Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Οι Σαρακατσάνοι της Θράκης

*Η Σαρακατσάνα νύφη της Συκορράχης, κόρη του αρχιτσέλιγγα Βρυσά. Από το βιβλίο του Πάτρικ Λη Φέρμορ.






*Ενδιαφέρουσα περιγραφή 
από τον Πάτρικ Λη Φέρμορ




                Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ,(1915-  2011) υπήρξε ένας διεθνώς καταξιωμένος Άγγλος συγγραφέας και ένας μεγάλος αντιστασιακός, στον πόλεμο κατά του Χιτλερισμού. Μεταμφιεσμένος σε βοσκό έζησε δύο και πλέον χρόνια στα βουνά της Κρήτης, οργανώνοντας με Κρητικούς αγωνιστές, την αιχμαλωσία και μεταφορά στην Αίγυπτο, του Γερμανού στρατηγού Κράιπε.
                Στο βιβλίο του «Ρούμελη- Οδοιπορικό στη Βόρεια Ελλάδα» που εκδόθηκε το 1966 αγγλικά και το 2009 κυκλοφόρησε και η ελληνική του έκδοση από τον «Κέδρο» (μετάφραση Λίνας Κάσδαγλη) υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αναφορά για τους Σαρακατσάνους της Θράκης. Η περιγραφή- με την οποία αρχίζει το βιβλίο- δεν αναφέρει χρονολογία, αλλά από το κείμενο, προκύπτει ότι πρέπει να είχε γραφεί μερικά χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου του 1949.
                Το βιβλίο αρχίζει από την Αλεξανδρούπολη και με μικρή αναφορά σε αφηγήσεις του Αλεξανδρουπολίτη φίλου του, Γιάννη Πελτέκη, ο οποίος όπως είναι γνωστό, ανέπτυξε αντιστασιακή δράση ως αρχηγός της οργάνωσης "Απόλλων" κατά την περίοδο της Κατοχής. Πολιτικά ανήκε στο Κέντρο και στην κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη υπηρέτησε ως υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας από τις 26 Νοεμβρίου 1945 ως τις 4 Απριλίου 1946.
*Φωτογραφία του 1920

                Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, που οι Κρητικοί τον αποκαλούσαν φιλικά και «Φιλεντέμ», όταν περνούσε από την Αλεξανδρούπολη, από ένα τυχαίο και ασήμαντο περιστατικό, βρέθηκε να καλείται σε ένα σαρακατσάνικο γάμο στη Συκορράχη, που οι ντόπιοι την αποκαλούσαν Συκαράγη, από τον μπάρμπα Πέτρο, που δεν αναφέρει το επίθετό του.
                Πήγε στο χωριό με τρένο, όταν ακόμα στη διαδρομή υπήρχαν εμφανή τα ίχνη του εμφυλίου.
                «Ριγμένα ανάμεσα στα δέντρα και στις φτέρες- γράφει- ανατιναγμένα εκεί από τι;ς νάρκες του αντάρτικου, σκουριασμένα λείψανα βαγονιών έμεναν θλιβερά θυμητάρια του εμφυλίου πολέμου».
               

*Η νύφη της Συκορράχης.Από το βιβλίο του Πάτρικ Λη Φέρμορ.


