Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ο κατοχικός πληθωρισμός στον Έβρο και οι… «μοκαβάδες»!!!

 *Η ηγεσία των ανταρτών του Έβρου, περί το 1943 κάπου στα βουνά του Έβρου. Από αριστερά Φλέσσας (Ευάγγελος Κατμερίδης από το Πύθιο) Μπάμπης (Σταύρος Σαμουρίδης από τη Νέα Ορεστιάδα), καπετάν Οδυσσέας (Ιωάννης Γαλέαδης από την Καβάλα) Μίμης (Διαμαντής Παγιώτας από την Αλεξανδρούπολη) Τηλέμαχος (Βαΐτσης Καραπαναγιώτης από το Πύθιο) 





Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης



                Μαύρες, κατάμαυρες μέρες, πέρασε ο ελληνικός λαός κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν η χώρα βρέθηκε κάτω από γερμανική, ιταλική και βουλγαρική κατοχή. Δεκάδες χιλιάδες είναι οι νεκροί, κυρίως από την πείνα. Σοκάρουν οι φωτογραφίες των σκελετωμένων παιδιών.
                Ο νομός Έβρου είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, γιατί βρέθηκε υπό γερμανική κατοχή (πλην ελαχίστων τμημάτων του που δόθηκαν στη Βουλγαρία), αλλά όντας απομακρυσμένος  δοκιμάστηκε σκληρά και αυτός, από τις ελλείψεις ειδών που δεν παράγονταν επιτοπίως.
                Είναι γεγονός, ότι ο νομός Έβρου επλήγη λιγότερο, συγκριτικά με άλλες περιοχές της Ελλάδας από επισιτιστικής πλευράς, αλλά οι συνθήκες διαβίωσης δεν έπαψαν να είναι χαλεπές. Οι συνθήκες δεν ήταν ιδανικές δεδομένου ότι υπήρχαν δραματικές ελλείψεις σε διάφορα προϊόντα και άλλα καταναλωτικά είδη.
*Εβρίτες αντάρτες της Εθνικής Αντίστασης

                Έχουν διασωθεί λίγα και διάσπαρτα στοιχεία, που μας δίνουν εικόνες από την οικονομία της εποχής εκείνης και την ύπαρξη μαυραγοριτών. Πάντως γενική είναι η εικόνα, ότι τα χρόνια εκείνα, ενώ ήταν τρομερές οι ελλείψεις, η φύση χάρισε απλόχερα στον κόσμο γεωργική παραγωγή, που έσωσε τους Εβρίτες από τον λιμό.
                Υπήρχαν μόνο ελλείψεις προϊόντων που δεν παράγονταν επιτοπίως. Π.χ. δεν υπήρχε ζάχαρη ή ελαιόλαδο, αλλά οι «γιαχανάδες» δηλαδή τα σησαμελαιοτριβεία παρήγαν άφθονο σησαμέλαιο ή σπορέλαιο από τους ηλίανθους. Υπήρχε ασυνήθιστα μεγάλη, κατά τις αφηγήσεις των ηλικιωμένων, παραγωγή δημητριακών (σιτάρι, καλαμπόκι, σίκαλη κ.λπ.)και οσπρίων (φασόλια, ρεβίθια, φακές κ.λπ.) γι’ αυτό στέλνονταν ποσότητες και σε άλλα μέρη της Ελλάδας για να σωθούν οι πεινασμένοι.
*Γερμανοί αξιωματικοί στο Διδυμότειχο (Αρχείο Γ. Αγγέλη)


