενη προς τη Χάφσα βρέθηκε αντιμέτωπη (6 χιλμ. ΒΔ του Μπαμπά Εσκή) με ομάδα εφίππων του επιτελείου του Ταγιάρ.

Τι είχε συμβεί;

 Στον Ταγιάρ έφταναν πληροφορίες ότι επέκειτο απόβαση ελληνικών στρατευμάτων από τη θάλασσα. Αναγκάσθηκε όταν έγινε η απόβαση, να ερευνήσει ο ίδιος τι συμβαίνει και για το λόγο αυτόν έφυγε από την Αδριανούπολη να επιθεωρήσει τις δυνάμεις του. Ήδη είχε ενισχύσει τις δυνάμεις του στα σημεία αντιστάσεως στην Τυρολόη, το Μουρατλή και την Χαριούπολη με έσχατο σημείο υποχώρησης το Λουλέ Μπουργκάς.

Η ίλη του Σόλωνα Γκίκα, κατόρθωσε να κυκλώσει τους Τούρκους ιππείς. Με τα σπαθιά στα χέρια οι Έλληνες μέσα σε λίγο χρόνο εξουδετέρωσαν του Τούρκους αφού σκότωσαν έξι στρατιώτες και ένα αξιωματικό. Επίσης συνέλαβαν τρεις αιχμαλώτους. Οι αιχμάλωτοι ανέφεραν ότι με την ομάδα αυτή ήταν και ο ίδιος ο Ταγιάρ, ο οποίος διέφυγε τη σύλληψη, αφού ετράπη σε άτακτη φυγή.             

Ο Ταγιάρ στάθηκε άτυχος κατά τη φυγή του. Μη έχοντας άλλη επιλογή, εμπιστεύθηκε την αραβική του φοράδα την Γκεϊλά, ότι θα τον σώσει με την φοβερή ταχύτητά της. Ίππευσε για χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων ωρών την αφηνιασμένη φοράδα του, αλλά κάποια στιγμή κατελήφθη από σκοτοδίνη, λόγω ηλίασης, έπεσε δίπλα σε ένα ρέμα και για 2,5 ώρες παρέμεινε αναίσθητος. ‘Όταν συνήλθε είχε ένα μεγάλο μώλωπα στο δεξί του φρύδι. Άρχισε να περπατάει (γιατί είχε φύγει και η Γκεϊλά) χωρίς να γνωρίζει πού βρίσκεται. Βάδιζε νηστικός και διψασμένος  επί πολλές ώρες.

*Τούρκοι αξιωματικοί που αιχμαλωτίσθηκαν στην Αδριανούπολη

             Τότε συνάντησε ένα παιδί που έβοσκε τα πρόβατά του. Του ζήτησε νερό. Ρώτησε πώς το λένε. Το παιδί απάντησε Μεχμέτ Αλή, αλλά είπε ψέματα, γιατί δεν ήταν Τουρκόπουλο. Ήταν Ελληνόπουλο. Εκεί ο Τούρκος συνταγματάρχης έμαθε, πως βρίσκεται στο χωριό Τσομπάνκιοϊ, κοντά στο Μποστανλή. Ο Ταγιάρ του ζήτησε να ειδοποιήσει δύο πρόκριτους του χωριού για να τους μιλήσει. Όταν ήρθαν οι πρόκριτοι που ήταν  Έλληνες, ο ένας από αυτούς αναγνώρισε τον Ταγιάρ έβγαλε πιστόλι και τον διέταξε να παραδοθεί. Οι χωρικοί τον συνέλαβαν τον έδεσαν σε ένα βοϊδάμαξο και πήγαν να συναντήσουν τον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό να τον παραδώσουν. Ήταν το άδοξο τέλος του Ταγιάρ, του Κεμάλ της Ανατολικής Θράκης… Τον παρέδωσαν στο συνταγματάρχη του 28ου Συντάγματος της Μεραρχίας Σμύρνης Γρηγ. Γουλιανό.