Η ταυτότητα του γαμπρού και της νύφης


Ποιος ήταν ο γαμπρός και ποια ήταν η νύφη;
                Μας ιστορεί ο συγγραφέας ότι γαμπρός ήταν ο Κώστας Ζώγας, που ξεχειμώνιαζε στη Συκορράχη και το καλοκαίρι έβοσκε τα κοπάδια του στη Ροδόπη. Ο πατέρας του ήταν αρχιτσέλιγγας. Η νύφη ήταν κόρη άλλου αρχιτσέλιγγα, του Βρυσά με το όνομα, που έβοσκε τα κοπάδια του στα ίδια καλοκαιρινά βοσκοτόπια και ξεχειμώνιαζε κοντά στο Σουφλί στις όχθες του Έβρου. Η Συκορράχη ήταν χωριό με πάμπολλες τότε σαρακατσάνικες καλύβες, που ο Πάτρικ Λη Φέρμορ τις παρομοιάζει με αχυρένιες κυψέλες. «Είχαν- έγραψε- στην κορφή τους ξύλινους σταυρούς και δίπλα τους τρύπες μες το άχυρο, από όπου έβγαινε στριφογυρίζοντας λεπτός γαλάζιος καπνός. Μαυροντυμένοι  Σαρακατσάνοι  στριμώχνονταν γύρω από το γαμήλιο βαγόνι. Κατέβασαν τη νύφη κάτω και μέσα σε μια συναυλία από φωνές, καλωσορίσματα και μπαταριές  των όπλων, ολόκληρο πλήθος ξεκίνησε για τη μικρή άσπρη εκκλησία». Η εκκλησία είχε χρυσοποίκιλτο εικονοστάσι και ένα μεγάλο πολυέλαιο, που τον αποτελούσαν δικέφαλοι αετοί οι οποίοι ένωναν τις  μπρούντζινες φτερούγες τους σχηματίζοντας στεφάνι.
                Η νύφη είχε ντροπαλή έκφραση και χαμηλωμένα μάτια, κάτω από ένα λουλουδένιο στεφάνι, έχοντας ζωγραφισμένο στο μέτωπό της με μολύβι ή μπογιά ένα μικρό γαλάζιο σταυρό.
Ο γαμπρός φορούσε ένα βελούδινο χρυσοκέντητο γελέκι, ζωνάρι μεταξωτό με τα κυανόλευκα ελληνικά χρώματα, φουντωτή άσπρη φουστανέλα «και μακριές  κάλτσες και- τι απογοήτευση!- μαύρα μυτερά παπούτσια αστού».  
Και κάτι από τα έθιμα των Σαρακατσάνων. «Καθώς το νιόπαντρο ζευγάρι πατούσε το κατώφλι, κάποιος έδωσε στο γαμπρό ένα κόσκινο κι εκείνος το πέταξε πίσω από τον ώμο του: πράξη που λένε πως αποτρέπει τη διχόνοια  ανάμεσα στο αντρόγυνο. Φίλησαν και οι δυο το χέρι του πεθερού, το ακούμπησαν μια στιγμή με σεβασμό στο μέτωπό τους και εξαφανίστηκαν μέσα από το ανώφλι»
Οι καλεσμένοι κάθονταν στα χαμηλό μεντέρι ολόγυρα στο δωμάτιο και στριμώχνονταν σταυροποδιασμένοι πάνω στα κιλίμια, που ήταν στρωμένα στο πάτωμα. Προηγουμένως τους είχα υποδεχθεί με τραγούδια καλωσορίσματος.

«Μάνα, ήρθαν οι φίλοι μας,
Φίλοι προσκαλεσμένοι
Έβγα, μάνα, καρτέρει τους,
Να τους καλωσορίσεις
Με μέλι και με ζάχαρη,
Με τα χρυσά τα λόγια».

*Σαρακατσάνες


Η ίσκα και η τσακμακόπτερα


Μια άλλη αξιοσημείωτη παρατήρηση του Άγγλου συγγραφέα για τους Σαρακατσάνους, αναφέρεται στον τρόπο που άναβαν το τσιγάρο τους με ξεραμένη ίσκα. Η ίσκα είναι ένας αποξηραμένος καφέ μύκητας, που το μάζευαν από τα ψηλά γέρικα δέντρα.
Κατά τον Φέρμορ κρατάνε μια πρέζα ίσκα «κοντά σε ένα κομμάτι ατσάλι που έχει σχήμα μαγνήτη και που το χτυπάνε με την τσακμακόπετρα  ώσπου να πιάσει φωτιά η ίσκα- έπειτα ανάβουν τα τσιγάρα που στρίβουν ή την αφήνουν πάνω στα τριμμένα φύλλα, μέσα στο λουλά των χειροποίητων τσιμπουκιών τους. Όταν τελειώσει η περίπλοκη διαδικασία τυλίγουν τα σύνεργα σε μια θήκη από γιδοτόμαρο και τα χώνουν στις δίπλες του ζωναριού τους».
Είναι γεγονός ότι οι πόλεμοι του 20ου αιώνα και η δημιουργία των εθνικών κρατών με τα φυλασσόμενα σύνορα, περιόρισαν τις κινήσεις των νομάδων, που απλώνονταν από τις υπώρειες του Αίμου και έφταναν έως κοντά στην Αθήνα. Ειδικά οι Σαρακατσάνοι τη Θράκης, περιορίσθηκαν εδαφικά όταν έκλεισαν τα σύνορα προς τη Βουλγαρία λόγω του εμφυλίου.
Ο φίλος του συγγραφέα,ο μπάρμπα Πέτρος, που τον έφερε στη Συκορράχη, του παρουσίασε μεγάλους τσελιγκάδες, που είχαν παραστεί σε εκείνον τον γάμο.
-Ο μπάρμπα Γιώργος από κεί, με το ένα μάτι- είναι από τους μεγάλους τσελιγκάδες της Ροδόπης : Έχει πάνω από δέκα χιλιάδες γιδοπρόβατα και λέω πως πρώτη φορά μπαίνει σε σπίτι. Εκείνος που μιλάει μαζί του είναι ενενήντα τριών χρονών. Έβοσκε άλλοτε τα κοπάδια του κοντά στις Σαράντα Εκκλησιές- Κιρκ Κιλισέ το λένε οι Τούρκοι- μακριά, πέρα από την Αδριανούπολη. Έπειτα, μετά τους Βαλκανικούς οι Τούρκοι κλείσανε τα σύνορα κι έτσι τώρα έχει τα κοπάδια του στο γιαλό, δυτικά από δω, κάτω από την Ξάνθη. Εκείνος εκεί με το σημάδι στο κούτελο, ξεχειμώνιαζε ανάμεσα στο Χάσκοβο και τη Στάρα Ζαγόρα- εκεί να δεις χορτάρι- αλλά τώρα με τους Βουλγάρους αναγκάστηκε να βρεί  αλλού. Τα καΐκια που περνούσανε τη Θάλασσα του Μαρμαρά άκουγαν τα κουδούνια μου.  Αλλά όλοι από τη Ροδόπη είμαστε…  

