Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Η Ελλάδα εγκλωβισμένη σε διπλωματικά αδιέξοδα το 1921-1922

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

https://www.kathimerini.gr/culture/561477544/i-ellada-egklovismeni-se-diplomatika-adiexoda/




 


*Πώς οδηγηθήκαμε 

στην επίθεση του 1921

 


 

Γράφει ο κ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ*

 


Στην αυγή του 1921, η Ελλάδα αντιμετώπιζε το φάσμα της διπλωματικής απομόνωσης. Είχαν περάσει λιγότεροι από έξι μήνες από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), αλλά ήδη η Γαλλία και η Ιταλία εκδήλωναν ανοιχτά τις τάσεις αποστασιοποίησής τους από τις διατάξεις της.

Η αφορμή είχε δοθεί με την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ στον ελληνικό θρόνο τον Δεκέμβριο του 1920. Στην πραγματικότητα, όμως, τα αίτια ήταν βαθύτερα. Οι Ιταλοί ποτέ δεν είχαν αντιμετωπίσει θετικά τη Συνθήκη των Σεβρών και ειδικότερα τις προβλέψεις που αφορούσαν την εδαφική διεύρυνση της Ελλάδας και την προοπτική επέκτασης της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία: η δημιουργία της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» ήταν ανέκαθεν απευκταία εξέλιξη για τη Ρώμη. Την ίδια στιγμή, η σταδιακή αναθεώρηση των γαλλικών προτεραιοτήτων στον ευρύτερο χώρο της Εγγύς Ανατολής ωθούσε το Παρίσι στην απόφαση για μερική ή ακόμα και ολική επαναδιαπραγμάτευση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών. Η μόνη από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ που συνέχιζε να παρέχει κάποια υποστήριξη στην Ελλάδα ήταν η Βρετανία.

Το νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο έπρεπε να κινηθεί η ελληνική διπλωματία επιβεβαιώθηκε τον Φεβρουάριο του 1921, κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου που συγκάλεσαν οι Δυνάμεις της Αντάντ. Θεωρητικά, σκοπός της Συνδιάσκεψης ήταν η εξεύρεση λύσης στο μικρασιατικό ζήτημα, η οποία θα βασιζόταν στη Συνθήκη των Σεβρών. Ωστόσο, η ίδια η σύνθεση της Συνδιάσκεψης παρείχε ασφαλείς ενδείξεις ότι το διεθνές σκηνικό γινόταν ολοένα αρνητικότερο για την Αθήνα. Στο Λονδίνο δεν προσκλήθηκε μόνο η επίσημη οθωμανική κυβέρνηση του σουλτάνου, αλλά και η εθνικιστική κυβέρνηση της Άγκυρας. Για πρώτη φορά οι Δυνάμεις της Αντάντ αναγνώριζαν την ύπαρξη ενός δεύτερου τουρκικού κέντρου εξουσίας, χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου καμία λύση δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη Μικρά Ασία. Η κατάσταση περιπλεκόταν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι κεμαλικοί εμφανίζονταν απρόθυμοι να δεχτούν οτιδήποτε λιγότερο αφενός από την πλήρη εκκένωση των μικρασιατικών εδαφών από τον ελληνικό στρατό, αφετέρου από επιστροφή της Ανατολικής Θράκης στην τουρκική κυριαρχία.