*Ζωγραφικός πίνακας με την ιστορική γέφυρα της Αδριανούπολης

Στην επιχείρηση καταλήψεως της μεγάλης γέφυρας της Αδριανούπολης  στις 8 Ιουλίου 1920 έπεσε μαχόμενος  ο ηπειρωτικής καταγωγής Λοχαγός Διαμάντης Νικόλαος και 17 Εύζωνοι οπλίτες. Τραυματίσθηκαν 45 Αξιωματικοί και πολύ μεγάλος αριθμός οπλιτών. Η γέφυρα από τότε και μέχρι την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες, έφερε την ονομασία "Γέφυρα Λοχαγού Διαμάντη Νικολάου".

               Τα ελληνικά στρατεύματα που κατέλαβαν ολόκληρη την Ανατολική Θράκη (πλην της Κωνσταντινουπόλεως) αιχμαλώτισαν 167 Τούρκους αξιωματικούς και 3.000 οπλίτες. Κυριεύθηκαν επίσης 121 πυροβόλα, 65 πολυβόλα, 14.000 όπλα και παντοειδές άλλο υλικό.

*Η θριαμβευτική είσοδος του βασιλιά Αλέξανδρου στην Αδριανούπολη

 

Ο βασιλεύς Αλέξανδρος στην Αδριανούπολη

 


Την απελευθέρωση της Αδριανούπολης, επικύρωσε η είσοδος σ’ αυτήν του βασιλέως Αλεξάνδρου ο οποίος παρακολουθούσε τη θριαμβευτική προέλαση του ελληνικού στρατού.

Οι Αδριανουπολίτες παραληρώντας από ενθουσιασμό, όπως βεβαιώνουν πηγές της εποχής, και δημοσιεύματα του Τύπου, υποδέχθηκαν τα αποσπάσματα του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων, που από το μεσημέρι της 11ης Ιουλίου διέρχονταν τη γέφυρα του Έβρου από την περιοχή του Καραγάτς και κινούνταν σε πειθαρχημένους σχηματισμούς.

Στις 13 Ιουλίου ο βασιλεύς Αλέξανδρος εισήλθε θριαμβευτικά στην ιστορική Θρακική πόλη, συνοδευόμενος από το Διοικητή της Στρατιάς Θράκης, Στρατηγό Εμμανουήλ Ζυμπρακάκη και το Επιτελείο του.

Η είσοδος αυτή έδωσε αφορμή για πρωτοφανείς πανηγυρισμούς  από τους κατοίκους της Αδριανούπολης. Από τη γέφυρα του Έβρου που ονομάστηκε τιμητικά «Γέφυρα Λοχαγού Διαμάντη» και για περίπου 2 χιλιόμετρα μέχρι την Μητρόπολη Αδριανούπολης, ο δρόμος στρώθηκε με χαλιά και λουλούδια . Οι δρόμοι όλοι σημαιοστολίσθηκαν με γαλανόλευκες  που πολλές είχαν ραφτεί και κεντηθεί κρυφά, εν αναμονή της απελευθέρωσης.

Στη Μητρόπολη Αδριανούπολης, όπου είχε μαρτυρήσει το 1821 ο Κύριλλος ΣΤ΄, μετά από πεντέμισι αιώνες σκλαβιάς και πλέον τελέστηκε η πανηγυρική δοξολογία της και εψάλη ο ύμνος «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ…».