 *Οικογένεια σαρακατσάνων περί το 1930


Οι σούβλες με τα αρνιά


Και κάτι για το γλέντι του γάμου.
«Έξω από το παράθυρο ένα τσούρμο καλεσμένοι γλεντούσαν κάτω από τα δέντρα. Αρνιά ολόκληρα επιδεικνύονταν καθώς τσιτσιρίζανε και αχνίζανε πάνω στις σούβλες τους, κι ακούγαμε τον ήχο του μπαλτά πάνω στο ξύλο (σ.σ. εννοεί το κούτσουρο που είχαν και οι χασάπηδες για τον τεμαχισμό των κρεάτων) και το τσάκισμα από τα λιανισμένα κόκκαλα, καθώς ένας νευρώδης σκηνίτης πάλευε σαν δήμιος για να προφτάσει διακόσια στόματα ορεξάτα. Τίποτα άλλο δεν συνόδευε αυτό το εκλεκτό ψητό, εκτός από φέτες μαύρο νοστιμότατο ψωμί  από καρβέλια που έμοιαζαν σαν μικρές μυλόπετρες , ζεστά ακόμα από τους θολωτούς φούρνους εκεί έξω».
Αναφέρει ακόμα ότι όταν άρχισαν τα τραγούδια, κατά περίεργο τρόπο διαπίστωσε πως τραγουδούσαν ομαδικά, κλέφτικα μοραΐτικα τραγούδια, με πρώτο ένα τραγούδι για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

«Κολοκοτρώνης φώναξε
Κι όλος ο κόσμος τρόμαξε:
Πού’ σαι καημένε Νικηταρά
Πού’χουν τα πόδια σου φτερά;
Άειντε
Πιάσε τους Τούρκους ζωντανούς
Σαν τα ζαγάρια τους λαγούς.
Άλλους πιάνεις κι άλλους σφάζεις
Κι άλλους μες στο κάστρο βάζεις.
Σ’ Αντίκορφα και Τρίκορφα
Το αίμα τρέχει σα νερό…».

Και συνέχιζαν οι γλεντοκόποι τραγουδιστές με μια άλλη βαθιά μονότονη μελωδία του Νότου πάλι.

«Κλείσαν τις στράτες του Μοριά
Κλείσαν και τα ντερβένια…».

Τραγούδησαν όμως και άλλα τραγούδια, που αναφέρονταν τότε ακόμα, σε σχετικά πρόσφατα γεγονότα, όπως ήταν ο πόλεμος του 1940. Φαίνεται όμως πως ήταν παλαιότερο τραγούδι, το οποία προσάρμοσαν στο πνεύμα της επίθεσης των Ιταλών στην Ήπειρο.

«Να ‘μουν πουλί πετούμενο, να πήγαινα τ’ αψήλου
Ν’ αγνάντευα την Ήπειρο, τη δόλια τη Χιμάρα
Και να ‘βλεπα τον πόλεμο…
Που πολεμάν οι Έλληνες με τους Μακαρονάδες».

