Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Τα ξεχασμένα 20 παλληκάρια της Ορεστιάδας, το 1940

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΟΡΕΣΤΙΑΣ» 
ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΠΟΓΟΝΩΝ ΚΑΡΑΓΑΤΣΙΑΝΩΝ,
Τεύχος Α14, 2017
*Στη φωτογραφία αυτή του 1941 ο πρώτος αριστερά όρθιος είναι ο Δημήτρης Μαρκακίδης, πατέρας του Γιάννη Μαρκακίδη (φωτογραφία από το αρχείο του).






Γράφει ο κ. Γιάννης Μαρκακίδης



                Αν και η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας αποφασίστηκε από τη Συνθήκη του Νεϊγύ το Νοέμβριο του 1919, αρκετοί ήταν οι Έλληνες που προτίμησαν αρχικά τουλάχιστον να παραμείνουν στα χωριά τους με Βουλγαρική υπηκοότητα.
                Όταν όμως επικράτησε κλίμα εκφοβισμού τους από διάφορους παράγοντες εντός του Βουλγαρικού εδάφους, πολλοί ήταν αυτοί, που έστω καθυστερημένα μετά από μια δεκαετία σχεδόν (Δεκέμβριος 1929) αποφάσισαν να φύγουν και να έρθουν στην Ελληνική Επικράτεια. Μιλάμε για χωριά της Νοτιοανατολικής Βουλγαρίας κοντά στο νομό Έβρου, όπως τα σημερινά χωριά  Όρενετς και Εφρέμ.
                Με τα διαβατήρια (τους χορηγήθηκαν στο Σβίλενγκραντ) στα χέρια  γονείς και ανήλικα παιδιά πέρασαν στο ελληνικό έδαφος και εγκαταστάθηκαν εκεί όπου βρήκαν  δικούς τους ανθρώπους που είχαν έρθει πριν με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Τα χωριά που τους δέχτηκαν ήταν κυρίως το Ορμένιο, η Φτελιά και ο Πύργος.
                Ενώ όμως οι γονείς και τα παιδιά πέρασαν στην Ελλάδα, στα αγόρια που ήταν  σε ηλικία στράτευσης και ήταν στον αριθμό των 20 παιδιών δεν χορηγήθηκαν διαβατήρια, ώστε να υπηρετήσουν στο Βουλγαρικό στρατό ή να πληρώσουν για να απαλλαγούν. Επειδή όμως δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν και δεν ήθελαν να υπηρετήσουν στο Βουλγαρικό στρατό αποφάσισαν και κατάφεραν  κρυφά και με κίνδυνο της ζωής τους στις αρχές του 1930 να περάσουν σε ελληνικό έδαφος.
                Εδώ μετά από πεζοπορία και κακουχίες έφτασαν και παρουσιάστηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Ορεστιάδας αναφέροντας την ιστορία τους. Επειδή όμως είχε μεσολαβήσει η ανταλλαγή πληθυσμών, δεν δικαιούνταν πολιτικό άσυλο, όπως οι οιγένειές τους και έτσι τους χορηγήθηκε τρίμηνη παραμονή, η οποία όμως ανανεώνονταν κάθε τρείς μήνες.
                Όταν το 1940 κηρύχτηκε η γενική επιστράτευση και ενώ όλοι οι μάχιμοι έφευγαν για το μέτωπο, τα 20 παλληκάρια κάθονταν σε αναμμένα κάρβουνα. Συνεννοήθηκαν και πήγαν στην Αστυνομία, για να καταταχτούν και αυτοί ώστε ως Έλληνες που ήταν να βοηθήσουν την Πατρίδα τους. Επειδή όμως δεν μπορούσε να γίνει αυτό, καθ’ ότι είχαν τη Βουλγαρική υπηκοότητα, τους προτάθηκε να καταταχτούν ως εθελοντές με την υπόσχεση  ότι μετά θα τους χορηγούσαν την ελληνική υπηκοότητα. Έτσι τα παλληκάρια αυτά κατατάχτηκαν, πολέμησαν, αλλά λόγω της ήττας από τους Γερμανούς επέστρεψαν σαν μπουλούκια στις πατρίδες τους με Φύλλα Πορείας που τους χορήγησαν οι νικητές Γερμανοί και ένα κατάλογο με ειδική άδεια για να μπορούν να ζητούν τρόφιμα, καθώς θα περνούσαν από διάφορες πόλεις κατά την επιστροφή τους.
                Οι οικογένειες περίμενα τα παιδιά τους, τα παιδιά τους πατεράδες τους και οι γυναίκες τους άντρες τους, που έφταναν με τα πόδια από την Κόνιτσα, την Φλώρινα κ.α. Ένα από τα παλληκάρια αυτά ήταν και ο πατέρας μου. Τον δικό μου πατέρα περιμέναμε η μητέρα μου και σύζυγός του, εγώ και ο αδερφός μου ο Γιώργος, γεννημένοι τη δεκαετία του ΄30, ενώ ο αδερφός μου ο Τριαντάφυλλος γεννήθηκε λόγο αργότερα το 1941.
                Καθώς οι μέρες περνούσαν και ο πατέρας μου δεν φαινόταν, η γιαγιά με τη λαχτάρα να ξαναδεί το γιο της έφερνε τη μάνα μου σε σημείο απελπισίας. Μέχρι και σε χαρτορίχτρα την έστειλε. Αυτή ως σύγχρονη Πυθία είπε στη μάνα μου ότι ο δρόμος του άνδρα της τελείωσε. Με λαχτάρα που δεν περιγράφεται η μάνα μου έτρεξε στο σπίτι με μοναδική έγνοια πώς να ανακοινώσει στην πεθερά της μια τέτοια είδηση, που σήμαινε ότι ο άνδρας της μάλλον δεν θα γυρνούσε. Όταν όμως έφθασε στο σπίτι μια καινούργια λαχτάρα την περίμενε. Ω! του θαύματος ο πατέρας μου ήταν μπροστά της περιμένοντάς την να γυρίσει απ’ τη χαρτορίχτρα. Ένα μεγάλο βάρος, μια μεγάλη πέτρα έπεσε απ’ την καρδιά της και έλαμψε από χαρά.
*Θράκες επιστρατευμένοι το 1940. Πρώτος αριστερά Στέφανος Παντ. Αθανασιάδης 
από το Διδυμότειχο