*Ο Αντώνιος Σαχτούρης

                Η κυβέρνηση Βενιζέλου διόρισε αμέσως ύπατο αρμοστή Θράκης τον διπλωμάτη Αντώνιο Σαχτούρη, ο οποίος άρχισε ένα σημαντικό έργο ανασυγκρότησης και αναδημιουργίας της περιοχής, που στόχευε στην παλιννόστηση των Ανατολικοθρακιωτών οι οποίοι είχαν εκδιωχθεί από το 1914 και μετά. Η Ελληνική στρατιωτική παρουσία εξασφάλισε ισοπολιτεία και ισονομία για τους χριστιανούς και μουσουλμάνους κατοίκους της περιοχής και την ειρηνική, διαβίωση των πληθυσμών όλων των θρησκευμάτων. Σποραδικά γεγονότα, που διαδραματίζονταν κυρίως στην μεθόριο, από Τούρκους και Βουλγάρους κομιτατζήδες, που εισέρχονταν στην περιοχή τρομοκρατώντας και ληστεύοντας τα χωριά, αντιμετωπίζονταν άμεσα από τα Ελληνικά στρατεύματα. Η Αδριανούπολη είχε αρχίσει να βρίσκει την παλαιά της αίγλη και την οικονομική της ανάπτυξη.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1920  διενεργήθηκε σε όλη την Ελλάδα απογραφή πληθυσμού. Το ΒΔ που επικύρωσε τα αποτελέσματα της απογραφής υπεγράφη στην Προύσα από το βασιλέα Κωνσταντίνο στις 31 Αυγούστου 1921 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 27 Δεκεμβρίου 1927 (ΦΕΚ 244 Α΄). Σύμφωνα με εκείνη την απογραφή η πόλη της Αδριανούπολης είχε πληθυσμό 50.201 κατοίκων (άνδρες 26.942, γυναίκες 23.250). Στο ΒΔ δεν γίνονταν διαχωρισμοί εθνικότητας ή θρησκείας.

*Από την εκκένωση της Αδριανούπολης το 1922



Η ώρα του δράματος

              


               Η χαρά της λευτεριάς κράτησε λίγο… Οι τελευταίες ώρες που έζησε ο Ελληνισμός της Αδριανούπολης το 1922, ήταν άκρως δραματικές.               

Είναι γνωστό, ότι η απόφαση για την εκκένωση της Θράκης πάρθηκε από τους Συμμάχους στις 9 Σεπτεμβρίου 1922 μετά από θυελλώδεις συσκέψεις τριών ημερών στο Παρίσι, μεταξύ του Γάλλου πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών Πουανκαρέ  του Άγγλου υπουργού εξωτερικών Λόρδου Κώρζον και του Ιταλού υπουργού Εξωτερικών κόμη Κάρλο Σφόρτσα. Τις μέρες εκείνες δεν υπήρχε κυβέρνηση στην Αθήνα ικανή να αντιδράσει, ενώ στο στράτευμα επωάζονταν η επανάσταση των Γονατά- Πλαστήρα. Η Μικρά Ασία, είχε αρχίζει να ζει το δικό της δράμα. Η διάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών των τριών συμμάχων κρατών με το ανακοινωθέν της έβαζε προκαταβολικά την ταφόπλακα στην υπόθεση της Ανατολικής Θράκης, με την ελεεινή μεταξύ άλλων διατύπωση:

                «Αι τρεις Σύμμαχοι Κυβερνήσεις δράττονται της παρούσης ευκαιρίας όπως δηλώσουν, ότι λαμβάνουν υπό ευμενή άποψιν ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑΝ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΝΑ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΝ ΘΡΑΚΗΝ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ, συμπεριλαμβανομένης της Αδριανουπόλεως».

               Και όταν ήρθαν τα άσχημα μαντάτα, η πόλη και η περιφέρεια είχαν αρχίσει να εκκενώνονται. Παντού ερημιά. Για όσους έμεναν ακόμα στην Αδριανούπολη η ζωή ήταν ένα μαρτύριο. Τα σπίτια ήταν κατάκλειστα. Όλοι έφευγαν σπεύδοντας να περάσουν τον ποταμό Έβρο και να βρεθούν στη δυτική του όχθη που παρέμεινε ελληνική. Αληθινός ξεριζωμός…

                Στους δρόμους ήταν αφημένες οι κοπριές των ζώων, και τα καλαμποκόφυλλα που έτρωγαν τα μεγάλα ζώα, τα οποία έσερναν τα βοϊδάμαξα με τους Χριστιανούς, οι οποίοι  ξεριζώνονταν άδικα από τις πατρίδες τους. Σόμπες πεταμένες και ξεχαρβαλωμένα έπιπλα στους δρόμους. Και στα δέντρα ακούγονταν μόνο οι δεκαοχτούρες με το μονότονο απαισιόδοξο τραγούδι τους!