Αλλά, ήρθαν και οργανοπαίκτες στο γλέντι του γάμου…
«Ο οξύς ήχος ενός κλαρίνου αντήχησε κάτω από το παράθυρο όπου χλώμιαζε το φως. Κατόπιν μετά από μερικές δοκιμές με τα δάχτυλα, έναβιολί και ο παλμικός  ήχος ενός λαγούτου και το δοκιμαστικό πετάρισμα που κάνουν οι μπαγκέτες πάνω στα τέλια του σαντουριού.
-Τα όργανα! Είπε ο μπάρμπα Πέτρος. Επιτέλους.
Ρώτησα αν ήταν Σαρακατσάνοι. Εκείνος με κοίταξε κατάπληκτος.
-Σαρακατσάνοι! Εμείς δεν παίζουμε άλλο από φλογέρα. Γύφτοι είναι.
Γύφτοι ήταν πραγματικά, πολύ μαυριδεροί, καθισμένοι στη σειρά κάτω από ένα δέντρο, με μπλε κοστούμια και μυτερά μαύρα παπούτσια. Και όλοι με γραβάτα, τις μοναδικές σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων. Φαινόταν του κουτιού και πολύ αστοί ανάμεσα σε τούτους τους άλλους νομάδες και μάλλον κακή φάρα. Ακούστηκε   ένα ξύσιμο από παπούτσια με καρφιά που ανέβαιναν τη σκάλα και ο γαμπρός με τους συντρόφους γύρω του, ήρθε να πάρει τη νύφη να σύρουν τον πρώτο χορό».

*Φορεσιά Σαρακατσάνας της Θράκης.


Η επιστροφή και οι αναμνήσεις


Και καθώς ήρθε η ώρα της επιστροφής στην Αλεξανδρούπολη, ο φιλόξενος μπάρμπα Πέτρος βυθίστηκε στις αναμνήσεις του.
-Έπρεπε να δεις τους γάμους όταν ήμουνα εγώ μικρός, έλεγε ο μπάρμπα Πέτρος. Ξεκινούσαμε καμιά εκατοστή παλικάρια να πάρουμε τη νύφη, ρίχνοντας ντουφεκιές όσο γρήγορα προφταίναμε να γεμίσουμε . Μπαμ! Μπαμ! Μπουμ! Μπουμ! Μπουμ! Άλογα έμεναν κουτσά, άνθρωποι λαβώνονταν, καμιά φορά είχε και σκοτωμένους. Ενώ τώρα…
Σήμερα οι Σαρακατσάνοι, δεν αποτελούν μετακινούμενους νομάδες. Απέκτησαν μόνιμες κατοικίες. Όμως η παράδοσή τους και οι περιγραφές του βίου τους, αποτελούν κομμάτι της εθνικής μας ιστορίας. Η ανάμνησή τους παραμένει ακόμα ζωντανή στη Θράκη.


Π.Σ.Α. 

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Eleni Chioni
Ποσο ωραια περιγραφη,,, Καλημερα να εχεις Παντελη!

Νίκος Παπαδιονυσίου είπε...

Πολύ ενδιαφέρον Παντελή παρόλο που αναφέρεται σε συγκεκριμένο γεγονός τους. Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ ασχολήθηκε με τους Σαρακατσαναίους γενικά. Όχι μόνο μ΄αυτούς της Θράκης.Κάτι που δεν είναι γνωστό στους συνέλληνες είναι ότι στη γλώσσα τους μεγάλη είναι η συμμετοχή Ομηρικών λέξεων, πράγμα που αποδεικνύει και την φυλετική καταγωγή τους..

Ανώνυμος είπε...

Andreas Makrides
Απ' ό,τι φαίνεται, οι Σαρακατσάνοι πρέπει να ήταν από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν τις παραδοσιακές τους ενδυμασίες για τις ευρωπαϊκές. Και μόνο γι' αυτές είναι αξιολάτρευτοι.

SITALKIS είπε...

Παραδοσιακές φορεσιές είτε των Σαρακατσάνων είτε των χωρικών του Έβρου συναντούσες έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960 περίπου.

Ανώνυμος είπε...

Νίνα Γκούδλη
Καλημέρα Παντελή!..Σ' ευχαριστώ για άλλη μια φορά για τις γνώσεις που παίρνω από σένα....Συγχαρητήρια για τις υπέροχες αναρτήσεις σου!...

Ανώνυμος είπε...

Νίκος Παπαδιονυσίου
Πολύ ενδιαφέρουσα η ανάρτησή σου Παντελή. Ομολογώ η πρώτη που πέφτει στην αντίληψή μου γι΄αυτούς της Θράκης. Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ ασχολήθηκε για τους Σαρακατσαναίους όλου του Ελληνικού χώρου, και για τους δικούς μας των Αγράφων, ενός λαού αρχαιότερου όλων των Ελλήνων με πολλές Ομηρικές λέξεις στο λεξιλόγιό τους.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...