Οι «μοκαβάδες» του καπετάν Οδυσσέα


                Έχει ιστορικό ενδιαφέρον μια ανακοίνωση της 27ης Νοεμβρίου 1943 του ΕΛΑΣ- Τμήμα Έβρου, που δημοσιεύθηκε στην πολυγραφημένη εφημερίδα «Λαϊκός Φρουρός», η οποία εκδίδονταν στα βουνά. Δείχνει τις συνθήκες που επικρατούσαν, τις σχέσεις ανταρτών και πληθυσμού και ενδεικτικές τιμές καταναλωτικών προϊόντων. Είναι ανακοίνωση του αρχηγού των ανταρτών Οδυσσέα και απευθύνεται στο λαό του νομού. Εκεί συγκεκριμένα αναφέρεται:
                «Αδέρφια Έλληνες, ο Χιτλεροφασισμός με την υποδούλωση της Χώρας μας οδήγησε από την πείνα και την εξαθλίωση στον τάφο πολλές εκατοντάδες Ελλήνων πατριωτών μας. Σα να μην έφτανε το εξοντωτικό έργο των Χιτλεροφασιστών Δημίων, ορισμένοι ντόπιοι και ξένοι μεγαλοκαρχαρίες γίνονται συνεργοί των Γερμανών που οργανώνουν τη μαύρη αγορά και επιδίδονται στο εύκολο κέρδος της μαύρης αγοράς. Οι αντάρτες του Νομού μας παλεύοντας στις πρώτες γραμμές του επαναστατικού κινήματος για τη λευτεριά και τη σωτηρία του λαού μας θα χτυπήσουν αμείλικτα και τη μαύρη αγορά, που είναι ένας τρόπος εξόντωσης του λαού μας.
                Γι’ αυτό ειδοποιούνται όλοι οι αλευροβιομήχανοι των χωριών, οι μεγαλέμποροι  και γενικά όσοι έχουν σχέση με το εμπόριο και τη μαύρη αγορά πως είναι καιρός να καταλάβουν ότι με το όνομα του κέρδους με τη συγκέντρωση δισεκατομμυρίων μοκαβάδων* ύστερα από λίγο καιρό θα είναι τελείως άχρηστα και μάλιστα τόσον άχρηστα που δεν θα κάνουν για καμιά δουλειά. 
                Πρέπει όσο είναι ακόμα καιρός να πάψουν τη μαύρη αγορά και να βοηθούν τον σημερινό δεινοπαθούντα λαό μας και να συμμορφωθούν με τις παρακάτω τιμές που κανονίζει το αντάρτικο σώμα για να μην προβαίνουμε σε εκτελέσεις: Σίτος δραχ. 2 χιλ. φασόλια 1500, ζάχαρι 2.000-2.200, σαπούνι 18-20000, λάδι 18-20.000, τσαρούχια18-20.000 (σ.σ. πρόκειται για τα λεγόμενα γουρουνοτσάρουχα) πετρέλαιο 18-20.000, κρέας μεγάλων ζώων 4-5 χιλ. μαλλιά 20-22 χιλ. καλαμπόκι 800-1.000, σίκαλι 1.000-1.200, κριθάρι 1.000, λανάρισμα βαμβάκι και μαλλί από 1.000-1.800 δραχμ.
                Λαέ του νομού μας παρακολουθείτε από κοντά για την πλέρια εφαρμογή των Διαταγών μας και καταγγέλλετε αμέσως τον καθένα είτε κρύβει από τα παραπάνω είδη και δεν πουλά είτε τα πουλά σε διαφορετικές τιμές και εμείς θα τους βρίσκουμε και μέσα στη Γκεσταπό.
                Αντάρτες του νομού μας, σας δίνω εντολή να σφάξετε αλύπητα τον καθένα που δεν πραγματοποιεί τις αποφάσεις αυτές που εξυπηρετούν το λαό μας.
ΒΟΥΝΑ ΕΒΡΟΥ 20 του ΝΟΕΜΒΡΗ 1943»

*Για δύο οκάδες σιτάρι, 8 εκ. δρχ. στην Νέα Ορεστιάδα. Ο πληθωρισμός καλπάζει


Φορολογία σε είδος και διατιμήσεις


                Προς τα τέλη του 1943 πολλοί Έλληνες διέφυγαν προς την Τουρκία με σκοπό να φτάσουν στη Μέση Ανατολή. Μια ομάδα από αυτούς, ο έπαρχος Νικόλαος Ζαφειρίου και οι Ιωάννης Ζαλουφλάκης, Νικόλας Γκάγκας και Μιχαήλ Πατακίδης, όταν έφτασαν στη Μακρά Γέφυρα της Ανατολικής Θράκης, συνέταξαν ένα υπόμνημα στις 8 Δεκεμβρίου 1943, στο οποίο ανέφεραν μεταξύ άλλων ότι οι αντάρτες του ΕΛΑΣ στον Έβρο στην πολυγραφημένη εφημερίδα «Λαϊκός Φρουρός» που εξέδιδαν στα βουνά αναγνώριζαν τρεις εχθρούς: 1) Τους Γερμανούς και καλούσαν το λαό να μην τους δίνει ούτε ένα αυγό! 2) Την κυβέρνηση του Καΐρου και τον βασιλέα και 3) Τους εσωτερικούς εχθρούς, που είναι οι εκμεταλλευτές του λαού, έμποροι, προύχοντες και διανοούμενοι . Στο ίδιο υπόμνημα ανέφεραν ότι οι αντάρτες επέβαλαν στους χωρικούς φορολογία σε είδος , ενώ οι προύχοντες υποχρεώνονταν στην καταβολή χρηματικών ποσών, που έφταναν από 1.000.000 έως και 10.000.000 εκ. δρχ. Στους εμπόρους επέβαλαν διατιμήσεις, στο ¼ της πραγματικής τους αξίας των ειδών.
 *Τα αντίποινα των Ναζί. Εκτέλεση ομήρων στο Σουφλί


Οι… ατεμπρίνες και τα κινίνα!