                Όλα τα παλληκάρια γύρισαν ζωντανά  και η χαρά όλων ήταν μεγάλη. Ο καιρός κυλούσε με επισκέψεις στην Αστυνομία και ανανεώσεις της τρίμηνης άδειας παραμονής. Η υπόσχεση για ελληνική υπηκοότητα ξεχάστηκε. Η διαδικασία αυτή κράτησε μέχρι το 1955, τότε που εγώ τελείωνα το Γυμνάσιο της Νέας Ορεστιάδας και λόγω της Βουλγαρικής  υπηκοότητας που είχα, μπορούσα να σπουδάσω όπου ήθελα χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις. Τότε έγινε το θαύμα και μας κάνανε Έλληνες. ‘Εκτοτε ως Έλληνες που ήμασταν όχι μόνο ουσιαστικά αλλά και τυπικά, κάναμε το καθήκον μας και υπηρετήσαμε τη μητέρα Πατρίδα.
                Εκείνο όμως που μου έκανε εντύπωση σε όλα τα γραφόμενα σε εφημερίδες και βιβλία που διάβασα μέχρι σήμερα δεν βρήκα ούτε μια λέξη για τα παλληκάρια αυτά, που τότε σε κείνες τις ώρες, πήγαν στο στόμα του λύκου, για την Πατρίδα, η οποία άργησε τόσο να τα αναγνωρίσει για παιδιά της. Στη μνήμη αυτών των νέων που πήγαν τότε στον πόλεμο για την πατρίδα γράφω αυτές τις λίγες γραμμές. Αιωνία τους η μνήμη!



Γιάννης Μαρκακίδης


3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γρηγόριος Κάρτσιος
Οι μισοί βούργαροι είναι Ελληνες.

Ανώνυμος είπε...

George Lampronikos
Πως κ γλιτωσαν απο τους βουλγαρους, γιατι ακομα ειχαν βουλγαρικη υπηκ. στην κατοχη??

SITALKIS είπε...

Ο νομός Έβρου δεν είχε Βουλγαρική κατοχή. Μόνο Γερμανική.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...