*Ο Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Πολύκαρπος



Η τελευταία λειτουργία στη Μητρόπολη

 


                Ελάχιστες μέρες πριν, είχε γίνει η τελευταία λειτουργία στο μητροπολιτικό ναό της Αδριανούπολης, χοροστατούντος του μητροπολίτη Πολύκαρπου, ο οποίος μίλησε στο εκκλησίασμα.

Οι πάντες ήταν δακρυσμένοι. Ο Πολύκαρπος διακοπτόμενος από τους δικούς του λυγμούς, δεν παρέλειψε να αναθεματίσει τους υπεύθυνους τέως κυβερνήτες, ενώ το πλήθος ξέσπασε σε κατάρες κατά των υπευθύνων. Καταλήγοντας συνιστά ευψυχία, θάρρος, πίστη στο Θεό και ακράδαντη ελπίδα ότι το Ελληνικό Έθνος, το οποίο είδε τόσες θύελλες και καταποντισμούς θα ανακάμψει «και ως ο άλλος θρυλικός φοίνιξ ανέθαλεν εκ της τέφρας του, ούτω πάλιν δεν θα παρέλθη καιρός, οπότε θα ανακτήση την αίγλην του και πάντες όσοι σήμερον εκπατρίζονται και εγκαταλείπουν τα οστά των προγόνων των, θα επιστρέψουν εις την πάτριον Θρακικήν γην, ήτις έχει ποτισθεί με άφθονον αίμα των τέκνων της» . Όλοι έφευγαν, αλλά με την ελπίδα ότι θα επιστρέψουν σύντομα. Αλλοίμονο όμως…

                Δημοσιογράφοι που παρέστησαν τηλεγραφούσαν στις εφημερίδες τους: «Λυγμοί και θρήνοι διέκοπτον τον εμπνευσμένον λόγον του Μητροπολίτου, του οποίου οι οφθαλμοί ήσαν πλήρεις δακρύων». Κατόπιν ο δεσπότης παρέδωσε τα κλειδιά των ιερών ναών και των εκπαιδευτηρίων στη διασυμμαχική επιτροπή και όρισε έδρα της Μητρόπολης το Κάραγατς, που η τύχη του δεν είχε κριθεί ακόμα.

*Η δραματική εκκένωση με τα βοϊδάμαξα

                Ο Πέτρος Ξ. Λεβαντής, διευθυντής της εφημερίδας «Μακεδονία» που στα μέσα Οκτωβρίου 1922 βρέθηκε στην Ανατολική Θράκη, έγραφε: «Η δημοσία οδός Αδριανουπόλεως μέχρι των 40 Εκκλησιών είναι υπερπλήρης θλιβερών καραβανίων, καθιστώντων αδύνατον πάσαν κίνησιν μέχρι του βαθμού ώστε εγένετο ανάγκη να διατρέξω την οδόν ταύτην επί αυτοκινήτου εις οκτώ ολοκλήρους ώρας. Αληθινός τόπος κλαυθμώνος κατέστη η τεραστία αύτη οδός απ’ άκρου εις άκρον».

                Όμως αργά τη νύχτα γύρω στις 2 η ώρα, ο Λεβαντής μαζί με τον βουλευτή Έβρου Αλέξανδρο Παπαθανάση και τον αεροπόρο υπολοχαγό Θεμελή, κατευθύνονται στη Μητρόπολη. Χτυπάνε την πόρτα. Ανοίγει ο αρχιδιάκονος Μακαρώνης, που τους οδηγεί στην μεγάλη αίθουσα, η οποία είχε γεμίσει από τον καπνό των τσιγάρων. Μέσα βημάτιζε πάνω- κάτω ο Πολύκαρπος. Στα ωχρά μάγουλά του έτρεχαν δάκρυα. «Ποτέ δεν είδα- έγραψε αργότερα ο Λεβαντής- πόνο, τόσο ζωντανό, σαν τον πόνο, πού ήτανε αποτυπωμένος στο πρόσωπο του σεβάσμιου Πολυκάρπου. Η σμίλη ενός ζωγράφου θα δημιουργούσε ένα αληθινό αριστούργημα πόνου ζωντανού, με την αναπαράσταση του Πολυκάρπου, όπως τον είδα χτες τη νύχτα, δίπλα σε μια σκηνή που να εμφανίζη την Ραχήλ- Εκκλησία, που κλαίει τα προδομένα παιδιά της…».