                Σύμφωνα με έγγραφη αναφορά της 3ης Απριλίου 1944 στο νομό υπήρχαν άφθονα φασόλια, σιτάρι, αυγά, γάλα και κρέας.
                «Επιφανειακώς το τοιούτον φαίνεται λίαν ικανοποιητικόν, αλλά δεν έχει ούτω το πράγμα. Το χρήμα δεν έχει πλέον καμμίαν αξίαν. Το εμπόριον γίνεται βάσει πρωτογόνου ανταλλακτικού συστήματος όπερ εκμεταλλεύεται ο μαυραγορίτης όστις εις πολλάς περιπτώσεις ενθαρρύνεται υπό των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής και ενίοτε συνεργάζεται μετ’ αυτών».
                Αυτά ήταν αποτελέσματα του τερατώδους πληθωρισμού. Στο ίδιο έγγραφο προβάλλεται το ακόλουθο παράδειγμα: Αν κάποιος είχε μεγάλο απόθεμα σιταριού, αυτό τάχιστα εξαντλείται, γιατί ανταλλάσσεται με άλλα προϊόντα. Έτσι, για κάθε 40 κιλά σιταριού προσφέρονταν ένα κιλό σαπουνιού. Σαράντα κιλά σιταριού για ένα κιλό ελαιολάδου. Μία ασπιρίνη κόστιζε 1.000 δρχ! Κινίνα και ατεμπρίνες  ήταν λίαν δυσεύρετα, κόστιζαν 3.000 δραχμές. Ελλείψεις υπήρχαν και σε άλλα φάρμακα. Για το λόγο αυτό επισημαίνονταν, ότι οι άνθρωποι και κυρίως τα παιδιά πεθαίνουν καθημερινά λόγω ελλείψεως φαρμάκων!!!
                (Για τους νεώτερους που δεν γνωρίζουν τα κινίνα και τις ατεμπρίνες, θέλω να πώ ότι ήταν φάρμακα κατά της ελονοσίας, που μάστιζε τότε το νομό Έβρου.  Το κινίνο παράγεται από το φυτό κιγχόνη (Cinchona ledgeriana), ένα αυτοφυές φυτό των Άνδεων. Η ατεμπρίνη, ήταν η πρώτη συνθετική μορφή κινίνης. Οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις ήταν εφοδιασμένες με μεγάλες ποσότητες αυτών δύο χαπιών.  Όταν έφυγαν, εγκατέλειψαν χιλιάδες χάπια, που πέρασαν στα χέρια του κόσμου. Προσωπικά θυμάμαι, ότι στο Διδυμότειχο υπήρχε γείτονας, που κατείχε τέτοια χάπια σε μεγάλες ποσότητες για πολλά χρόνια μετά την Κατοχή. Επειδή όμως είχαν λήξει ως φάρμακα, τα πήρε η γυναίκα του και μ’ αυτά… έβαφε κλωστές μαλλιού ή βαμβακιού ή κουρέλια με τα οποία έφτιαχναν στον αργαλειό, κουρελούδες. Οι ατεμπρίνες έβγαζαν ένα εκπληκτικό κίτρινο χρώμα!!!).
*Ένα καροποιείο στην βουλγαροκρατούμενη Αλεξανδρούπολη κατά την κατοχή. Προσέξτε την πινακίδα του καταστήματος. Υποχρεωτική αναγραφή στα Βουλγαρικά.


Οι Γερμανοί και οι… χοίροι Νέας Βύσσας και Καστανεών


                Ενδιαφέρον έχουν οι πληροφορίες που είχαν διαβιβαστεί στο ελληνικό προξενείο της Αδριανούπολης, από την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών με το ειδικό Δελτίο Πληροφοριών Νοεμβρίου 1943. Σύμφωνα με αυτό, η νομαρχία Έβρου με απόφαση του νομάρχη Φλωρίδη (σ.σ. είναι ο τρίτος νομάρχης Έβρου στη διάρκεια της κατοχής. Ο πρώτος Ιωάννης Φραγκούλης δολοφονήθηκε στο Διδυμότειχο από τον ΕΛΑΣ το 1942 και ο δεύτερος Σταύρος Ευταξίας, διέφυγε στη Μέση Ανατολή το 1943) ανέλαβε τη λειτουργία του επισιτιστικού γραφείου και μοίραζε ψωμί σε 10.000 πρόσφυγες από τη βουλγαροκρατούμενη ζώνη. Το κόστος το εξοικονομούσαν από τα αλεστικά  παρακρατήματα. Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί άρχισαν το Νοέμβριο και εκείνης της χρονιάς να μαζεύουν χοίρους για τη διατροφή τους. Ενδεικτικά, μόνο από τη Νέα Βύσσα ζήτησαν να τους παραδοθούν μέσα σε μια εβδομάδα, 50 χοίροι και 35 από τις Καστανιές, και ανάλογα από άλλα χωριά. Η εσοδεία των πρώιμων και των όψιμων γεωργικών προϊόντων ήταν ικανοποιητική.  Η συγκέντρωση του φόρου δημητριακών απέδωσε 280.000 οκάδες προϊόντων σε ολόκληρο το νομό.
                Σε υπόμνημα ανταρτών προς το ελληνικό προξενείο της Αδριανούπολης στις 12 Δεκεμβρίου 1943 αναφέρονταν ότι  για τις διατιμήσεις προϊόντων που επέβαλαν στο νομό Έβρου, ήταν μεγάλη ανάγκη για να προστατευθούν οι χιλιάδες προσφύγων που κατέφευγαν εκεί από τη βουλγαροκρατούμενη ζώνη και οι οποίοι δεν είχαν ούτε στέγη, ούτε χρήματα, ούτε εργασία και δεν υπήρχε κανένα κρατικό ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να δρουν διάφοροι εκμεταλλευτές.
*Εικόνα του Διδυμοτείχου κατά την κατοχή
 