                Ο Λεβαντής έφυγε και στα αυτιά του βούιζε η αργή φωνή του σεβάσμιου ιεράρχη: «Ανάθεμα στους υπαίτιους»!

                Στις 24 Οκτωβρίου στην εφημερίδα «Πατρίς» των Αθηνών δημοσιεύεται η ημερήσια διαταγή του συνταγματάρχη Γεωργίου Κονδύλη που διοικούσε μια Μεραρχία στην περιοχή της Αδριανούπολης. Ο παρορμητικός Κονδύλης υπογραμμίζει:

                «Ας μην πλανάται πλέον η ευπιστία της Ελληνικής Φυλής και ας μη πιστεύη ότι είναι δυνατόν η Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ η υβριστικόν το βλέμμα και απειλητικήν την χείρα υψώνουσα κατά αυτών των Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσεως να αρκεσθή εις τας σημαρινάς παραχωρήσεις και δεν θα ζητήσει να επεκταθεί προς Θεσσαλονίκην και Αλιάκμονα και προς όλας τας διευθύνσεις όπου υπάρχει και είς ακόμη Μουσουλμάνος». (σ.σ. πόσο αυτή διαπίστωση για την Τουρκία, φαντάζει σαν να είναι σημερινή…. Τίποτα δεν άλλαξε…).

*Το Κάστρο της Αδριανούπολης σε γκραβούρα


Η παράδοση της Αδριανούπολης

 


                Η Αδριανούπολη είχα αδειάσει από Έλληνες όπως και η υπόλοιπη Ανατολική Θράκη. Πριν έρθουν οι Τούρκοι είχαν εγκατασταθεί συμμαχικά στρατεύματα. Η επίσημη παράδοση της πόλης και η υπογραφή των σχετικών πρωτοκόλλων είχε κανονισθεί για τις 6 Νοεμβρίου 1922. Οι αρμόδιες υπηρεσίες θα παρέδιδαν την πόλη στο Γάλλο συνταγματάρχη Ντουκάς. Η ψυχική οδύνη στα πρόσωπα των Ελλήνων υπαλλήλων ήταν καταφανής.  Ήθελαν δεν ήθελαν, ετοίμασαν τα πρωτόκολλα καταγράφοντας κτίρια, έπιπλα, όργανα και άλλες εγκαταστάσεις, Υπέγραφε πρώτος ο παραδίδων… Όλοι με τρεμάμενα χέρια έβαζαν την υπογραφή τους.

                Οι Γάλλοι εντεταλμένοι παραλάμβαναν με λεπτομέρειες, όσα περιλάμβαναν τα πρωτόκολλα. Ειδικά τα της δημόσια υγείας παρέλαβε ο επίατρος Κρος, σε ένα μικρότερο οίκημα κοντά στο Δημαρχείο.

                Το κτίριο του Διοικητηρίου παρέδωσε στους Γάλλους ο νομάρχης Λαμπριανίδης. Ήταν παρών και ο πρόξενος της Γαλλίας.  Ο αναπληρωτής Γεν. Διοικητής Α. Μαυρίδης χαιρέτισε τυπικά τους Γάλλους αν και συντετριμμένος γιατί ήταν Θραξ στην καταγωγή και δικηγόρος Αδριανουπόλεως. Στις 2 παρά 20΄ το μεσημέρι όλοι οι Έλληνες υπάλληλοι, που είχαν παραμείνει για να παραδώσουν την πόλη επιβιβάσθηκαν σε αυτοκίνητα και αναχώρησαν για το Κάραγατς. Από το Διοικητήριο έως τη γέφυρα του Έβρου είχαν παραταχθεί Γάλλοι στρατιώτες που παρουσίαζαν όπλα… Στη γέφυρα, υπήρχε ακόμα η αναμνηστική πλάκα, εκεί που είχε σκοτωθεί ο Έλληνας λοχαγός Διαμάντης όταν το 1920, ο στρατός μας απελευθέρωνε την Αδριανούπολη. Όλοι την κοίταζαν με λύπη Στην είσοδο του Διοικητηρίου ήταν σκοπός Έλληνας χωροφύλακας. Στις 3 το απόγευμα παρέδωσε σε Γάλλο συνάδελφό του. Όλα είχαν τελειώσει…

                Οι Τούρκοι που κατείχαν πλέον την Αδριανούπολη, από τη 1 μ.μ. ύψωσαν τεράστια  τουρκική σημαία σε βυζαντινό πύργο, η οποία φαίνονταν από το Κάραγατς…

                Οι τελευταίοι Έλληνες υπάλληλοι επιβιβάσθηκαν σε τρένο που τους μετέφερε στην Κομοτηνή. Στο σταθμό του Κάραγατς, τους αποχαιρέτισε συγκινημένος ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος, που έμεινε με το ποίμνιό του… Είχε αρχίσει να πέφτει χιόνι, έγραψε ο Πέτρος Λεβαντής.

                Η ώρα της Νέας Ορεστιάδας έρχονταν…

 

ΠΗΓΕΣ

*Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών.

* ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΘΡΑΚΗΝ (1919-1923). ... Εκδότης Δ.Ι.Σ./Γ.Ε.Σ. Δεκέμβριος 1969.

*Συνθήκη της Λωζάννης, Νομοθετικό Διάταγμα υπ’ αριθμ. 238/ΦΕΚ Α΄/25 Αυγούστου 1923.

*Αρχεία εφημερίδων «Φως», «Μακεδονία» Θεσσαλονίκης, «Εμπρός», «Πατρίς», «Έθνος» «Εσπερινή» Αθηνών, Μαΐου- Ιουνίου- Ιουλίου- Αυγούστου 1923.




10 σχόλια:

  1. ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΎΜΕ ΠΟΛΎ κ. ΠΑΝΤΕΛΉ ΑΘΑΝΑΣΙΆΔΗ ΓΙΑ ΌΛΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Nancy Kalfoudi- Papakou
    Σας ευχαριστώ πολύ για το πολύ εμπεριστατωμένο και χρήσιμο άρθρο που μου στείλατε! Εννοείται ότι το δανείστηκα για να το προωθήσω στην οικογένεια και στους φίλους μας.💐

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Pinokio Pinokio ΚΑ- ΤΑ- ΠΛΗ- ΚΤΙ- ΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Litsa Mpimp
    Καλησπέρα Παντελή.. Τι καταπληκτικό θέμα μα και πόσο τραγικό.. Τα θερμά μου συγχαρητήρια.. Να είσαι καλά....🙏

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Χρυσάφης Συκακης
    Γεια Παντελή.
    Μπορεί να μην είχε την αίγλη της Πόλης, αλλά είχε περισσότερη ελληνική ψυχή!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Elli Samouridou Dimitriadou Η πόλη των παππούδων μου ένα όνειρο χαμένο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Βαρθολομαίος Αστεριάδης
    Καταπληκτικό άρθρο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Νικόλαος Κούκλατζης
    Ευχαριστούμε πολύ κ. Παντελή για την αναδημοσίευση αυτής της σημαντικής και εντυπωσιακής αναφοράς !!!!! Χάρη σε σας μαθαίνουμε άγνωστες σελίδες της ιστορίας του τόπου μας !!! Να είστε πάντα καλά για τη συνέχιση του έργου σας !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Εύη Κυριακίδου
    Φοβερό άρθρο.
    Συγχαρητήρια κε Παντελή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Χάρης Αντωνακούδης
    ....συμπεριλαμβανομένης της Αδριανούπολης.....είπαν οι τρεις δυνάμεις...
    Συγκλονιστική η ιστορία με τον Ταγιαρ
    Συγχαρητήρια Παντελη

    ΑπάντησηΔιαγραφή