                Τον Απρίλιο του 1944 εγκατέλειψε τα βουνά του Έβρου ο αμερικανός  ταγματάρχης Τζέιμς Κέλλυ και πέρασε στην Ανατολική Θράκη, όπου επικοινώνησε με τον Έλληνα διευθύνοντα το προξενείο Αδριανούπολης Γ. Δ. Καλούτση και του ανακοίνωσε διάφορες πληροφορίες και εντυπώσεις από την υπηρεσία του στο νομό Έβρου.
                «Εντύπωσιν βαθείαν- έλεγε σε αναφορά του προς την ελληνική πρεσβεία της Άγκυρας ο Γ. Καλούτσης- προυξένησεν εις τον κ. Κέλην, αφ’ ενός μεν η στυγνή αθλιότης εις ήν έχει περιέλθει ο πληθυσμός εν Έβρω, υπό την αδυσώπητον τυρρανίαν, αφ’ ετέρου δε η παρά την αθλιότητα ταύτην, αλύγιστος στάσις του απέναντι του κατακτητού. Οποθενδήποτε διήλθεν, οι πενόμενοι και ρακένδυτοι πληθυσμοί των χωρίων δεν του εζήτησαν ούτε τροφήν, ούτε ενδύματα, ούτε δολλάρια, αλλά μόνον όπλα όπως εκδικηθώσι τον μισητόν εχθρόν».
Για την ιστορία, στις 8 Μαρτίου 1944 έφτασε στα βουνά του Έβρου, δηλαδή στο αρχηγείο των ανταρτών της Γκίμπρενας (ανατολικές υπώρειες της Ροδόπης) ο σύνδεσμος της OSS αμερικανός ταγματάρχης James Kelly, με ασύρματο για την Αντίσταση, ασυρματιστές και σαμποτέρ.
Πάντως προς τα τέλη της κατοχής ο πληθωρισμός της κατεχόμενης Ελλάδας είχε σπάσε κάθε ρεκόρ, όπως και οι τιμές των καταναλωτικών προϊόντων. Από μαρτυρίες Εβριτών, που διέφευγαν στην Τουρκία για να φτάσουν στη Μέση Ανατολή πληροφορούμαστε ενδεικτικά ότι το σιτάρι κόστιζε 300 χιλ. δρχ. η οκά, το σαπούνι 12 εκ. δρχ. το βούτυρο 5-6 εκ. δρχ. ενώ είχε αρχίσει να εμφανίζει και έλλειψη στο κρέας. Μεγάλη έλλειψη υπήρχε και στα είδη ιματισμού και υπόδησης.
                Η κατοχή υπήρξε ιδιαιτέρως σκληρή για όλο τον ελληνικό λαό. Στέρησε ζωές αθώων. Κατέστρεψε υποδομές της χώρας. Μας υποχρέωσε να πληρώσουμε στις γερμανικές δυνάμεις το περίφημο αναγκαστικό δάνειο. Ήταν ένας εφιάλτης, που δεν θα σβήσει ποτέ από την μνήμη όλων των λαών της Ευρώπης.


Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης



*Μοκαβάδες ή σύμφωνα με την πραγματική ντοπιολαλιά του Έβρου «μουκαμπάδες». Μουκαμπάδες στο Διδυμότειχο αποκαλούσαμε τα χοντρά χαρτόνια. Εντελώς ειρωνικά και εξαιτίας του μεγέθους τους της υφής τους, αλλά και της μηδαμινής αξίας τους  λόγω του τερατώδους κατοχικού πληθωρισμού, οι Διδυμοτειχίτες αποκαλούσαν «μουκαμπάδες» και  τα κατοχικά χαρτονομίσματα. Η ετυμολογία, μάλλον είναι τουρκική.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...